Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παμπούδη Παυλίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παμπούδη Παυλίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Μακρόνησος



Ποζάρουν για την ιστορία - ποιος να 'τανε ο φωτογράφος;
Έχει αφήσει άραγε τα κόκαλά του στη χαράδρα;

Όχι, δεν είναι εκδρομή
Αυτοί οι αγριεμένοι άντρες έχουνε πάει πολύ μακριά

Το εξωπραγματικό τοπίο, ο βράχος
Έξω από οποιαδήποτε πατρίδα

Μόλις έφτασαν
(Κι όμως θα φτάσουνε ακόμα πιο μακριά, το ξέρουν
Πέρα απ' την αντοχή τους)

Προδομένοι, το ξέρουν
(Από παντού προδομένοι - δεν το ξέρουν)

Η θάλασσα πίσω με χίλια δόντια
Η θάλασσα έκλεισε πίσω τους
Ο ουρανός πάνω τους

Σε άγονη γραμμή από δω και πέρα
Επιβιώσουν δεν επιβιώσουν
Καμιά επικοινωνία πια

Στον κόσμο των ανθρώπων η ζωή τους
Χρόνια στη φωτιά

Σαν σαλαμάνδρα
Κόβεται τώρα στα δύο

Τι θα σωθεί, αν σωθεί
Άραγε
Η ψυχή ή το κεφάλι

Τι θα μπορέσει ίσως κάποτε να αναγεννηθεί

Έστω και με το βράχο μέσα του για πάντα;

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μοβ άλμπουμ, 2012
Ενότητα Β'  Οι συγγενείς

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Τα εννιά παιδιά εφ' ενός ζυγού, στα άσπρα


Πρώτη η Σωτηρία, τα καινούργια της στηθάκια
Κάτω απ' την αφράτη μπλούζα με το κέντημα
Χαμογελάει δύσπιστα. (Θάνατος από σηψαιμία)
Μετά, ο Τάκης. Μικρός κύριος, με θερινό λευκό
Κοστούμι. Παντελονάκι ως τα γόνατα
Ανέκφραστος
(Θα ερωτευτεί την Κρέουσα, θ' αυτοκτονήσει)
Τρίτος ο Γιάννης. Με χωρίστρα
Βλοσυρός. (Θα τον χτυπήσει τρένο)
Πίσω του η Κατερίνα. (Εγκεφαλικό) Δαιμονική
Αγγελική, ωραία
Ύστερα η Χαρίκλεια. Η άσπρη της ποδιά ριχτή
Με τον νωμίτη και τις σούρες
Κρατά χαμηλωμένο το κεφάλι
(Ως το έσχατο γήρας λάθρα βιώσασα)

Έκτη με ύφος πεισμωμένο η Ηρώ
Κοιτάζει το φακό. (Κοιτάζω κι εγώ από μέσα
Κοιτάζουν και τ' άλλα, τα θνησιγενή)
Πίσω, κρατώντας τη από τη μέση, ο Λέανδρος
Με άσπρα ναυτικά. (Κι οι δυο τους
Βαφτισμένοι απ' τον Αλαφροϊσκιωτο
Ταμένοι σε πεζό βίο κι αναίτιο)

Προτελευταία, η Πηνελόπη, με κορδέλες
Κι ακκισμούς. Κανέναν δε θα περιμένει αυτή
Ξυφαίνοντας τις μέρες της
(Μετ από το γιο της θα πεθάνει - ουρία
Σαν από κοκεταρία, μην τη δει ατημέλητη)

Στην άκρη της ουράς, ο πιο μικρός. Κλαμένος
Με την ποδίτσα του και τις φουφούλες
(Αυτόν θα καταγγείλουν πατροκτόνο
Τα αδέρφια του.) Αυτός
Ο πιο μικρός - του 'τυχε ο κλήρος
Ο Νικοντίνος, βαφτισμένος απ' τον βασιλέα
Καμία μνεία άλλη. Χωρίς ίχνη

(Το εφτασφράγιστο το μυστικό
Στους τάφους τους)

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μοβ άλμπουμ, 2012
Ενότητα Β' Οι συγγενείς

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Γ' Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον


Στο Παρθεναγωγείο των αγγέλων
Φίλες παντοτινές.
Μενεξελί μελάνι άκρη δεξιά
Καλλιγραφία
Χέρια πλεγμένα, γιακαδάκια κεντητά
Ρεμβαστικά
Πρόσωπα του βωβού
Ποιοι να 'τανε οι ήχοι;
Χτύποι καρδιάς
Φουρφούριζαν το άσπρο της ποδιάς;
Ένα πνιγμένο γέλιο
Ο βόμβος της ακοίμητης μύγας της Ιστορίας;
Φυσούσε απ' τα δυτικά του μέλλοντος
Θρόιζε η χάρτινη ζωή;
Χτυπούσε το κουδούνι διάλειμμα;
Ξεχύνονταν
Κατέβαιναν με βιάση, σκέψεις μπερδεμένες
Τις σκάλες των μαλλιών;
Η Αριάδνη, η Κλεάνθη
Κι άλλες δυο
Ίσως αναγνωρίζονται
Ποιες να 'ταν;
Ξεθωριασμένες Χάριτες στα δεκατρία

