Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανίδου Αρετή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανίδου Αρετή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Σιτιστής


Ακούγονται αλυχτίσματα όλη τη νύχτα και ουρλιαχτά. Ο σιτιστής ξαγρυπνά. Βλέπει τα πρόσωπα που στον σκοτάδι μακραίνουν και γίνονται ρύγχη. Που αναστατώνονται κι αδημονούν όταν οσμίζονται τη σάρκα. Αυτιά που γίνονται μυτερά και ευκίνητα και κρύβονται ακίνητα, μόλις κυματίσει ανάσα τον αέρα.
Ακούγονται αλυχτίσματα όλη τη νύχτα και ουρλιαχτά. Πολλοί ταράζονται στον ύπνο τους. Τα μικρά παιδιά χώνονται στο κρεβάτι των μανάδων τους. Μες στο σκοτάδι ξεγελιούνται πως είναι εφιάλτης τα κόκκινα τους μάτια και οι κυνόδοντες που γυαλίζουν κάτω απ' τα χείλη τους, τα σουφρωμένα για φιλί. Μες στο νανούρισμα ακούγεται κι ένα γρέζι. Σφυρίζει σιγανά και λίγο λίγο το πάει σε γρύλισμα. Μπερδεύεται με τα ροχαλητά, διαφεύγει ...
Όσοι ξυπνήσουν το πρωί γλυκίζουν την καινούρια μέρα με το χασμουρητό τους.
Ο σιτιστής σκύβει πάλι στη σούπα του.
Μπας και νικήσει αυτήν την άγρια πείνα
που απλώνεται στον κόσμο
σαν λεκές ...

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Χαράζει ο άλλος μου εαυτός, 2015

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Πρωινό στον κάμπο


Απ' την αυγή
το χνώτο του αέρα θρυμματίζει τα χρώματα
κι αυτά ξεθαρρεμένα
συντάσσονται κατά την ηλικία τους
Σε μια ταξιαρχία τα νεαρά γαλάζια
σε άλλη τα υπερήλικα
Των λευκών πελταστών οι ίλες παντού
κυρίως οι ευέλικτες των νόθων

Το Φως αράδιασε τα όπλα του
Τράβηξε μια δαχτυλιά αστραφτερό λευκό
μες στο χωράφι
Πίσω στρατιές μεικτές τα μπλε και πράσινα
απ' όλες τις φυλές τους
Καμπούριαζαν ανάμεσά τους λίγα καφετιά
λικνίζονταν δυο τρία χρυσοκόκκινα
Στο σάλπισμα του Απρίλη
όρμησαν στο ανύποπτο βλέμμα της
και σάλεψαν οι πιο βαθιές σκιές του

Άρχισε να δαγκώνει η ομορφιά
Να δοκιμάζει πείρα κι αντοχές
και να ξυπνούν θαμμένα σείστρα
στο χώμα που πατούσε
Το φως αράδιασε τα όπλα του
Λίγο πιο κει το τίποτα
λίγο πιο δω ο τρόμος


Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Χαράζει ο άλλος μου εαυτός, 2015

Μαμά έχω κι εγώ μαύρη οργή:


Μικρή και ναρκωμένη μέσα σου θηλάζει
Όποτε όμως θεριεύει να θυμάσαι
Να την κρατάς από τα κέρατα
             και να την οδηγείς
έξω από την ευγένεια που όρθωσες
Μη γελαστείς και την αφήσεις λάσκα
Είναι τυφλή και γίνεται αδηφάγα

Προπάντων μην της ψιθυρίσεις «όρμα»
γιατί κοντά της πρώτη είσαι εσύ
Εύκολα θα γυρίσει να σε φάει
που μια ζωή την είχες λιτοδίαιτη

