Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Στεργιόπουλος. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Στεργιόπουλος. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Θλίψη


Σώπασαν καθώς σηκώνεται να χορέψει.
Αέρινη, μ' ένα πέπλο καλυμμένη
χλωμή μα οικεία σαν αδερφή, σαν κατάρα.
Προχωρά προς το κέντρο κι αυτοί αγωνιούν.
Το πέπλο κεντημένο μ' αναμνήσεις
ίσα που καλύπτει τη λευκή σάρκα
νοτισμένη ως την κρατά
μες στην εικόνων, που τους απλώνει, χορογραφία.
Κι αυτά τα δάκρυα, νήμα
στο Μινώταυρο του πάθους. Να τη βρει
στο λαβύρινθο των βημάτων της
πριν ο χορός πεθάνει. Πριν να 'ναι αργά.
Σαν αερικό πλέει, ρούχα όλα αλλάζει
πάνω στην κίνησή της μεταμορφώνεται.
Στα μάτια του καθενός αλλιώς
κι όλοι να σιωπούν, να κοιτούν.
Την Θλίψη που τόσο ακόρεστα μπροστά τους ξεδιπλώνεται.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Η Διάβολος, 2011

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Το έγκλημα

Από καιρό στον ύπνο μας κυκλοφορούσαν
αλλόκοτοι ήσκιοι,
και στ' αυτιά μας έφταναν κάποιες στιγμές
αόρατοι ψίθυροι,
ενώ κανείς δε φαινόταν, τίποτα
δεν προμηνούσε τη συμφορά.

Κι άξαφνα,
έπεσε μια σιωπή, σα να μείναμε στον κόσμο
μόνοι.

Μας ξερριζώσανε τη γλώσσα, μας δέσανε τα χέρια,
μας βούλωσαν τ' αυτιά.
Κι έτσι, μια μέρα ξυπνήσαμε, άλαλοι και κουφοί.
Μπροστά στα μάτια μας κιόλας γινότανε το
απαίσιο έγκλημα.
Αλλά κανείς δε μπορούσε πια να μιλήσει, μήτε
ν' ακουστεί,
ακόμα κι αν κατάφερνε να βγάλει μια τελευταία
κραυγή,
σαν άνθρωπος που χάνεται
ή σαν πνιγμένο μουγγρητό ζώου που το σφάζουν.

Από τότε , κοιταζόμαστε μόνο στα μάτια,
και χορεύουμε ξυπόλυτοι στη φωτιά.

Όσο για την ψυχή μας, βρυκολάκιασε.
Με τόσους λύκους που τη διεκδικούν,
με τόσα σκυλιά που τη σέρνουν στους δρόμους.

Κώστας Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Έκλειψη, 1974

Στο τέλμα

Χειμερινή Επίκληση του Ντίνου Παπασπύρου (2004)

Μείναμε
σαν τα πελεκημένα
δέντρα.

Ο άνεμος, που διαβαίνει ανάκουστος
του κάμπου την ερημιά,
βρίσκει μόνο τα κόκκαλά μας,
κι οι φουσκωμένοι χείμαρροι
γίνονται γύρω μας λίμνες
κι ακίνητα έλη.

Μείναμε
πιασμένοι στα δόντια της παγωνιάς,
σαν τον πλημμυρισμένο κάμπο
ύστερα από του χιονιά
το δάκρυ.

Τα χιόνια λειώσανε και δε λένε να λειώσουν.
Κανένας ήχος κι αντίλαλος μέσα στη χάλκινη
συννεφιά.
Η άνοιξη δεν έρχεται, τα νερά δεν τραβιούνται.
Μουδιασμένα στέκουν τα σύννεφα πάνω απ' την
έκταση των νερών.

Μείναμε
με το πόδι σηκωμένο ψηλά,
σαν τους μοναχικούς πελαργούς,
ασάλευτοι
μέσα το τέλμα.

Κώστας Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Έκλειψη, 1974

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Μήνυμα σε μπουκάλι

















(photo by lexus - ox)


Παιδιά, πιστεύαμε
πως καράβια ολόκληρα χωρούσαν σε μπουκάλια.
Κι όταν μας τέλειωναν τ' ακρογιάλια,
τα μπουκώναμε μ' όση λέξη αντέχανε.
Μην τυχόν και παρερμηνεύσει τα όνειρά μας το ανέφικτο.

