Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυρίτση Ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυρίτση Ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Υπερσιβηρικός























painting by Bryce  Cameron Liston


Μας βαρέθηκε κάποτε η διάρκεια
κήδεψε εκείνη τη βαλίτσα που ταξίδευε
προς τα όνειρά μας
στα πόδια του χρόνου μας πέταξε
άκρες ματωμένες ήμασταν, μέλη και σκέψεις
κι αποστάσεις απ΄τις επιθυμίες μας.
Η ύπαρξη κρέμεται ακόμη στα τρυφερά μπράτσα μας
ακόμη τεντώνουμε οράματα, μα πως φοριούνται
ξεχάσαμε να το πιστεύουμε.

Ξυπνάμε άκαιρα (και ανώφελα)
σ' ένα παραφωτισμένο καρέ.
Κάπου στ' ανοιχτά
έναν προσωπικό θεό
το καταπίνει το κύμα.

Πόσο ανώφελο κι αυτό το καλοκαίρι
Υπνωτισμένοι ήλιοι ζητούν τα μάτια μου για παρέλαση
Προτιμώ τις πλατείες σκεπασμένες με
Χιόνι
         Εκεί που γίνεσαι κομμάτι του
         Τοπίου

Ελευθερία Κυρίτση
από τη συλλογή Χειρόγραφη πόλη, 2013

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

3ος όροφος

















Άνοιξαν οι στεναγμοί
σαν χαρταετοί του γαλάζιου
Σίδερο ο ουρανός
σπάει το βλέμμα
σε μαλακά χιλιόμετρα
θλίψης

Θνητότητα μοιρασμένη
σε ειδυλλιακά βάζα
όμορφα έστεκε
κοντά τη νιότη μας
σχεδόν ακύρωνε το εφικτό

Μιλιά στο στόμα σου
τ' απόνερα του φιλιού μου
δε φτάνουν να το βρέξουν
Τα πληθυντικά σου δάχτυλα φάροι
ραμμένοι στις ράχες των επίπλων

Τ' ακολούθησα μέχρι
τα σημείο της κλείδας του ώμου σου
που ορίζει έναν κόσμο
ενήλικης μη-κατανόησης
στο τέλειωμα της πεζής ανάβασης
του μίσχου προς
τη φωτιά.
εκεί που
μύρισα στάχτη, ρίχτηκα

Ελευθερία Κυρίτση
από τη συλλογή Χειρόγραφη πόλη, 2013

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Εποχές ποίησης
















Γυρίζω συχνά σ' εκείνες τις παράξενες μέρες
Οι τελευταίοι τουρίστες είχαν παραιτηθεί απ' το καλοκαίρι
Τακτοποιούσαν προσεκτικά τις ψηφιακές μνήμες
στις αποσκευές
Και εγκατέλειπαν, επιτέλους, τη φύση
στον άστεγο χρόνο της
Ο τόπος επαρχιακός
Ένα από κείνα τα απομακρυσμένα χωριά των βουνών
(Είχα πια παραδώσει τη θάλασσα σε δίχτυα ψαράδων)
Στο υπαίθριο καφενείο το ξύλινο τραπεζάκι στήριζε
τα χέρια μου
Στη λακωνική επιφάνειά του ξάπλωναν χαρτιά
(Η γυμνότητά τους πιο έκθετη απ΄τους ηλιοκαμένους
παραθεριστές)

Στη μικρή αυλή δημιουργούνταν οι ώρες του φθινοπώρου
Τα χέρια μου είχαν τόσα να πουν
Για τα ολόκληρα φεγγάρια
Τους υπόγειους μπλε κήπους
Τα κορμιά των αγοριών που έβγαιναν απ' τη διάρκεια
της θάλασσας
Τις κορδέλες φύκια
Τους υπόλευκους αυγουστιάτικους αέρηδες
και πόσα άλλα

Κροτάλισε ελαφρά το μάνταλο της πόρτας
Άνοιξε
Μπήκε
Ψηλός κι ανυποψίαστος για το χρόνο
Βλέμμα φευγάτο κι ευγενικό σαν τρυφερή ανωτερότητα
Έπιασε να μιλά ισπανικά
Συγκράτησα σκόρπιες λέξεις σαν πεταμένα κέρματα
Λεγόταν κύριος Κιχώτης
Έίχε ραντεβού με κάποιο νησιώτη κύριο Οδυσσέα, είπε
Του χρωστούσε απαντήσεις
Έκατσε στο τραπέζι πλάι στο τζάμι
Και ατένιζε το φθινόπωρο να λιγοστεύει
Τα χέρια μου δεν κινούνταν
Δεν ήθελα οι λέξεις να τρομάξουν την αναμονή

Πέρασε ολόκληρη εποχή
Τα φύλλα στα δέντρα είχαν τελειώσει
Σηκώθηκε τότε
Άφησε μουντζουρωμένα σχέδια, αινγματικό φιλοδώρημα
Ανέβηκε στο άλογο
Και δε φάνηκε κατά πού τράβηξε

Έτριξαν ξανά τα μάνταλα.
Άνοιξε η κερασένια πόρτα
Μπήκε με μούσια παχιά
Και δέρμα ψημένο απ' το φως
Σε κάτι σκουριασμένα ελληνικά είπαμε περίπου αυτά:
- Έφτασε ο ισπανός καβαλλάρης;
                                                   - Έφυγε
- Άργησα σχεδόν δέκα χρόνια
                                               Κάποια άλλη εποχή, κύριε 