Μαμά μυρίζει το σκότος;
Όχι    Μονάχα τη βουή του ακούς
Σηκώνεται αέρας στα βαθιά
Μανιάζει      Αναποδογυρίζει τα βουνά
Καρφώνονται στο χώμα οι κορυφές
Σκουληκιασμένο το φεγγάρι ξερνά τα σωθικά του

Σκάψε με λύσσα μέσα σου
ώσπου να πιάσεις άστρο ......Φυλάξου εκεί
Τέτοιος αέρας ξεριζώνει από το χώμα
                         ως και τις σκιές

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Χαράζει ο άλλος μου εαυτός, 2015


Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Η φωτιά
















Ώρες την κοιτούσα και την άκουγα
Με κείνα τα κοφτά της κάπα και τα πι
τα γάργαρά της ρο και τα χρυσά της σίγμα
τ' αέρινά της φι που τα 'σερνε ένα λάμδα κι ένα ταυ
μες στο λαμπρό κι απόκρημνό της στόμα.
Κρατούσε μακριά τα άγρια ερωτήματα
μόνο τα μάτια τους γυάλιζαν στο σκοτάδι.

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Αδέσποτα

Αναμέτρηση














Αγρίευε η θάλασσα στον ήλιο.
Ένα άλογο
δοκίμαζε το αλάτι στις οπλές του.
Στον παφλασμό αιώρα η μαύρη χαίτη
έσπασε, θρίψαλα ο αέρας γύρω απ' το κεφάλι του.
Πιάσε αν μπορείς τα κρόσσια του
ή δες τα διαλυμένα μες στο φως.
Τρύπωσε μες στον χρόνο και άλωσέ τον.
Βρες ιερέα να σε βαφτίσει στο βάμμα του φωτός.

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Αδέσποτα

I (Τραγανίζω την ψίχα ...)












 






 photo by Müge Başak



Τραγανίζω την ψίχα από πράξεις κι ανεπαίσθητες χειρονομίες.
Τους άνοιξα το κέλυφος, όπως ανοίγεις το μισογινωμένο αμύγδαλο.
Τρέφομαι με ό,τι κι ο δροσερός αέρας στο νυχτωμένο πέλαγος.

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Η μικρή μου βδομάδα 

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

IV (Ο Θάνατος ατάραχος αντίκρυ ...)















Ο Θάνατος ατάραχος αντίκρυ.
Κοιτάω ολόγυρα, συνεχίζω την αγάπη μου.
Αυτός εκεί.
Αργές κινήσεις. Σίγουρος.
Τίποτα δεν τον βιάζει. Πράος.
Αβρός, ωστόσο αντίκρυ.
Φορώ την αθώρητη μνήμη του - τι γενναιδωρία -
και παλιώνω. Μεθόρια,
με στολίζει μ΄Ελλάδα επιστήθια,
λεβέντικο έαρ και γλυκύ.
Ρωμυλία.
Γλέντι και πένθος, τα ίδια πατήματα.
Φτάνουν στην κόρη μου. (Της τα δείχνω
να μαγεύει τον φόβο της.)
Μ' αυτήν τη μισοξεχασμένη προίκα τον ζυγώνω
αντίδωρα σε μιαν εγγύτητα που άρχισα να απολαμβάνω.
(Σκέφτηκα να τον πω Κυρ Θάνατο, να του υποκριθώ, ξέρεις,
πως τον γνωρίζω.)
Σαν δάσκαλος μεγάθυμος στο μισοσκόταδο
διόρθωνε με τρυφερότητα τον τρόμο μου,
μου 'δειχνε πότε πότε την πατρίδα του στον χάρτη,
λίγο λίγο, να το αντέξω,
με ημέρευε.
Κι ως να το νιώσω,
χειροτεχνούσα αντίκρυ και μαζί του τη ζωή μου.
Παντοτινός.

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Φιλοξενία

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

III (Χειμώνας. Μεσάνυχτα τρυφερά ...)



