Παιδιά πιστεύαμε. Τώρα πια, η μόνη αλήθεια:
Όσο γεμάτο το μπουκάλι, τόσο γρηγορότερα βυθίζεται.

Ξόδεψα τα χρόνια περιμένοντας
' κείνο το μήνυμα που προορίζονταν για μένα.
Κι όταν η θάλασσα μ' απογοήτευσε,
στράφηκα στον ουρανό. Εκεί,
που παρόν και παρελθόν θα συμβεί σε μια στιγμή,
είπα μήπως και προλάβω.

Αστέρια μου, ποια ευχή σας ναυάγησε
και πηδήξατε στο κύμα να σωθείτε;
Ναύτες μου, δίπλα σας! Νησί!
Δεν το βλέπετε, ολόγιομο φεγγάρι;

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Κατά χρόνον ευαγγέλιο, 2012
ενότητα ΙΙΙ, Η πινακοθήκη της Αλεξάνδρειας

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Το βιβλίο της ζωής


















Ο άνθρωπος είναι, η της Ζωής προσπάθεια
να καταλάβει τον εαυτό της.
Ένας σελιδοδείκτης,
παρόν, χωρίζοντας, αδιάβαστο ακόμα
από εκείνο που έζησε κι έγινε. Κι ετάφη
πρόχειρα καθώς αλλάζει η σελίδα.
Σφηνωμένος καταμεσής
γραμμάτων στοιβαγμένων. Μιας ζωής
που μόνο υπάρχει, καθώς διαβάζεται.

Κανένα ποτάμι δεν γλύτωσε τη θάλασσα.
Νεκροί που ξέρετε ακριβώς την ώρα και σεις
ανυπόστατοι που αναμένετε τη φωταψία, πέστε μου
είμαστε εκ των προτέρων παρελθόν,
μέλλον των παλαιοτέρων,
στη ζωή ανήκουμε ή στην ανυπαρξία
ή μήπως συνυπάρχουμε στα μάτια σας
                ως λέξεις στο χαρτί, ταυτόχρονες;

          Κι ό,τι ζήσαμε, ατέλειωτη, το ξαναζούμε, ώρα.
          Κι ό,τι λαχταράμε βρίσκεται στην αγκαλιά μας τώρα.
          Κι ό,τι κρατάμε πιο σφιχτά, ήδη για μας χαμένο.
          Κι είμαστε ταυτόχρονα κι όνειρο κι έρημος και θεός
          σταυρό, αναμένοντας, και σκοπό και μπόρα.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Κατά χρόνον ευαγγέλιο, 2012
ενότητα ΙΙ Η βίβλος της ερήμου

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Η πρώτη μέρα


Συνέβη μια ωραία μέρα. Η ανατολή έτρωγε σιγά σιγά το βράδυ από τις άκρες, οι μέλισσες κινούσαν νωχελικά για τις δουλειές τους και τα δέντρα, όλα στη συναγωγή με τα χέρια ψηλά. Τα φύλλα τους, στο πόδι, τον ήλιο περιμένουν για να πιάσουν δουλειά. Στις γωνιές το χώμα, ξαπλωμένο μπρούμυτα, αγουροξυπνημένο ανατριχιάζει, η πλάτη του απ' τα δάχτυλα τα ακτινοβόλα κι ορθώνονται μυριάδες λουλούδια, χίλια χρώματα.
     Συνέβη, λοιπόν, τότε. Αίφνης, ο ήλιος άρπαξε το πινέλο κι άρχισε να μπογιατίζει φως την πλάση. Τα σύννεφα εμφανίστηκαν αιματοκυλισμένα, το πλευρά τους τρύπια από δόρατα χρυσά. Ένα ορμητικό ρεύμα ζωής φύσηξε από ένα παράθυρο που κάποιος άφησε μισάνοιχτο ενόσω ερωτευόταν, έτρεξε γοργά μέσ' απ' τα δάχτυλα των δέντρων κι από κει στο χώμα και πίσω, στην αγριεμένη θάλασσα, όπου χιλιάδες πρόβατα κινούνταν όπου τα σπρώξει ο άνεμος.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άρχισε να βρέχει κι ένιωσα να λυτρώνεται η δυστυχία ολόκληρου του κόσμου. Ένα παιδί γέλασε ασυνάρτητα, λες και μου χάριζε κάτι ή έφερνε καλά μαντάτα από μακριά στον χρόνο. Η πνοή που φυσούσε έπαιρνε σκόνη το δέρμα μου, το ράντιζε στην πλάση κι εκείνη σπινθήριζε περισσότερο, νότιζε και γινόταν λίπασμα.
    «Πού πάω, μάνα;» ρώτησα με αγωνία. «Εκεί όπου ανήκεις», μου απάντησε, «μα, σκορπίζω» της είπα κι εκείνη, τότε, έφτιαξε ένα δοχείο με τις δυο παλάμες της, πήρε μια χούφτα χώμα και το άφησε να τρέξει αργά ανάμεσα απ' τα δάχτυλα. «Μα τις λές;» αντιλόγησε, «αφού όλος εδώ είσαι, μες στην αγκαλιά μου».

