Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Τρινάκρια (απόσπασμα)

Με λίγη ακόμη αφή και πολλήν όραση ο χάρτης ολοκληρώνεται. Κι άξαφνα ντανγκ! Ο ήχος της καμπάνας που βουτάει ολόισια, διψασμένος θα ‘λεγες για γνώριμα κι από καιρό χαμένα ύφαλα. κει που λευκάζουν ίσως ακόμη τα καμπύλα και γλιστερά μιας Αφροδίτης, ν’ ανεβάσει και να σκορπίσει στον αέρα πραγματικότητες παντοτινές, ει δυνατόν σ’ ένα είδος μετάφρασης των Εβδομήκοντα. όπως ως τώρα γινόταν με τον χρυσό του χαλκού που φύλαγαν για μας οι κώδωνες των ορθοδόξων, αν όχι με την οξύτητα στη γεύση των καρπών της μεσημβρίας, ή με τις απόπνοιες της σταματημένης θάλασσας σ’ εκείνα τα δειλινά που φτάνουν να μυρίσουν καρπούζι, κάπου δυτικά της Αιολίδας. Από κάτι τέτοια είναι που πλάθονται οι αληθινές πατρίδες. Από τις μαγνητικές ιδιότητες που ακτινοβολεί ωσάν ήλεκτρον η αγάπη κι επιλέγει κομμάτια ύλης που είναι στερεοποιημένες αισθήσεις για να ζήσει : αν όχι με το δοσμένο απλώς αλλά με το φωτάκι που ανάβει στην άκρη των δαχτύλων μας κάθε φορά που χτυπάμε πλήκτρα για να ‘ρθουμε σε επαφή με τη γνωριμία ενός βαθύτερου κόσμου.

Οδυσσέας Ελύτης
Εκ του πλησίον, 1998
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)



Εκ του πλησίον (6)

*
Τον κορυδαλλό τον ακούς μόνον όταν δεν τον βλέπεις, όπως την έμπνευση τη βρίσκεις μόνον όταν δεν την κυνηγάς.


*
Και ζηλεύει σμαράγδι το πιο σπάνιο των παιδικών μου χρόνων δάκρυ.


*
Η απόδοση ενός πατρογονικού ελαιόδεντρου δεν είναι το λάδι του αλλά το καθαρό νερό της σοφίας.

Οδυσσέας Ελύτης
Εκ του πλησίον, 1998
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Εκ του πλησίον (5)

*
Οι δυνάμεις που απαιτούνται για να ολοκληρωθεί ένα καρπούζι τον Αύγουστο είναι κατά πολύ μεγαλύτερες απ’ τις άλλες που συντρέχουν για να συντελεσθεί ένα κακούργημα σε οποιαδήποτε στιγμή του χρόνου.

*
Άπαξ και φτάσει να θεωρείται αλάνθαστο ένα χρώμα, δεν υπόκειται πλέον στη εξέλιξη, ακριβώς όπως ένας τέλειος στίχος. Μάθε ν’ αγοράζεις πάντοτε από την ίδια – όσο μεγάλη κι αν είναι – ποσότητα του ελάχιστου.

*
Η απόσταση ανάμεσα στο τίποτε και το ελάχιστο είναι κατά πολύ μεγαλύτερη απ’ ό, τι ανάμεσα στο ελάχιστο και το πολύ.

Οδυσσέας Ελύτης
Εκ του πλησίον, 1998
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

Εκ του πλησίον (4)

*
Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.

*
Ω δύσβατη, δύσβατη ζωή, από ποιο σοκάκι γίνεται κανείς να σε περάσει!

*
Ο καλύτερος αγωγός θερμότητας είναι η λύπη. Γι' αυτό βλέπεις να καίνε κάθε μέρα οι καμινάδες, χωρίς να φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά.