Χειμώνας
Μεσάνυχτα τρυφερά.
Το φεγγάρι κοιτούσε χαμηλά, λίγο πιο πάνω απ' τα φώτα της πόλης. Σιγοέσβησαν στον βραδινό νοτιά οι καληνύχτες και τα γέλια,
αλάφρωσαν τα φιλιά.
Χάθηκαν στο σκοτάδι τα βήματα των φίλων.
Η σάρκα τους άνθιζε πρόθυμη στο στόμα μου.
Ιδού η μετάληψη.

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Φιλοξενία

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Άντρας 1ος (τρίτης ηλικίας)


Γαντζωμένος από 'να  βλέμμα, μέρες ολόκληρες σιωρούνταν στην πιο γυμνή κι εκκωφαντική μοναξιά. Γλίτωσε γλιστρώντας σε δυο χοντρά δάκρυα. Χοντρά σαν ζυμωτό καρβέλι. Κάπου κάπου τους κοίταζε. Στα εβδομήντα του ξανάρχισε το κάπνισμα, ρουφώντας το τσιγάρο με τη μια ως τη μέση. Σαν να 'παιρνε απ' τον καπνό ό,τι του χρώσταγε η ζωή.
Καμπούριασαν, λίγνεψαν οι ώμοι του. Μόνο στα μάτια του ξεσπούν συχνά οι καταιγίδες, όταν κάτι στο άγγιγμα της κόρης του ξυπνά τον αποκοιμισμένο πόνο του. Αφήνει τότε τους νεκρούς του και μ' ένα σάλτο πανύψηλο και σταθερό προσεδαφίζεται στο παλιό του χρέος, έτοιμος να δώσει παραγγέλματα και συμβουλές, να επινοήσει καινούριες ιαχές, ν' αναγκαστούν οι Μοίρες να ξανασταθούν πάνω από κείνη την μπλε ξύλινη κούνια. Του κάκου. Στέκει βουβός. Μερεύουν κάποτε τα μάτια του από κούραση και άιντε πάλι στα μνήματα. Βολεύει το λιπόσαρκο κορμί του σ' ένα ξεφτίδι της ζωής. Το λένε καλοσύνη τα ερημωμένα μάτια του. Σώπασαν κι αυτά σαν απόμερα λημέρια. Από το φως τους αποδήμησαν τα αιματηρά φορτία, σκουλήκια που 'γιναν πεταλούδες και πέταξαν κσι τον άφησαν αδειανή φωλιά. Καπνίζει.
Κι ανθίζει η κάφτρα ξαφνικά στα δάχτυλά του και στο χρέος του. Κρατάει σφιχτά την αστραπή
κι όταν οι δεκαοχτούρες διακονούν τα μεσημέρια
αυτός κοιμάται με τον κεραυνό στο χέρι
σαν τον Αϊ-Γιώργη περιμένει το θεριό.
Αλλά στο χέρι του που τρέμει
δεν απειλεί ο κεραυνός.
Ένα απλό τσιγάρο σιγοκαίει
σαν το φουγάρο από πλοίο που ξεμάκρυνε.

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Ορυκτά

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Γυναίκα 1η (τρίτης ηλικίας)