                     Στο θάνατο σκορπίσου
                     επάνω. Να σε φορέσει αυτός,
                     να μην τον ντύνεσαι εσύ,
                     μόνο έτσι έρχεται στα μέτρα σου.


Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Εξορία στη γέννηση, 2015
Επίλογος

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Τ' αρχαία τα μάρμαρα

Τ' αρχαία τα μάρμαρα ζωντάνεψαν μέσα στη χλόη
ραντίσματα βροχής με ήλιο του Μάρτη.
Το φως ποτέ άλλοτε σου φαίνεται δε λάμπει σαν
και τώρα.

Μην ανοίξεις να δεις πιο μέσα.

Όλα τ' αγάλματα χαμογελούνε στο μουσείο.
Κορμοί σπασμένοι και κιονόκρανα στους παιδικούς
μας λόφους.

Αυτά τα μάρμαρα είναι δικά μας σαν τον ήλιο μας,
βόσκουν χωμένα στο γρασίδι σαν τα πρόβατα.
Δεν έχουν μνήμη και δεν ξέρουν να θυμούνται.
Νιώθουν την άνοιξη ως τις ρίζες τους κι αναταράζονται,
ξυπνούν, και πέφτουνε ξανά σε λήθαργο σαν τη
ζωή μας.

Κώστας Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Έκλειψη, 1974

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Μάταιο

Και τι είναι η Θλίψη, παρά τραγούδι του αυτόχειρα
με στίχους κλεμμένους από επιγραφές
ανάγλυφες, των νικημένων, στο σκοτάδι.

Και τι είναι η Λησμονιά, παρά μιαν άπληστη κυρά
που στα χαρτιά ποντάρει ό,τι αγαπήσαμε
μα ο Χρόνος τη εξαπατά με τεχνικές ποικίλες.

Και τι είναι ο Έρωτας, παρά δυο άνθρωποι
ανίκητοι ο ένας για τον άλλο
που ο ένας τον άλλο αψηφά
κι επιλέγουν αμφότεροι να κρατήσουν Θερμοπύλες.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Η Διάβολος, 2011

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Οδοιπορικό Ι















Κάθονται οπουδήποτε και ξαποσταίνουν
ανεπαρκείς απέναντι στο φορτίο της εποχής.

Κάθε βήμα τραυλίζει αμφιλεγόμενη επιλογή
βάρος μετακινώντας από την περισυλλογή στο άγνωστο.
Πικρό χώμα το πρώτο πέλμα φίλησε. Είναι αργά πια,
είναι αργά για το πίσω πόδι.
Δάνεια δεν δίνει η απόφαση. Παρά μόνον το βάρος
άνισα κατανεμημένο ανάμεσα σε ορμή και σε μετάνοια.