Ιούνιος
Ψιλό ψιλό χιονάκι λήθης, άκρη αριστερά

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μοβ άλμπουμ, 2012
Ενότητα Β' Οι συγγενείς

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Ελένη


Είχε πατέρα ξωτικό, νεράιδα μάνα, μάγισσα γιαγιά

Και έπεσε η Ελένη
Σαν μήλο κάτω απ' την ομίχλη

Διεκδίκησε κληρονομιά φτερών μεγάλων που
Καθώς ριζώνανε
Πλήγωναν την καρδιά και το μυαλό της

Δραπέτευσε από σπίτι όλο ρεύματα
Από γονείς ανήλικους
Παντρεύτηκε, μαθήτρια ακόμη
Λαχταρώντας οικογένεια γήινη

Ματαίως

Μεγάλωσε τον εαυτό της και την κόρη της
Γενναία, χωρίς άντρα

Σήμερα η Ελένη
Πλάσμα από μετάξι και ατσάλι
Πάγο και λάβα
Με λάμψη ολόγυρά της, σπάταλη
Και στο βυθό της, εξαργυρωμένη
Σε ασημένια τάματα ευχές

Έντιμη κληρονόμος
Μαθήτρια ισόβια
Ανήσυχη, του κόσμου τούτου και του άλλου
Ισορροπεί ζωή
Ανάμεσα σε στίχους και σενάρια ζωής

(Κι εκείνη η παντοδύναμη γιαγιά
- ας έχει αποσυρθεί χρόνια στο θάνατο
Φιλόδοξη, ακόμα τη στοιχειώνει:
Τη σπρώχνει στη σκηνή

Στο όνομά της
Στο όνομα όλων εκείνων
Των χρωματιστών ή μαύρων γυναικών
Που έδρασαν και δρουν στο παρασκήνιο
Τα άλλα χίλια πρόσωπά τους, πάντα
Ν' αναβιώνει, να ερμηνεύει
Ν' αποκαθιστά, να δικαιώνει)

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μοβ άλμπουμ, 2012
Ενότητα Α' Οι φιλενάδες
 

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Αρλέτα



Από παιδί πήρε δώρα πολλά
Παιχνίδια θαυμαστά να παίζει:
Χρώματα, σχήματα,
Λέξεις-οχήματα,νότες
Κυρίως, μια υγρή και γαλανή φωνή
Να προχωράει σε μεγάλα βάθη μπλε
Στο πλέον τρυφερό πένθος του μαύρου

Να 'ναι παιδί, επίσης, της δωρήθηκε
Ευτυχισμένο, έκπληκτο, απαρηγόρητο
Να μείνει ως τα βαθιά γεράματα

Ήταν περίεργη πάντα, μα φρόνιμη
Τον άνεμο άκουγε προσεχτικά και δεν αντιμιλούσε όταν
Αθώα έγκλειστη της πόλης
Χανόταν νύχτα σε χαμένα δάση
Ακολουθώντας ξωτικά και παραμύθια

Η μυωπία της μεγάλωνε ολοένα
Καθώς παρατηρούσε από πολύ κοντά τ' αόρατα
Ο αστιγματισμός το ίδιο
Κι έβλεπε πρόσωπα,πράγματα, χώρους
δίχως περιγράμματα σαφή
- όπως και είναι στην ουσία
Αυτό την έκανε να αφαιρείται, εν μέρει, απ' το παρόν

Έτσι αφηρημένη, προσπέρασε συχνά τη ζωή της
Πιστεύοντας ότι ανήκει σ' άλλους
Σκόνταψε σε τοίχους που υπήρχαν ή που δεν υπήρχαν

Έτσι, επίσης, παρέκαμψε και δρόμους
Κι έφτασε άθελά της σε μακρινές ψυχές πιο γρήγορα
- πολλές φορές ενώ αυτές δεν είχαν φτάσει ακόμη

(Την αναγνωρίζουν τώρα όλοι
Από το ανεξίτηλο
Της γαλανής φωνής της πάνω τους)

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μοβ άλμπουμ, 2012
Ενότητα Α'  Οι φιλενάδες

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Λίντα


Πρώτη στις αταξίες
Μέσα και έξω από την τάξη
Τρελοκόριτσο
Αεικίνητη και θορυβώδης
Χαρούμενη μέχρι δακρύων, γέλιο και κλάμα αστραφτερά

Για έξι χρόνια, η Λίντα, η μπαλαρίνα
Μένοντας σταθερά στην (μαγική; δυσοίωνη;)
Εύθυμη ηλικία των δεκατριών
Ισορροπούσε δεξιά αριστερά τις φιλενάδες της:
Εμένα τη φευγάτη, τη Μάρθα την αγέλαστη και αυστηρή
- οι τρεις μας, διαφορετικές και ομοούσιες

Η επικοινωνία μας η μυστική σε κώδικα

Τον τελειοποιούσαμε
Όλο πιο δύσκολο

Φθόγγοι προγλωσσικοί, ιερογλυφικά
Κόππα, σαμπί και δίγαμμα
Χημικοί τύποι σε εκρηκτικές συνθέσεις, εξισώσεις

(Ο άγνωστος Χ αναφερότανε μάλλον στον έρωτα
- ή να 'ταν άραγε η συντομογραφία του «Χα!»;)

Έτσι τα μυστικά μας γράφαμε
Και αντιγράφαμε
Έτσι, και πιο αθώα, τα διαγωνίσματα ...