Οδυσσέας Ελύτης
Εκ του πλησίον, 1998
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Και μια συνταγή για συκιά στη Σκύρο ή στη Σίκινο

Επιλέγετε μία θέση πλάι σ' έναν χαλασμένο μαντρότοιχο που το άνοιγμά του μπάζει αεράκι γιομάτο μνήμες του '21 και ψεκάδες θαλάσσης. Η παρουσία στη γειτονιά μιας αίγας θα ήταν ευκταία. Μερικές νύχτες τ΄αφήνετε κάτω από τρία τέταρτα σελήνης και τριζόνια μυριάδες. Με τα πρώτα του όρθρου και λίγη αδημονία πριν το δάγκωμα, δοκιμάζετε αν διαστέλλονται τα ρουθούνια σας, και αφήνετε να διαρρεύσει κάτι μενεξεδί με υγρόν ώχρας εωσότου νιώσετε το γάλα της νέας ημέρας. Τότε απλώνετε το χέρι σας.

Οδυσσέας Ελύτης
Εκ του πλησίον, 1998
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

Εκ του πλησίον (2)

*

Με την προϋπόθεση ότι κι οι έννοιες έχουν τη δική τους ύλη, θα 'ταν επίτευγμα μέγα να φτάσει κανείς ως το Αγαθόν και να επιτύχει τη διάσπαση του ατόμου του. Ο αέρας από την έκρηξη θα αρκούσε να σαρώσει φυλακές και νοσοκομεία.

*

Γρατσουνάει το πρώτο σου φιλί, όπως το πρώτο σου ποίημα. Κι είναι οι δύο αυτές αγριμάδες που, αν συμπέσουν και κάνουν καινούριο φεγγάρι, μπορεί να ξαναγραφτεί απαρχής η ιστορία του κόσμου.

*

Στις Κυκλάδες οι μικρές εκκλησιές αφθονούν και λάμπουν όπως τα βότσαλα. Αλλού πουθενά χριστιανοί δεν εφάνηκαν ποτέ τόσο ειδωλολάτρες. Και είναι με το μέρος τους ο Θεός.

Οδυσσέας Ελύτης
Εκ του πλησίον, 1998
Συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα (πέμπτη έκδοση, 2008)

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

Εκ του πλησίον

Αλλά χωρίς να χάνεις ποτέ την εικόνα του συνόλου. Και η πιο απλή παράγκα θέλει το ρήμα της, τα ουσιαστικά και τα επίθετά της, όπως κάθε πρόχειρη γραφή τον Πικιώνη της. Η αφέλεια δεν δίδεται δωρεάν, σκηνοθετείται και παίζεται, εάν είσαι ο ένας από τα ελάχιστα εκατομμύρια που δικαιώνουν την ανθρωπότητα.

*

Εγώ στη θέση της Παρθένου θα 'βαζα κληματόφυλλα!
Και μιαν ιδέα ελαίας.

Κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο. Καθώς δραπέτες φωτοστέφανων του Angelico μια θέση αγίου διεκδικούν μέσα στο ίδιο το ποίημα.

Κείνες οι ξαφνικές λιακάδες μες στο καταχείμωνο δεν είναι παρά οι προσπάθειες που κάνει ένα παραπλανημένο περσινό τζιτζίκι να ξαναβρεί τον προσεχή Ιούλιο.

Οδυσσέας Ελύτης
Εκ του πλησίον, 1998
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Τρίτη 2 Ιουνίου 2009

Περασμένα μεσάνυχτα

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή.

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ.
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο, άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει

ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν’ αρμοστούν
αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν ..

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από
τις πυρκαγιές
Κανείς δεν ξέρει. Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε

ντουμάνιασε ο καπνός. Προεξέχουν μόνον
Η κόλλα και το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι.

Κοντά να ξημερώσει μια στιγμή φανερώνονται
οι αχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μωβ. Αλήθεια θα ‘ναι

φαίνεται ότι
Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Κοιμούνται οι άνθρωποι στο ‘να τους πλευρό, τ’ άλλο τους
Ανοιχτό να βλέπεις που ανεβαίνει κύματα
Κύματα η ζωή και να ‘ναι τεντωμένο το χέρι σου
Σαν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται η πρώτη αλήθεια.