Διστακτικό πόδι παρεμβάλλοντας
λίγη ακόμη απόσταση επιβάλλοντας.
Είναι αργά,
είναι αργά πια για θάρρος. Μέλλον δεν ανακόπτεται.
Κάθε τάφος κι ένα βήμα που σωριάστηκε μπρούμυτα.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Κατά χρόνον ευαγγέλιο, 2012

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Ωδή στους ηττημένους ήρωες


Τους ανθρώπους που αγαπούν να τους φοβάσαι. Ακόμη ελπίζουν. Κοιμούνται με ανοιχτή την ψυχή, σε πείσμα του χειμώνα. Ξυπόλητοι περπατούν πάνω στις γνώμες των ανθρώπων, τραγουδούν δυνατά, πολεμάν δράκους και χορεύουν στα στενά, πηδώντας πάνω από βελόνες και χαλάσματα ως τα παιδιά, υπερνικούν τα κάγκελα της αλάνας ή κατακτούν πύργους πανύψηλους.
Τα βράδια, σαν πέσει κεραυνός, δειλά μεταξύ τους ψιθυρίζουν. Ύστερα κλαίνε με λυγμούς, ψηλώνουν, βγάζουν γένεια, γρατζουνάν στο μέτωπο ρυτίδες και. άστεγοι στον χρόνο, κρεμούν τον εαυτό τους από την θηλιά μες στη ντουλάπα. Το αυριανό τους σιδερώνουν πρόσωπο, να επιβιώσουν.

Σε αυτούς απευθύνομαι, οι υπόλοιποι,
                                                             δεν με χρειάζεστε.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Εξορία στη γέννηση, 2015
Ενότητα : Μονόλογος ΙΙ

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Το παράπονο του Λαζάρου

 

Μη με παρεξηγείτε, δεν ήθελα - και ποιος θα 'θελε;-
η γαλήνη να μου στερηθεί. Με σκέφτηκε;

Ν' αφυπνίζει ήθελε δίχως θαύματα,
τι με σηκώνει από τον ύπνο τον βαθύ.
Με ρώτησε αν τον χόρτασα, εμένα, στη ζωή;
Κι αν πέθανα νέος, γιατί ν' αγανακτήσει.
Ξέρει τι είδα στην αντίπερα την κτήση.
Ήταν η ζωή μου τόσο πια μοναδική
που νόμο έπρεπε να παραβεί, να μ' εξυμνήσει;

Μη με παρεξηγείτε, δάκρυα δεν κυλούν από χαρά.
Μοναδικός θα περιφέρομαι, να ξεχωρίζω. Όχι ήρωας,
μα πιόνι βασιλιά. Μόνος επιζών, όσο αυτός τη νίκη κυνηγά.

Μη με παρεξηγείτε, το χέρι του δεν το φιλώ.
Κάτω προσπαθώ να τον τραβήξω. Να σας σώσω.
Μαζί του να ξαναταφώ.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Κατά χρόνον ευαγγέλιο, 2012 

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Βροχή

photo: by magnesina (deviantart)
Γέννηση ζωής, σταγόνα νερού αμόλυντου.
Απ' το χάος του ουρανού αποκόπτεται και πέφτει.
Μονάχα η ψυχή
ορμητικό αγέρι που την μεταφέρει
κολακεύει πρόωρα την πλάτη της θαλάσσης.

«Προσέξτε με» φωνάζει
«Από μένα θ' ανθίσει αυτός ο κόσμος.»
Αδιάκοπα γυαλίζει
καθρεφτίζει τη στιγμή τριγύρω της.
Και λίγο πριν χαθεί,
κουρνιασμένη μες στο άγχος της ύπαρξής της,
βαφτίζει την πτώση της επιλογή
ξεχνώντας πόσο μακριά
κατοικεί πια από τον ουρανό.
Μες στη μπόρα χάνεται, γίνεται θάλασσα.
Κρατά τη στιγμή με δάχτυλα πλεγμένα
κι αμυδρά ταράσσει την επιφάνεια.

Κι έτσι
οι σταγόνες γίνονται βροχή.
Συμπορευόμενες, ίδιες
μα τόσο η κάθε μια διαφορετική.
Όρθιες πέφτουν στη σειρά, ανήλικες.
Κι η συμβολή τους, ένα δράμι
στην ανύψωση της θάλασσας.
Στον αγώνα της αβύσσου
να φτάσει την παντοκρατορία του ουρανού.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Η Διάβολος, 2011

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Μέθη


Μες στο λάθος αναγεννιόμαστε αιώνιοι.
Ξεκουρδίζεται ο κόσμος. Τόσο ξένος
όσο το σώμα μετά τον έρωτα. 