Χρόνια μετά, σε άλλες χώρες πια
Και συνεχίζαμε
Να ανταλλάσσουμε τα νέα μας και τα παλιά
Μισά στον κώδικα, μισά σ' άγνωστη γλώσσα

Η Λίντα ερωτεύτηκε τον Κέλυ
Τον ακολούθησε

Ξετύλιξε ζωή κουβάρι, λαμπερό, πολύχρωμο
Παιδί-γυναίκα
Γέννησε παίζοντας τον Σων, ξένο παιδί
Τον κόσμο γύρισε, τον κόσμο της έφερε άνω-κάτω
Όλο λιγότερο ξεσπώντας σε επιφωνήματα

Κάποια στιγμή
Σαν αναποδογύρισε και το θριαμβευτικό της «χα!»
Κι έγινε «αχ», επέστρεψε

Άσπρισαν τα σγουρά μαλλιά του τρελοκόριτσου
Ο κώδικας ανάμεσά μας, ξεχασμένος
Ακόμα εξελίσσεται και τελειοποιείται
Ερήμην μας

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μοβ άλμπουμ, 2012
Ενότητα Α' Οι φιλενάδες

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Οι κοπέλες του μπαμπά


Άτολμα μ' αγκαλιάζουν στις φωτογραφίες
Ή δοκιμάζουν
Να σηκώσουνε το βάρος μου

Καμιά δεν μπόρεσε πολύ καιρό

Ποια να 'ταν ποια;

Η Άλκηστη ή η Μυρσίνη
Μ' έχει στους ώμους της ανεβασμένη;
Κόκκινο Λιμανάκι στη Ραφήνα
ή Μεγάλο Πεύκο;

Ανέβηκε κι η θάλασσα, βυθίστηκαν τα πάντα
Ως τα ονόματα
(Ίσως και να 'ταν η Κλειώ, η τρυφερή
Που τραγουδούσαμε μαζί τη Φλαμουριά

Ακούγεται ένα μικρό φάλτσο στη μνήμη)

Αυτή θα είναι η Emmy
Κατάξανθη, αέρινη,
Σε περιβόλι δροσερό
Που εξατμίστηκε

Γύρισε στην πατρίδα της
Μου έστειλε ένα ροζ φουρό
Μια κασετίνα με χρωματιστά μολύβια

Την Αργυρούλα, την αναγνωρίζω
Με το αυστηρό της χτένισμα
Πλεξούδα γύρω απ' το κεφάλι
Σαν μαύρο φωτοστέφανο από έρωτα μεγάλο
Μικρή, εξόριστη στο Τρίκερι
Γενναία κοπέλα

Μου διάλεξε τα πρώτα μου γυαλιά
Το σκελετό σε σχήμα πεταλούδας - τα μισούσα

Στη φλου, την τελευταία, είναι σίγουρα η Βάσω
Θολό τοπίο,θαμπά δέντρα΄
Χωρίς πρόσωπο κι οι δυο μας
Με ντρεπόταν, την ντρεπόμουν, είχα μεγαλώσει

Ή Άλκηστη, η Emmy, η Μυρσίνη
Η Βάσω, η Αργυρούλα, η Κλειώ

Όλες καλές μου φιλενάδες
Όλες τις είχα αγαπήσει που τον αγαπήσανε

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μοβ άλμπουμ, 2012
Ενότητα Α' Οι φιλενάδες
 

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Έλλη Μ.


Άσπρο σκυλί από σύννεφο
Φυλάει τη μαρμάρινή σου είσοδο στη γη

Το σπίτι, το προτελευταίο σου
Ανεστραμμένο
Διαλύεται στον τελευταίο ύπνο

Ακόμα το διακρίνεις να αποσυντίθεται
Όπως τον σύζυγο, τον αδελφό και τη μητέρα
- τους τακτικούς νυχτερινούς σου επισκέπτες -
Που δύσκολα ανάσαινες
Για χρόνια την ψυχή τους από μνήμης
Κι επιβίωνες

Εκατό μέρες τώρα στο άχρονο
Κι άφησες πια κι εσύ το εγώ σου
Όλο σ' ένα κουτί: έλεγχοι, δίπλωμα, διακρίσεις
Γράμματα, καρτ ποστάλ, του γάμου σου το άλμπουμ
Φωτογραφίες γελαστές από ταξίδια γήινα
Συνταγές των γλυκών, συνταγές του γιατρού

Όλα, μα όλα, ήταν λάθος: τα γαλλικά, το κέντημα
Η αξιοσύνη
Δε συγυρίζεται η ζωή, το χάος δε νοικοκυρεύεται

Κιτρινίζει ο καμβάς, κόβονται οι κλωστές
Άγραφες πάλι οι σελίδες των βιβλίων
Τα πράγματα ξανά ακατανόητα
Τα μάτια ξεβάφουν στη λύπη κι οι εικόνες