Τα σπουργίτια απ΄το πρωί ροκάνιζαν τον αέρα. Και στα ορύγματα που άνοιγαν τα ράμφη τους, ησύχαζαν οι μέλισσες κι οι πεταλούδες. Στις πυκνές φυλλωσιές ένα αεράκι ανεβοκατεβαινε στα κλαδιά ατίθασο, γελώντας ανέμελα. Οι πέτρες στη σκάλα και στο φαρδύ σαν μπαλκόνι πλατύσκαλο ήθελαν γυάλισμα. Να ζωντανέψει το λιπόθυμο χρώμα τους. Με προσοχή όμως.
Να μη χαθούν ολότελα οι λέξεις, που αχνοφαίνονται στα σκαλοπάτια σκόρπιες.
Ήταν τα ξωτικά της, που κάθε βράδυ ένα ένα ή όλα μαζί σηκώνονταν σκονισμένα, μισεμένα μα πάντα πειραχτήρια, και της ανιστορούσαν αστείες ιστορίες απ' τον καιρό που οι δικοί της έφτασαν απ' τη Βάρνα. Ήταν αυτές οι ιστορίες που την κράτησαν στη ζωή, ώσπου ξεβράστηκε στα εξήντα οχτώ της χρόνια σε μια φτενή κι αδύναμη αγάπη. Φτενή κι αδύναμη, μα αγάπη. Και μια νύχτα, που θαύμαζε τη γέρικη ζωή της και γλύκαινε η μετάνοια παλιές κακίες, άφησε κι η ίδια τη λέξη της στο πρώτο σκαλοπάτι. Δυσδιάκριτη.
- ΜΟΝΗ. Μόνη; Επι-μονή. Υπο-μονή. Κατά-μονη;
Άλλες θ' ακούνε, χρόνια μετά, αυτό το ξωτικό τα βράδια και θα αποβιβάζονται σε δροσερό πρωί με τα αγριολούλουδα του Αυγούστου ν' ανθίζουν ατάραχα
το μπλε-λιλά τους στο λιβάδι
και να το κάνουν αδιαπέραστο στη θλίψη.

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Ορυκτά

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Καλόγερος

























Καθόταν στο μισοσκόταδο χαμηλοτάβανου κελιού κι άναβαν γύρω του δώδεκα φλόγες σε άφαντα καντήλια (μύριζε η καπνιά τους ψαλμωδία). Ο ήρεμος καλόγερος τακτοποιούσε τις πτυχές του ράσου του, με τα μακριά λευκά του δάχτυλα. Έκλινε το κεφάλι του αριστερά κι ύψωσε θαλασσινή αύρα τη ματιά του. Τι ομοφιά, σκεφτόμουν, και πόσο πένθιμη.
Σβήστηκαν τότε οι δώδεκα προσευχές κι ένιωσα μες στο σκοτάδι πως ήθελα πολύ να πιστέψω.
Μα έξω απ' το κελί - και στην ψυχή μου - έλαμπε ο ήλιος αδιάντροπος κι ο σκονισμένος δρόμος ανέβαινε στο βουναλάκι με τις οχιές και τα κυπαρίσσια.
Ο αέρας μύριζε ρίγανη και λεβάντα,
τα μιλισσάκια προσπερνούσαν τις καυτές πέτρες της άσπρης παραλίας
κι ανέβαιναν,
ολοένα ανέβαιναν,
σαν τη λαχτάρα μου να ζήσω στις αγέννητες λέξεις
διαβάζοντας το δέρμα που γλυκαίνεται στο χρόνο,
πιο πέρα απ' αμαρτία κι αγιοσύνη. Μεθόρια.


Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Ορυκτά  




Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Έλα






















(painting by Elena Ilku)

Έλα
Η θλίψη μου έχει κι αυτή περάσματα
Μπορείς να τη διασχίσεις

Τα αμίλητα πλατώματα και τα ψιθυριστά νερά της
Τα πλανταγμένα της φωτάκια, τα ασάλευτα τραύματά της
Το πένθος που κρατά την ανάσα του, την ανάσα μου,
                                                              την ανάσα μας
Τους κήπους της που αναπλάθει συνεχώς
Και στις καυτές της πέτρες, στις αμμούδες
- μισές πέτρες, μισές γλυπτά -
Άπλωσε την παγωμένη λιμνούλα των ματιών σου

Μπορείς να τα επισκεφτείς σαν ξένη χώρα
                                 μες στη χώρα σου
Κι έχει μια έξοδο πελώρια στα μάτια μου
- μη ρωτάς πώς το αντέχω
τέτοιο άνοιγμα.
Αντέχω -

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Ορυκτά