Χθες βράδυ, μίκρυνα επικίνδυνα, 
Μια πελώρια σκιά με σίμωνε μια, 
μια ξεμάκραινε. Κρύφτηκα,
σε μια παλιά φωτογραφία. 
Άχρηστες όμως οι κρυψώνες, αφού ξέρεις,
φάντασμα της νύχτας, δεν υπάρχει.
Τα άγνωστα βήματα που ακούς, δικά σου μόνο
κι η βρώμικη ανάσα, όχι τέρατος. Εσύ, 
αειθαλές παιδί σ' ένα κορμί, ναυάγιο. 

Σκιά τρομακτική μα οικεία, θυμήσου
κάθε φορά που κοιτάζεις στην ντουλάπα,
κούτες παιχνίδια, τα ρούχα, τα παπούτσια,
την δική σου βρίσκεις, ηλικία παιδική.

Καινούργια μέρα. Ο ήλιος
επιβάλλεται στο δώμα.
Χρυσό το σκήπτρο του, χαράσσει
χαμόγελα στο στόμα. Μόνο οι μπουκάλες
παραταγμένες στο τραπέζι, μαρτυρούν
πως εχθές βράδυ
με απάτησα με τον εαυτό μου. 

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Εξορία στην γέννηση, 2015
Ενότητα : Οι νάνοι

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Ύμνοι του παραλόγου


                                    στον Αλμπέρ Καμύ

1 - Ο ύμνος του παραλόγου

Να ξεκινάς Οδύσσειες,
ενώ βλέπεις
πως η Ιθάκες αλλάζουν συνέχεια θέση.


ΙΙ - Ο ύμνος της ματαιότητας

Να σου παίρνει μέτρα ο θάνατος
κι εσύ ν' ανησυχείς
πώς θα φανείς μες στο κουστούμι.

- Ωραίος που 'ναι ο νεκρός.
Απλώς τοπίο.


ΙΙΙ - Ο ύμνος της πίστης

Αμυγδαλιά να εμπιστεύεσαι
καθώς, χειμώνας, γύρω
διαρκώς σε ταπεινώνει.


IV - Ο ύμνος της ήττας

Να τριγυρνάς γυμνός
ενώ όλοι γύρω μασκαρεύονται
τις νίκες τους.

- Ανθίζει κι η αποτυχία, απλά προς το μαβί.


V - Ο ύμνος της αγάπης

Τόσο δικό σου,
που το συνέτριψες στην αγκαλιά.

- Αλίμονο σε όσους αγαπάνε!
Φορούν ανδρεία πόδια,
μα σε δειλό χώμα περπατούν.


VI - Ο ύμνος της ύπαρξης

Αυτό είμαστε
Ζωή κοντή επάνω σε ψηλά τακούνια.
Απεγνωσμένη να φανεί πάνω από τη σκόνη.


Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Εξορία στην γέννηση, 2015
Ενότητα : Μονόλογος Ι

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Ανάσκελα


Συγγενεύουν, νεκροί και ζωντανοί, το βράδυ.
Ανάσκελη η εικόνα τους, ακίνητη.
Χώμα αγναντεύοντας, δαύτοι, για ουρανό
κι εμείς, λευκό ταβάνι για ταφόπλακα.

Τις νύχτες, οι νεκροί αγαλλιάζουν.
Μακάριος ο ύπνος δίχως πρωινό!
Τόσο φως,
εκβιάζει μιαν αίσθηση ευτυχίας.
Στο σκοτάδι, λευκό πανί
μέσα σε άπνοια φωτός οι ζωντανοί.
Αναμένουν την αυγή,
ζωή να τους φουσκώσει
ή, έστω, ένα όνειρο
λύτρωση, πάνω τους, να φυσήξει.

Όχι! Μόνη αλήθεια πως οι νεκροί ζηλεύουν,
εμάς, το βράδυ
μαζί γιατί θαβόμαστε, στο κρεβάτι, αγκαλιά.
Δυο λόγχες δίχως πόλεμο. Παρατημένες*
στου παραμυθιού τη ζεστασιά.
Χαρά ερωτοστολισμένοι
σαν, ο χρόνος μας ρυτίδεςγρατσουνά.