Κανείς ποτέ δε νίκησε τη σκόνη του

Έμεινε τώρα, αδειανό

Το μέσα δωμάτιο, που δεν υπήρξε
Κι όλο ευρύνεται
Αφύλαχτο στις πέντε διαστάσεις

Κάποιος περνά ακόμα αθόρυβα στο βάθος

Ηχώ θαμπή σε όστρακο κλειστό
Καπνός;

Ο τελευταίος απ' τους συγγενείς μου, εγώ

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μωβ άλμπουμ, 2012
Ενότητα Α' Οι φιλενάδες

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Ηρώ



Γεννήθηκε στα πούπουλα
Και έζησε φτερό στον άνεμο
Προτελευταία θυγατέρα
Σε κοπάδι εννιά παιδιών
Σε σπίτι άδειο
Και πυκνοκατοικημένο από φαντάσματα
Φωλιά των ορφανών
Που ράμφιζαν το ένα τ' άλλο, κι όλα εκείνη

(Ήδη βαριά τραυματισμένα και τα εννιά
Από την πρώτη σφαίρα
Πάλευαν για να κρατηθούν
Ώσπου η δεύτερη σκόρπισε όλη της ζωή τους)

Μετά, στη μοιρασιά των αδελφών
Με τους λειψούς τους κλήρους
Εκείνης έλαχε ο πιο λειψός
Την πήραν το κρεβάτι με τον ουρανό
Τα όνειρα, το μαύρο πιάνο

Πρόφτασε μόνο
Τρεις θάλασσες να ζωγραφίσει
Κι οι τρεις φουρτουνιασμένες

Στην τελευταία χάθηκε

Για πάντα χωρίς κηδεμόνα, έμεινε μεσοπέλαγα

Μηδένισαν την αντοχή της δάσκαλοι κακοί
Εκείνη προσπαθούσε
Χρόνια την άφησαν στην ίδια τάξη δύσκολοι καιροί
Εκείνη προχωρούσε

Ο άντρας της λίγο τη γνώρισε
Πού να συναντηθούνε
Δύσβατοι δρόμοι, άγονα νησιά, ιδέες
Βουνά, πάλι νησιά

Στα δεκατρία χρόνια επάνω
Μ' έφεραν κι εμένα
Να γίνω μάρτυρας, η μόνη
Για τη σχέση τους

Λίγο τη γνώρισα κι εγώ, η αμελής
Δεν έπαιξα μαζί της
Ούτε και ήξερα να τη φροντίσω, να την προστατέψω
- κι ας μ' έλεγε αυτή μανούλα της

Ναι, πάντα ήτανε μικρότερη από μένα
Ακόμα πιο αθώα, πιο ευάλωτη
Δεν της το συγχωρούσα

(Άχρηστη φιλενάδα υπήρξα, ενοχή μου)

Στο τέλμα μιας αδιάφορης δουλειάς
- Ροή προγράμματος, ποια ειρωνεία
Στο μικρό, μοναχικό νοικοκυριό της
Εξέτισε τα χρόνια της

Χωρίς τον άντρα, χωρίς την κόρη της
Στη  βαριά σκιά των προγόνων ισόβια
Στην μπερδεμένη τη σκιά των αδερφών της
Που όλο την καλούσαν και την έδιωχναν

Δεν έδειχνε όμως ποτέ να σκοτεινιάζει για πολύ
Άξαφνα άστραφτε ξανά το κοριτσίστικο το γέλιο της
Τι ραγισμένο γέλιο, τι κορίτσι άτυχο

Βγαίνοντας απ' τη νάρκωση
Και λίγο πριν χαθεί στον άλλο ύπνο
Όταν τη ρώτησε ο γιατρός το όνομά της

«Είμαι ζωγράφος» είπε

(Σκέφτεται ακόμα στη φωτογραφία θάλασσα)

Παυλίνα Παμπούδη
από την ποιητική συλλογή Το μωβ άλμπουμ, 2012
Ενότητα  Α' Οι φιλενάδες

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Κήπος

(έργο της Παυλίνας Παμπούδη)


(Ανοίγω μάτια
Άγραφο βιβλίο
Μπαλκονόπορτα)

- Θέλω να βγω στον κήπο
Εκείνο
Με τα δειλινά
Πνιγμένα στ' άρωμά τους
Το φρύνο
Τη βασιλική συκιά

Τι έγινε η σκάλα;

(Θρόισμα βίου στα φθαρμένα φύλλα
Σύρεται σαν αυλαία η κουρτίνα)

- Χτίστηκε πια η θέα από εδώ
Είπε η μπαλκονόπορτα
Βγες τώρα απ΄την έξοδο κινδύνου

- Πού θα τη βρω;

- Παντού
Όμως να ξέρεις
Δεν υπάρχει κήπος

- Υπάρχει πάντα είπα
Ο κήπος μου που μεγαλώσαμε μαζί
Που φέτος έφυγε στη θάλασσα
Με τις μανταρινιές του
Τον καμένο φοίνικα
Τα σμήνη τα φαντασματάκια γιασεμιών

- Α, ναι αυτός
Α, ναι εσείς ...

