Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαλλίδης Αλκιβιάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαλλίδης Αλκιβιάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Ωδή Πρώτη


Είμαι όλος το σώμα σου
Το κοραλλένιο φιλί σου όλος
Είμαι το στόμα που φίλησες
Κι έγινε στόμα σου
Είμαι τα πόδια που άνοιξα
Με ένα φύλο που πια άλλαξε
Κι έγινε μια ρωγμάτωση σάρκινη
Είμαι η πένθιμη καρδιά που άνοιξες
Και πια δεν γνωρίζει
Για ποιον χτυπάει
Είμαι το σκοτάδι των ματιών σου
Που στην άβυσσο με έριξαν
Και με κατέσπειραν ρίζα
Που φυτρώνει στο αίμα σου
Είμαι όλος το σώμα σου
Ένας λάγνος καταραμένος ήλιος
Που εκπνέει
Την ώρα της δόξας του

Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Το σώμα σου, 2019


Ωδή Δέκατη 'Εβδομη

Είμαι όλος τα μάτια σου
Η σκοτεινότητα και το ανίσκιωτο
Είμαι το απόμακρο βλέμμα
Που καθώς έχει αποκοπεί από την καρδιά σου
Δεν μπορώ να εξακριβώσω
Αν έχει σώσει εντός του λίγη αγάπη
Ή αν έχει μόνο την ανειρήνευτη περιφρόνηση
Ενός λαβωμένου θηρίου
Είμαι όλος τα μάτια σου
Η εμμονική όραση προς το πρόσωπό σου
Που στέκεται εμπρός μου σαν τείχος απελπιστικό
Για να μη μάθω ποτέ
Αν έχει δάκρυα αυτό το θανατερό κοίταγμα
Αν αυτή η πάμψυχρη ομορφιά έχει καλοσύνη

Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Το σώμα σου, 2019

Ωδή τριακοστή

Είμαι όλος η απουσία σου
Ο μείζων χρόνος της απουσίας σου
Είμαι η απώλεια και το σχίσμα της αγάπης σου
Το επίλοιπο του θανάτου
Που ανθεί στη σιωπή σου και στη λύπη μου
Είμαι όλος η απουσία σου
Η απούσα διάνοιά σου
Τα λόγια σου και οι ψιθυρισμοί που με μάγεψαν
Και ακόμη η χαμένη αίσθηση του προσώπου σου
Το ίδιο το απόν πρόσωπό σου
Το άφθαρτο από τη λήθη
Το ασύντριπτο από τη λήθη
Το αδιατρύπητο από τη λήθη
Διότι όπου λείπεις εσύ
Υπάρχω εγώ
Με τη μέγιστη ένταση
Και τον πιο δυσβάσταχτο πόνο 

Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Το σώμα σου, 2019


Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Κισσοί

Κισσοί πλέκουν το ατλάζι τους
φορεσιά για το κορμί μου
Με δένουν από τον καρπό και από τη μέση
Ανεβαίνουν αργόσυρτοι στα μπράτσα
Τυλίγουν το λαιμό
Και με τα χρυσοπράσινα φύλλα τους
μου κλείνουν τα μάτια

Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Μυστικός Άτλας, 2017

Το τίμημα της ελευθερίας

Ω άλογο, αχαλίνωτο άλογο!
Καταγής έριξες τον αναβάτη
και καλπάζεις χλιμιντρίζοντας
προς την ατέρμονη έρημο
Ω άλογο, αχαλίνωτο άλογο!
Σε λίγο θα διψάς αφόρητα
Ο λίβας θα σου καίει τα ρουθούνια
Οι γύπες θα σου τρώνε τα μάτια

Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Μυστικός Άτλας, 2017

Χελιδόνι


Είναι ένα αφηρημένο χελιδόνι
που δεν φεύγει με τα άλλα πουλιά
Κουρνιάζει μέσα στη χούφτα μου
όλο το χειμώνα

Είμαι η φωλιά του

Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Μυστικός Άτλας,  2017

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Παίρνεις τον έλεγχο μέσα στη λάμψη της νύχτας



Παίρνεις τον έλεγχο μέσα στη λάμψη της νύχτας
άγνωστο από ποια δύναμη καθοδηγημένη
κι ενώ έκθαμβος περιμένω να με τιμωρήσεις
για ένα παράπτωμα υποθετικό
απροσδόκητα φυσάς έναν ψίθυρο γλυκό
και τα πόδια μισανοίγεις
σαν τις βαριές πύλες μιας μυστικής αυτοκρατορίας
να ημερώσω τη λέαινα που σε έχει κατακυριέψει
να μεταλάβω τον ιερό πυρετό