Έκλεισε την πόρτα δυνατά κι απελπισμένα φεύγοντας
Έγραφα πια την ιστορία της ποίησης
Την απουσία
Στις αρχές του χειμώνα

Ελευθερία Κυρίτση
από τη συλλογήλ Χειρόγραφη πόλη, 2013

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Νουάρ
















Τριγύριζα μάταια γύρω απ' τα ίδια περίπτερα
Τα γδαρμένα παγκάκια
Το σούρουπο κρεμούσε ανταύγειες στις λάμπες
Σφύριζα αμέριμνη πως τίποτα δεν
Άλλαξε
Το κασκόλ ανέμιζε στεγνό και σίγουρο:
Πως τα λόγια δεν είναι ικανά να ξαναχτίσουν
Ύμνους, πορτρέτα, αειθαλότητα
Πως τα ενδεχόμενα είναι τόσο πολλά που
Δε συνδυάζονται ούτε σε χοντρά τετράδια
Και η ιστορία γεννάει τα μήλα ακριβώς
Για να διχάζει τους ιππότες της

Είχες γύρει πάνω στην ίδια δικαιολογία
Με τον όνομα ξενιτιά
Θα ήσουν και φέτος πρώτος μετά την άνοιξη
Θα είχες να πεις ιστορίες απ' την άλλη μεριά του Ατλαντικού
Θα ρώταγες πώς πήγαν οι σοδειές
Ποιος έφυγε από το χωριό, κατά πού πήγε.
Αρκετά με τα ξένα.
Θέλεις επιτέλους να μάθεις τι γίνεται εδώ
Αν περισσεύει χώρος για σένα να γυρίσεις
Να μιλήσεις ξανά τη γλώσσα σου
Να ξαναγίνεις ντόπιος

Μετά θα 'βαζες τις ώρες ν' απαλύνουν
Τον παλμό του χεριού μου
Να κουρνιάσουν στις εσοχές
Ν' αφηγηθούν περιοχές πριν φτιαχτούμε
Τα χέρια σου μεγεθυντικοί φακοί
Προσεγγίζουν το άρρητο

Ήξερα πως μόνο αυτό ζητούσα
Να μη μ' αφήνεις στην έξω μεριά του όλου
(Να ζούμε καθημερινά χέρι με χέρι)

Ελευθερία Κυρίτση
από τη συλλογή Χειρόγραφη πόλη, 2013

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Στις εκβολές του Βόλγα























Κάπου σ' ένα λιμάνι χλωμό
Από αλάτι και πέτρα
Μπροστά στους κάβους
Μας είχε συνεπάρει η ιδέα πως η ζωή συνεχίζεται
Χιλιάδες μικροί ναυπηγοί
Ανθοκομούσαν αφρούς
Για την ανακαίνιση των υδάτων

Δεν είχαμε προσέξει τη σκουριά στις καρίνες
Την ανθοφορία του γήρατος
Τα μάτια μας είχαν πολλά νιάτα
Το φως κεντούσε στο δέρμα
Τη συμμετρία της προσμονής
Βόαζαν καπνούς τα κύτταρα
Δεν χώραγε η φθορά στης ανεμελιάς τον εξώστη

Χωράει τώρα όλη τη ζωή

(Και κείνα τα ετοιμόρροπα καράβια
Κρεμασμένα πάνω απ΄τα νερά
Να μας θυμίζουν ότι ξεκινήσαμε από κάπου το ταξίδι)

Ελευθερία Κυρίτση
από τη συλλογή Χειρόγραφη πόλη, 2013

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Η σκακιέρα του Αλεξάντρ Σκριάμπιν















Πλάι στο φωταγωγό, απ' τη μέσα μεριά του τοίχου
Μεγαλώνει από καιρό ένα πιάνο
Έχει μηδενίσει πολλές φορές τις σκάλες της οκτάβας του
Μα συνέχεια ξαναφουντώνει, θυμίζει την παραβολή
Των εποχών που περνούν και ποτέ
Δε χάνονται
Στα κοκάλινα μικρά σκαλοπάτια του
Σπαρταρούν άλλοτε έρωτες κι
Άλλοτε, πιο συχνά, κουρασμένες σονάτες.
Στις σχισμένς τους φυλάσσεται ο ορίζοντας
Του φιλόμουσου
Που υπερασπίζεται παύση με παύση τον κρυστάλλινο
Σφυγμό του τσιμέντου
Μέχρι να τον πουν καντάδα

Θυμάμαι ακόμη τις αθόρυβες επισκέψεις
Στο σαλόνι των θείων που ήταν οι μόνοι
Που από αγάπη και εκκεντρικότητα
Φιλοξενούσαν όλη την ουρά του άβολου επίπλου
Με τον ασπρόμαυρο μανδύα
Αλλά τώρα που η αναπαράσταση της ανύπαρκτης εποχής
Την κάνει να ηχεί πιο σπουδαία
Τώρα που τα σπίτια χαμήλωσαν
Και το πιάνο, όπως κι ο σκύλος, θέλει τις κονσέρβες του
Κλειδώνω την πόρτα απ' την έξω μεριά
Και πάω να συναντήσω την οχλοβοή της πόλης
Που στα χέρια κάποιου εντοιχισμένου ερασιτέχνη
Αναδίνει γωνιές μελωδίας

Ελευθερία Κυρίτση
από τη συλλογή Χειρόγραφη πόλη, 2013