- Υπάρχει ακόμα
Κόκκινο στο νου μου λίγο χώμα
Από το περιβολάκι του 88 χωρίς οδό

- Α, ναι
Τις φράουλες θυμάσαι
Την τρελή τριανταφυλλιά
Τον Πούκι και το Τζίνι
Τα φαρμακωμένα
Θαμμένα κάτω απ' τη μεγάλη αγγελική
Που συγχωρεί

- Όχι αυτά
Τα ξέχασα είπα

- Πώς γίνεται;
Σας ξέχασες;

- Σώπα

(Κλείνω την μπαλκονόπορτα
Με πάταγο το φεγγαρόφωτο
Αδειάζει ίσκιους δέντρων
Στον ακάλυπτο)

- Ορίστε είπε μια ροδιά
Έχεις και πάλι κήπο
Βαθύ
Αβυσσαλέο
Στη Σπυρίδωνος Τρικούπη
Σου αρκεί

Κοίταξε κάτω
Τι γαλήνη:

Η άρρωστη δάφνη κοιμίζει το κοτσύφι της
Τα μυρμηγκάκια
Τα σαλιγκάρια της κοντά στη ρίζα

Σκέφτεται όμως τ' άστρα
Άνθη
Σε αστρικές αποστάσεις απ' το μίσχο τους

Ακατανόητο να είσαι μόνος
Σκέφτεται

Ψηλώνεις
Μόνο για να μπορείς
Να σκύψεις μέσα σου
Για λίγο

Σκέφτεται

Ανεβαίνει μέχρι το δικό σου όροφο για φως

Πού είσαι;
΄
- Άκου
Κάτι συμβαίνει είπα

Τροχιοδρομεί ο πλανήτης έκκεντρα

Άκου
Βουή
Ταραχή των νερών
Κλάμα νεκρών
Σ' ανήκουστες συχνότητες

Ραγίζει το σπίτι
Σπάζει σε χρόνια
Σε ώρες
Σε άτμητες μονάδες

Να, εξαερώνεται

Θα σωθώ είπα
Θα βγω

(Τραύμα της άμμου
Θλάση της μνήμης

Ο χώρος επουλώνεται

Θα περάσει κι αυτό
Θα περάσει)

- Να, τέλειωσε


- Τσίου σφύριξε
Ξυπνώντας ξαφνιασμένο το κοτσύφι
Τέλειωσε ο κόσμος;

- Θα ξαναρχίσει είπα
Όπως πάντα

Έστω
Μόνο για μιας στιγμής ζευγάρωμα θεού
Στον ύπνο
Με το μαύρο θηλυκό του

- Τσίου; Ρώτησε το κοτσύφι

- Αρκεί απάντησα
Το σπίτι αναλήφτηκε
Λοιπόν θα μείνω ο κήπος

Θα τρώω μόνο σπόρους θα πίνω βροχή
Ένα αντικείμενο από χώμα
Ένα υποκείμενο από πέτρα
Ένα κείμενο σπαραγμένο
Από φτερά

- Τσίου
Έκανε το κοτσύφι σιγανά
Κι αποκοιμήθηκε

Παυλίνα Παμπούδη
από το ποιητικό βιβλίο Το σπίτι στους 40 δρόμους, 2011

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Γραφείο - α) Βιβλιοθήκη

(έργο της Παυλίνας Παμπούδη) 

Εμπεδοκλής/ Αλίκη/ Δυτικά της λύπης/ Διαλεκτική/ Σολάρις/ Μικρός Πρίγκιπας/ Ελένη/ Φαίδρος/ Η έλαφος των άστρων/ Φιλοκτήτης/ Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια/ Η αρκούδα/ Τετάρτη της σποδού/ 100 χρόνια μοναξιάς/ Τζουστίν/ Βιολί για μονόχειρα/ Άξιον εστί/ Ηράκλειτος/ Ο ξένος/ Πέντε ταλμουδικές μελέτες/ Οι Β χώροι/ Ο τρίτος αστυνόμος/ Ούμπικ/ Ο κομισάριος κι ο γιόγκι/ Το υπόγειο/ Ασκητική/ Η αυλητρίδα/ Νίτσε/ Το παλτό/ Λευιτικό/ Βαν Γκογκ/ Ο φύλακας στη σίκαλη/ Η Δίκη/ Αντίο κι ευχαριστώ για τα ψάρια/ Το μήνυμα/ Τα  ετεροθαλή/ Πόλεμος και Ειρήνη/ Το χρονικό του χρόνου/ Η αρχαία Ινδική/ Το πέτρινο λουλούδι/ Γράμματα απ' τη γή

Τυχαία αναγνώσματα
Διόλου τυχαία
Παλιές
Νέες εκδόσεις
Φτηνές πολύτιμες
Πολύτομες ζωές
Δικές σου
Άλλων σε σύνοψη
Χιλιάδες Ιστορίες - μια
Καμιά η Ιστορία
Στα τυπογραφικά στοιχεία στοιχειωμένη

Μακρόβιες
Μικρόβιες ιδέες

Ιδέες εκατόφυλλες
Ποιήσεις

Συμπεράσματα αλάθητα
Το Όντως Ον ως αστερίσκος
Ο θάνατος παραπομπή

Παυλίνα Παμπούδη
από το ποιητική βιβλίο Το σπίτι στους 40 δρόμους, 2011

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Χολ (1)

