
Δε θα τις φορέσεις πια.
Θα σου τις δώσω μαζί για τελευταία φορά.
Θέλω να φοράς τους μήνες στα μαλλιά σου
να καληνυχτίσεις τη μαβιά θάλασσα και τον πορτοκαλί αφέντη
να βουτήξεις στον θάνατο για πάντα.
Τα λουλούδια θα σε ανασύρουν ζωντανή στη μνήμη μου.
Τυφλώθηκα για να μη με λούσει ξανά το φως.
Σπασμωδικά αναφιλητά πάνω στην αύρα του κορμιού σου.
Εμένα δε με περιμένουν τα πουλιά
ούτε η άμμος ούτε το ακρογιάλι. Τα χαράμισα.
Δε μου αξίζουν.
Γδέρνω όσα μας έφεραν μαζί και
με πετώ στα τάρταρα.
Φυλακισμένος θα ’μαι
θανάσιμα νεκρός.
Με τεμαχίζει το σκοτάδι για το τελευταίο σου φιλί.
Δε ζήτησα τίποτα άλλο.
Να μη χάσω τη μορφή σου.
Ας κυλιστούμε αγκαλιά στο σεντόνι μας με τ’ άστρα
δε θα με ζηλεύουν πια
και θα φωτίσουν ξανά
το ξημέρωμα της ομορφιάς σου.
Μη σκουπίζεις το σεντόνι.
Θα μείνω πάντα υγρός και πνιγμένος.
Το κύμα σου κάλυψε την αοριστία μου
και με έκανε εραστή σου.
Μη φύγεις
Άγγελος Θεοχάρης
από το αδημοσίευτο ποίημα Τρεις ώρες