* αναφορά στο ποίημα του Robert Frost "Soldier"


Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Εξορία στη γέννηση, 2015
Ενότητα : Μονόλογος Ι

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Ο καλλιτέχνης Ι


Ο καλλιτέχνης, στο επίσημο δείπνο της κοινωνίας,
απομονώνεται στο μπαλκόνι
ν' ακούει καλύτερα τ' αστέρια.

Το επιπλήττουν τα ραπίσματα του ανέμου.
Μούτρα του κρατά η νύχτα
υπεροπτικά γυρίζοντας το πρόσωπο.

Έχει πανσέληνο.
Σκιές γιγαντώνονται σε τεράστια κερκίδα.

Ο καλλιτέχνης ασκείται μόνος στο άλμα εις βάθος.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Κατά χρόνον ευαγγέλιο, 2012
ενότητα ΙΙΙ Η πινακοθήκη της Αλεξάνδρειας  

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Οι μεταμορφώσεις του ειδώλου

ΙΙ

Αν φυσούσα πάνω σε ξερά φρύγανα,
θα 'πιαναν φωτιά.

Από ποιες άφαντες ραγισματιές γλίστρησες μέσα μου,
κι είμαι όπως τρέμουν τα λουλούδια και τα φύλλα,
όταν περνάει ο αέρας;

Σε ποιες υπόγειες κρύπτες ρίζωσες έτσι βαθιά
κι ολόκληρο με κατακλύζεις,
πάνω απ΄όσο μπορώ και πάνω απ' όσο θέλω;

Σαν αύρα ξαφνική σ' ακύμαντα νερά,
με διαπερνάς και με διατρέχεις.
Με δυναστεύεις κάθετα και καταλυτικά.

Το σώμα μου πάνω στο σώμα σου
η ψυχή σου πάνω στην ψυχή μου.

Αν με φωνάξεις,
κι αν ακόμα έχω πεθάνει,
θ' αναστηθώ.

Κώστας Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Ο ήλιος του μεσονυκτίου, 1991

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Ψευδορκία


Ανακάθισα αναπαυτικά σε πολυθρόνα περίοπτη.
Στα καλά μου ντύθηκα.
εναπόθεσα δύο λάθη δεξιά,
δύο πάθη αριστερά
κι αληθής ορκίστηκα.

Κάθε φορά που ομολογώ
μπρος στο κατήγορο παρελθόν μου,
υπόδικος της εκάστοτε παρωχημένης ανάσας,
κάθε φορά πίσω να κοιτάξω δε φοβάμαι.

Για το παρελθόν μου το κάνω να με δει
όμορφο κι αειθαλή.
Να το εξαπατήσω, να πιστέψει
πώς κάθε μέρα κάνει τη σωστή επιλογή.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Η Διάβολος, 2011

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Το τελευταίο τέλος
















(starry night Vincent Van Gogh)

Να φυλάγεσαι απ' την ανωτερότητα.
Αφήνει γυμνές τις πιο σεμνές ψυχές
στα πιο βίαια βάθη.

Ν' ακούς τη ζωή. Σοφός είναι δάσκαλος.
Μας προπονεί στο τέλος
μέσα από μύριους καθημερινούς επιλόγους.
Ασκήσεις δεξιότητας. Ώστε, σαν έρθει η ώρα,
τον αποχαιρετισμό να παίζουμε στα δάχτυλα.

Κι αν θες να μάθεις γι' αυτή, αρκεί
να βγεις σε βραδινό μπαλκόνι. Απο κεί
ξεκινά το άπειρο κι εκτείνεται και τυλίγει
ομορφαίνοντας το ανέφικτο. Δώρο φέρνοντάς το
κάθε βράδυ συνημμένο σ' ένα όνειρο.
Να χάνουμε χρόνια σχίζοντας περίτεχνα χαρτόνια
σε κάθε περιτύλιγμα να μικραίνει και το δώρο μας.

Ο ουρανός χρειάζεται το ύψος
για να μη θυμίζει θάλασσα.
Το γαλάζιο, αυτό μονάχα, το μοναδικό, το αρχικό
και τελευταίο μας τέλος.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Κατά χρόνον ευαγγέλιο, 2012
ενότητα ΙΙΙ, Η πινακοθήκη της Αλεξάνδρειας