(έργο της Παυλίνας Παμπούδη)


(Προθάλαμος
Ανάβω φως
Οι ίσκιοι
Ανασυντάσσονται
Ακαριαία

Ανατριχίλα
Ηλεκτρική εκκένωση
Χαμηλής τάσης
Τρέμολο παρατεταμένο
Μαύρο
Βιολιού
Γάτου αθέατου
Ουρά
Χάδι στο πόδι του εισβολέα)

- Ήρθες;
- Δεν ξέρω
- Μένεις εδώ;
- Δεν ξέρω
- Είσαι ο ίδιος;
- Όχι.Ούτε και άλλος
- Δεν άκουσα κλειδί
- Ποτέ δεν είχα

Παυλίνα Παμπούδη
από το ποιητικό βιβλίο Το σπίτι στους 40 δρόμους, 2011

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Πόρτα

(έργο της Παυλίνας Παμπούδη)


(Στο υπέρθυρο οι αριθμοί
Αναβοσβήνοντας
4 1 11 115 20 260)

- Σε ξέρω; Ρώτησα την πόρτα

- Είμαι η είσοδος
Για όλες τις εξόδους
Διάφανη τις νύχτες ασφαλείας το πρωί
Από το άνοιγμά μου και το κλείσιμο είδες το βάλτο
Τους επισκέπτες το δυστύχημα το χάος
Τον έρωτα ή τη μεγάλη άρκτο
Έλα

- Δεν έφυγα ποτέ

- Το ξέρω
Τώρα όμως θα γυρίσεις
Απ' την άλλη

Να σπάσεις το λουκέτο
Ν' ασπαστείς την αλυσίδα

Είναι απλό είπε η πόρτα

Πρώτα θα καθαρίσεις το χερούλι
Θα κρατήσεις όλα τα αποτυπώματα

Έλα
Να, σ' άνοιξα
Προχώρα

Παυλίνα Παμπούδη
από το ποιητικό βιβλίο Το σπίτι στους 40 δρόμους, 2011

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

2 - Το σπίτι

(έργο της Παυλίνας Παμπούδη)


(Τι πρόσοψη

Μνημειακή
Αχειροποίητη

Στάθηκα κι άγγιξα

Ράγισμα στο σοβά βαθύ
Αναστεναγμός

Κάτω απ' τον οριστικό ασβέστη
Στρώματα χρώματα το σκηνικό
Ώχρα burned sienna όμπρα ιβουάρ
Άσπρο παλιό και λεκιασμένο από γάμους)

- Να, είπα
Ένας τέτοιος οίκος
Τι οικείος
Μια λέσχη πλούσιων ψυχών
Εισοδηματιών
Ποιοι άραγε συχνάζουν εδώ;

- O υδροχόος οι ιχθύες
Ο δράκος
Οι τρεις λέοντες στο οικόσημο
Το οικόσιτο
Ο ποντικός εσύ

- Είσαι το σπίτι; Ρώτησα

- Ναι

- Ποιο σπίτι;

- Όλα
Κανένα
Με αναγνωρίζεις

Παυλίνα Παμπούδη
από το ποιητικό βιβλίο Το σπίτι στους 40 δρόμους, 2011 

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Καθ' οδόν

("Ιδιωτική Οδός", έργο της Παυλίνας Παμπούδη)
- Τι βλέπεις πέρα;
Ρώτησε η μέρα τον αέρα

- Αδειάζει το τοπίο
Ο δρόμος κουλουριάζεται
Βυθίζεται η πόλη
Αυτό το δέντρο θα γίνει φωτιά
Αυτός ο ουρανός νερό
Τα άλλα προς τα πίσω
Ήδη ένα βουναλάκι σκόνης

- Είναι αδιέξοδο; Ρωτήσανε οι μπότες

- Όχι ακόμα είπε ο τοίχος ανεβαίνοντας

- Να προχωρήσω είπα τότε ακολουθώντας με

(Χαμογελούσα

Κάποιος που είχα υπάρξει αμερόληπτος)

Ποιος;

To δέντρο που θα γίνει φωτιά
Ο ουρανός που θα γίνει νερό
Η μέρα που θα γίνει αέρας

(Έτσι προχώρησα ευθεία
Κυκλικά
Επαναφέροντας το δρόμο

Στροφή
Κι άλλη στροφή
Κι άλλη
Ανάποδη

Ξετυλιγόμουν
Τυλιγόμουν
Στις τριόδους
Στα σύνορα ύπνου / εμπόλεμων περιοχών)


(Κάποια στιγμή
Σταμάτησα
Κάθησα κι έγραψα
Τι;

Tότε
με συριγμό οξύ
Άρχισε να φυτρώνει δύσκολα
Από τα έγκατα του νου
Μια σκάλα διακεκομμένη

Πότε μαρμάρινη
Πότε λουστραρισμένο ξύλο
Πότε σιδερένια

Στριφογυρνώντας
Ολοένα
Ψήλωνε
Πέτρες εκσφενδονίζοντας τριγύρω
Σκοτάδια
Κρέας
Διαλόγους
Υλικά μυθιστορήματος

Με εκτινάξεις
Ολοένα
Ψήλωνε)

- Σκάλα
Πού οδηγείς;
- Δεν οδηγώ
Μόνο ανεβαίνω

- Α τι ελευθερία

(Έγραφα
Ανέβαινα μαζί
Ανέβαινα

Τώρα
Εμβολίζαμε
Μια κατοικία στον αέρα
Ευρύχωρη
Χωρίς σκεπή και πάτωμα

Μονάχα
Μια λεπτή μεσοτοιχία προς την άβυσσο

Όλο παράθυρα
Με θέα χθεσινή)

Παυλίνα Παμπούδη
από το ποιητικό βιβλίο Το σπίτι στους 40 δρόμους, 2011

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Λεμόνι μελάνι αόρατο ...