 

Θα ξεθυμάνει ο άγριος πόθος σου
μέσα στον τρανότερο αναστεναγμό θα αποτραβηχτεί
στην πιο σκοτεινή άμπτωτη της πλάσης
κι εγώ στον κόρφο σου τον ουράνιο θα κοιμηθώ
σαν δούλος τρισευτυχισμένος

Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Ο ηδονιστής, 2016

Ποτέ δεν γυρίσαμε να κοιτάξουμε πίσω


Ποτέ δεν γυρίσαμε να κοιτάξουμε πίσω
τη νεκρώσιμη ακολουθία των ονείρων μας
βαδίζοντας στο μονόδρομο
όπου δεν χωρούσαν οι πρώιμες αντιλήψεις
και τα πυρετικά σχέδια
που καταστρώναμε παιδιά παίζοντας στο ηλιόφως
γελώντας χαρούμενα
σε μια ξύλινη κούνια κάτω από έναν ανέφελο ουρανό


Τώρα οι μέρες τελείωσαν και βρισκόμαστε μακριά
είναι τόσο αργά για να αλλάξουμε πορεία
για να ξαναπιστέψουμε στα όνειρα
και να βγούμε από το μονόδρομο


Μονολογούμε μια υποφερτή δικαιολογία
πως ήμασταν υπνωτισμένοι
πως παγιδευτήκαμε από πλαστά σήματα


Οι δρόμοι που απορρίψαμε
πάντοτε θα μας στοιχειώνουν σαν δίχτυα
σαν πνιγμένες ζωές


Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Σκληρός κόσμος, 2015

Μια χάρη μόνο σου ζητώ



Μια χάρη μόνο σου ζητώ
να μου αφήσεις ένα ανεξίτηλο σημάδι
Ας είναι μια χαρακιά από μαχαίρι
ας είναι μια πελώρια λαβωματιά
ας είναι σάρκα καταφαγωμένη
ας είναι μια τρομερή πληγή
μια τρομερή, αθεράπευτη πληγή
ώστε όταν κατέβω στους πεθαμένους
να τη δείχνω και να λέω πως κάποτε έζησα
και πως αγάπησα τρελά
εσένα
και αυτό να έχω να λέω για τη ζωή μου


Μια χάρη μονάχα σου ζητώ
μη φοβηθείς να με πληγώσεις
μη φοβηθείς να μου ανοίξεις μια τρύπα μεγάλη
στο χάρτινο κεφάλι
και σε αυτήν την καρδιά τη φλογισμένη
την απερίσκεπτη
κάνε ένα σκίσιμο βαθύ
ποτέ να μη σε ξεχάσει

Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Κανόνας του φόβου, 2013

Το ανθρώπινο κοπάδι


Ερχόμαστε από πολύ μακριά
από ένα λαμπερό, βαθυκόκκινο άστρο,
στις όχθες του χρόνου γεννημένοι,
χορδές που πάλλουν στην ουράνια κιθάρα


Είμαστε πόλοι της λάβας και του πάγου
ορμώμενοι από όνειρα θαμπά,
ανθισμένοι άκανθοι, αποκομμένοι κόκκοι
στην έρημο την άπνοη και το σκοτάδι


Ερχόμαστε από την αγάπη,
από ένα ζεστό, εμπύρετο φως
που στη μετέωρη ψυχή μας αναβρύζει,
καθώς η αχτίδα διασπά τα ακούνητα νέφη


Ερχόμαστε από μέσα μας βαθιά
από μια πλέουσα, υποχθόνια πόλη,
στις φλέβες μας κυλάει το αίμα των προπατόρων
και οι πράξεις που θα γίνουν αναμνήσεις


Μέσα στα χέρια μας κρατούμε όλες τις εποχές
και όλες τις διακλαδώσεις του μέλλοντος
και όσο εμείς γεννιόμαστε, θα υπάρχει θάνατος
και όσο εμείς πεθαίνουμε, θα υπάρχει ζωή


Είμαστε το ανθρώπινο κοπάδι
σε μια γωνιά του ανεξήγητου κόσμου,
δημιουργήματα της τύχης και της ανάγκης,
ανώτερη φυλή του εφήμερου

Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Φωτόνια, 2009

Η μοναξιά του χρόνου


Θα περπατήσω πάλι στους ίδιους δρόμους,
στην ίδια πολιτεία ανάμεσα στο πολύβουο πλήθος,
θα έχω το ίδιο πρόσωπο μα κανείς
δε θα με αναγνωρίζει
και κανείς δεν θα ξέρει πως έζησα σε αυτό το σπίτι,
στης συνοικίας την άκρη
Θα βλέπω χαρούμενος τη φρέσκια μπογιά
και τα καινούργια κεραμίδια στις στέγες,
τον ίδιο, αδύναμο ήλιο
να ανασηκώνεται πάνω από τις χιονισμένες κορφές,
μα θα έχω και στεναχώρια που κανένας γνωστός
πια δε ζει
και άνθρωπος δε μου λέει καλημέρα
ούτε τα παιδιά που παίζουν, ούτε οι γέροι που κοιτούν
και που στα κουδούνια, ονόματα γνώριμα
δεν είναι γραμμένα
Και όμως είναι η ίδια πολιτεία που μεγάλωσα,
με ελπίδα χαράξαμε κάποτε αυτούς τους δρόμους
και χτίσαμε σπίτια όμορφα που τραγουδούν
τα μυστικά μας
χωρίς ποτέ να ομολογήσουμε


Πέφτει το βράδυ παγερό και σαν όλοι το φάντασμα
να φοβάστε,
τους δρόμους έρημους αφήσατε
τρυπωμένοι στη θαλπωρή των ζεστών δωματίων,
στου ύπνου το σπλαχνικό ψέμα
Τριγυρνώ παγωμένος ανάμεσα στα ψηλά δέντρα,
στους δρόμους που κάποτε μεγάλωσα γρήγορα,
μα δεν είναι πια το σπίτι μου εδώ,
δεν κατοικώ
τη γενέθλια πολιτεία που απέραντα αγαπώ


Έρημος στην καταχνιά γυρνώ όλη τη νύχτα,
κρυώνει το σώμα μου και κλαίει η ψυχή μου
για τη Μοναξιά του Χρόνου
του Χρόνου
μακριά από τους ανθρώπους


Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Το χρυσό δόλωμα, 2006

Μυστικό


Έφτιαξα ένα στίχο αθάνατο,
πιο καλοχτισμένο από μια πόλη,
πιο βαθύ, μουχρό από τον ωκεανό,
πιο ωραίο από μια γυναίκα


Τον ψιθυρίζω όλη την ώρα,
τον φέρνω με έκσταση στα χείλη
και δεν ακούω των ανθρώπων τα λόγια
τι μου λένε, τι εννοούν


Σε ποιον να πω να καταλάβει,
πως σε ένα στίχο είμαι δοσμένος,
πως έφτασα σε ένα ασύλληπτο,
απαράμιλλο μυστικό
πως έχω τρελαθεί, πως πεθαίνω
από Ομορφιά


Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Το χρυσό δόλωμα, 2006


Η απροσδόκητη θάλασσα


«Ω! Η θάλασσα!»
μαζεύονταν οι άνθρωποι και την κοιτούσαν περίεργοι
«Ώστε υπάρχει!»
συνωστίζονταν ωσάν μια ανάμνηση ξεθωριασμένη
να τους παρακινούσε να εγερθούν
εμπρός στη θάλασσα
που την είχαν ξεχάσει, που είχαν πάψει να πιστεύουν
πως υπάρχει
και στέκονταν έκπληκτοι, με ψυχή λειψή
εμπρός σε ό,τι είχαν χάσει
και σαν η υπόλοιπη ζωή, όλες οι προσπάθειες
και οι πράξεις
να είχαν χάσει κάθε νόημα και κάθε ανάγκη
Και δεν κοιτούσαν ο ένας τον άλλον παρά μόνον
την απροσδόκητη θάλασσα
που είχαν να δουν από παιδιά, που είχαν πάψει
να αναζητούν
Ποιος τους ξύπνησε καταμεσής του βίου
και τους έδειξε καθαρά
πως η θάλασσα υπάρχει
και πως ό,τι έζησαν ήταν σαν ένα όνειρο χάρτινο,
κυνικό
κι έμοιαζε πολύ ανθρώπινο, πολύ ανελεύθερο
εμπρός στη θάλασσα


Tους χάιδευε όλους με σιωπή,
ο Ανεπίστρεπτος Χρόνος


Αλκιβιάδης Μαλλίδης
από τη συλλογή Το χρυσό δόλωμα, 2006