(Έργο της Παυλίνας Παμπούδη)


(Λεμόνι μελάνι αόρατο
Ιχνογραφεί
Μικρές διαδρομές
Ίχνη
Ακολουθεί
Χρόνια
Την τεθλασμένη
Τη σβησμένη
Γραμμή αίματος

Επισημαίνει
Τι;
Κυκλώνει σημεία
Σε παλίμψηστο χάρτη

Α, οι οδοί Άνω και Κάτω : Ηρακλείτου/ Κάπα Σάββα / Θεοτοκοπούλου/ Moscow Rd/ Μικράς Ασίας/ Γαλατσίου/ Πατριάρχου Ιωακείμ/ Φιλαδελφέως/ Δεινοκράτους/ Ευφρονίου/ Σουηδίας/ Σολωμού/ Lancaster Gate/ Πανόρμου/ Ελλανίκου/ Πιπίνου/ Αβάντων/ Βικτωρίας/ Άγρας/ Τράλλεων/ Σπετσών/ Ζακύνθου/ Καλλινίκου/ Sumner Place/ Ελπίδος/ Κοίμησης της Θεοτόκου/ Φρύνης/ Goldhurst Terrace/ Ξενοκράτους/ Ιθάκης/ Αγίου Παύλου/ Αρμένη Βράιλα/ Μιχαήλ Νομικού/ Κνωσού/ Μεσολογγίου/ Βασίλη Λογοθετίδη/ Inverness Terrace/ Φυλής (δύο σπίτια)/ αλλά δύο Αχαρνών/ τρία Φερρών/ τρία στη Νοταρά/ δύο Σπυρίδωνος Τρικούπη/ Α- και το ξεχασμένο της Ανωμεριάς/ τ' άλλο της Καλαμάτας/ το άχτιστο Καβάφη και Κρυστάλλη/ και το «88 χωρίς οδό» του Ξυλοκάστρου ...

Οδοί ουλές
Σπίτια προσωρινά
Επουλωμένα

Δεκάδες διευθύνσεις

Άνθρωποι κάποτε
Πινακίδες μετά
Ένα κουβάρι μπερδεμένο
Λόγιοι στρατιωτικοί πολιτικοί ιερωμένοι
Άγνωστοί μου
Προσωρινά συγκατοικούντες
Στο δικό μου χρόνο
Ένας αγγειογράφος
Ο ζωγράφος
Ο φιλόσοφος
Τρεις ποιητές
Ένας απόστολος
- Ποιος να 'ταν ο Πιπίνος;
Ίσως ο Βραχύς ...-
Η τρομερή βασίλισσα
Εκείνος ο ηθοποιός

Ανάκατη η ιστορία τους
Η δόξα τους χαμένη
Ισοπεδωμένοι
Όλοι τους ξανά
Μονόδρομοι

Ακόμα
Πόλεις νησιά
Μια χώρα
Τοπωνύμια
Δήμοι φυλές

Ακόμα
Μια μοναδική
Αφηρημένη έννοια
Εντελώς αφηρημένη
Η ελπίδα

Κάτι θα σήμαιναν
Οι οδοδείχτες στη διαδρομή
Οι σύντομοι σταθμοί

Κενοί στο χώρο
Χώροι συνεχόμενοι
Βαγόνια του συρμού

Τα πάντα ρει

Οι ράγες έχουν τιναχτεί
Χώματα, μπάζα, σώματα
Σηματοδότες σκοτεινοί)

Παυλίνα Παμπούδη
από το ποιητικό βιβλίο Το σπίτι στους 40 δρόμους, 2011

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

10, Σάββατο Μηνά Καλλικελάδου, Ερμογένους

(έργο της Παυλίνας Παμπούδη)
(το όνειρο)

(Ανάσκελα στον τάφο οι δικοί μου
μαζί με τις σκυτάλες τους.
Ανεπίδοτοι όλοι, κλειστοί.
Με χαιρετούσε ο τελευταίος από το υποδιάστημα
Ψηφιακό σήμα.
Επίμονο,
Που απομακρυνόταν και δυνάμωνε.

Λοιπόν, θυμήθηκα,
Ήτανε κι ο Θεός ένας απ' τους νεκρούς μου.

Τότε, στο χάρτη φάνηκε στίγμα μαύρο
Μικρόβιο ποίημα
Ταράζοντας πάλι αχώρητη χώρα
Σιωπή, την πλατυτέρα.

Κι είδα το γιο που δεν έχω
Χαρούμενα να παίζει με τον πατέρα που είχα.
Τα ποτέ χεράκια μέσα στα κάποτε χέρια.
Να τρέχουνε κι οι δυο χωρίς πόδια.
Άηχα γέλια.
Το μη σώμα να ξεφεύγει από το σώμα που υπήρξε.
Και να συστρέφεται σε φθόγγους ο αέρας
Κι η άμμος να πτυχώνεται σε σκέψεις.

Μετά, σαν μπάλα,
Να τινάζεται ο πλανήτης και να χάνεται
Στη μαύρη τρύπα.


(Η ερμηνεία)

Είναι αργά, είπε ο Φύλακας,
Χτύπησε δώδεκα
Εδώ και τόσα χρόνια.
Έχεις κλειστεί απ' έξω
Κι από μέσα.
Μπορείς να διαφύγεις μόνο προς τα κάτω.
ΟΙ αποσκευές σου
Έχουν ήδη ταξιδέψει
Ασυνόδευτες.
Μακριά.

Τώρα κι αυτές στ΄απολεσθέντα.


(Το σχόλιο)

Διαφεύγω προς τα πάνω, η πείσμων.
Μ' άλλες αποσκευές, πουλιών.
Δύναμαι εγώ γιατί,
Ολοκάθαρα θυμάμαι την προέλευση μου:
Εγώ,
Βύζαξα σύννεφο.
Άκουσα παραμύθια
Από μια γιαγιά αστροφεγγιά.
Άνεμος με προστάτεψε.
Καπνός με διαπαιδαγωγεί ακόμα.

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Ημερολόγιο του διπλού χρόνου, 2005

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Φωτογραφία εν κινήσει. Με πολύ μαύρο. Σε καμιά ημερομηνία γνωστή. Σαν ν΄αφουγκράζομαι κάτι αδιανόητο.


Προχωρώ.
Μετατοπίζεται με κόπο ο βαρύς αέρας.
Ακατάπαυστα.
Λαβαίνουν οι σκιές σχήματα ιδεών.
Άγνωστα είδη, σαρκοφάγα -
Πρέπει να βιαστώ.

Κρύο Σαββάτου, ξημερώνοντας Τετάρτη,
Οσμή Παρασκευής, κακό σημάδι.
Νύχτες σε κύκλο, συνεχόμενες
Και ανοιχτές στον κάτω κόσμο.
Τέλος του χρόνου. Πρέπει να βιαστώ
Να παραδώσω το γραφτό μου.

Πρέπει να βιαστώ. Όλο πιο δυνατά
Ακούγεται,
Όλο πιο δυνατά,
Να κλαίει με λυγμούς ένα παιδί
Πεσμένο μπρούμυτα στο παρελθόν.

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μαύρο άλμπουμ, 1999

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Με το καφέ βελούδινο παλτό στα περιστέρια του Άγνωστου Στρατιώτη

Τρέχω με τα χεράκια ανοιχτά. Γύρω,
Σκορπίζει το κοπάδι έντρομο
(Δεν είν' αληθινός ο πανικός -
Για τη φωτογραφία υποκρίνονται,
Για την αιωνιότητα).
Γελάω (δεν είν' αληθινό το γέλιο -
Είναι μονάχα πανικός προς τα εμπρός).

Φοράω το καλό μου το παλτό :
Ιδιότροπος γιακάς,
Κουμπιά ντυμένα με καφέ βελούδο.

Κάποτε ήταν της γιαγιάς
Μετά της Έλλης, ύστερα δικό μου
Βασανισμένο σε πολλές μετενσαρκώσεις
Μεταποιήσεις και μετακομίσεις.
Ένα κουμπάκι του υπάρχει, κάπου, ακόμα.

Άνθρωποι πέρα δώθε, σκοτεινοί.
(Δεν είναι η ζωή τους,
Υποκρίνονται περίπατο.)
Στο βάθος, φέγγει ο Άγνωστος.
Τόξο το άφθαρτό του σώμα επί τας.

Α, των μαρμάρων η λευκότητα,
Της μέρας των περιστεριών,
του αγνώστου.

Λένε, αυτά τα περιστέρια γίναν σαρκοφάγα.

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μαύρο άλμπουμ, 1999

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Ο Αντώνης και η Ηρώ με όπλα, Χαμογελαστοί



Κι οι δύο ζωσμένοι φυσεκλίκια

Σταυρωτά στο στήθος.
Κρατώντας όπλα
Ωραίοι, χαμογελάνε.

Ακίνητοι. Χωρίς προοπτική.
Σαν να εμφανίζονται
Αιφνίδια
Σ' ένα χαρτί ήδη καμένο.

Φαίνονται πολύ άγουροι.
Τα ωχρά πουκάμισά τους
Θα 'χανε χρώμα χακί.
Στην καφετιά φωτογραφία
Όλες οι αποχρώσεις της σκουριάς:
Του φόβου, της αλαζονείας,
Των χωμάτων,
Του σκοτωμένου αίματος,
Της ίριδας του δαίμονα.

Δεν νίκησαν κανένα εχθρό.
Χαμογελάνε.

Παυλίνα Παμπούδη
από τη συλλογή Το μαύρο άλμπουμ, 1999