Οδυσσέας Ελύτης
από Τα ελεγεία της οξώπετρας, 1991
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

Και με φως και με θάνατον

10

Μιλώ με την υπομονή του δέντρου που ανεβαίνει
Μπρος απ’ το συνομήλικο παράθυρό του
Που του ‘χει φάει ο αέρας τα παντζούρια
Κι όλο το σπρώχνει στ’ ανοιχτά κι όλο το βρέχει

Με νερό της Ελένης και με λόγια
Χαμένα μες στα λεξικά της Ατλαντίδας
Ένας εγώ – και η Γη απ’ τ’ άλλο μέρος
Το μέρος της καταστροφής και του θανάτου.

Το δέντρο που με ξέρει λέει «κρατήσου»
Συνάζει σύννεφα και τους κρατάει παρέα
Όπως εγώ στ’ άσπρο χαρτί και στο μολύβι
Τις νύχτες που δεν έχουνε ρολόι να δούνε

Τι πάει να πει «δεν πρέπει», «δεν αρμόζει».
Εγώ έχω δει παρθένες κι έχω ανοίξει
Το χνουδερό τους όστρακο να βρω το μέσα μέρος
Το μέρος της καταστροφής και του θανάτου.

Οδυσσέας Ελύτης
Ο μικρός ναυτίλος, 1985
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)



Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Μυρίσαι το άριστον

V

Θέλω να ‘μαι ειλικρινής όσο και το λευκό πουκάμισο που φορώ. και ίσως, παράλληλος με τις γραμμές πόχουν τα ξοχόσπιτα κι οι περιστεριώνες, που δεν είναι καθόλου ίσιες κι ίσως γι’ αυτό στέκουνε τόσο σίγουρα μες στην παλάμη του Θεού.

Τείνω μ’ όλους μου τους πόρους προς ένα – πώς να το πω; - περιστρεφόμενο, εκθαμβωτικό ευ. Από το πώς δαγκώνω μέσα στο φρούτο έως το πώς κοιτάζω απ’ το παράθυρο αισθάνομαι να σχηματίζεται μια ολόκληρη αλφαβήτα, που πασχίζω να βάλω σ’ ενέργεια με την πρόθεση να αρμόσω λέξεις ή φράσεις, και την απώτερη φιλοδοξία, ιάμβους ή τετράμετρα. Που σημαίνει να συλλάβω και να πω έναν άλλο, δεύτερο κόσμο, που φτάνει πάντα πρώτος μέσα μου. Μπορώ μάλιστα να φέρω μάρτυρες ένα σωρό ασήμαντα πράγματα : βότσαλα που τα ρίγωσαν οι τρικυμίες, ρυάκια με κάτι παρήγορο στο κατρακυλητό τους, μυριστικά χορτάρια, λαγωνικά της αγιοσύνης μας. Μια ολάκερη φιλολογία, οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι, οι κατοπινοί χρονογράφοι και υμνωδοί, μια τέχνη ο Πολύγνωτος, ο Πανσέληνος : όλοι τους βρίσκονται μεταγλωττισμένοι και στενογραφημένοι μέσα εκεί από το λείο, το χλοερό, το δριμύ και το εκστατικό, που η μόνη γνήσια και αυθεντική τους παραπομπή ενυπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου.

Αυτή την ψυχή τη λέω αθωότητα. Κι αυτή τη χίμαιρα, δικαίωμά μου.

Οδυσσέας Ελύτης
Ο μικρός ναυτίλος, 1985
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Μ. Πέμπτη, 23

Μέρα τρεμάμενη όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού

Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη

Τα χωματένια πόδια μου
άλλοτε

(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει να ήμουν)

Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε

Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Οδυσσέας Ελύτης
από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, 1984
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Τρίτη, 7

Βρήκα μια μικρή εκκλησία όλο τρεχούμενα νερά και την κρέμασα στον τοίχο. Τα μανουάλια της είναι πήλινα και μοιάζουν με τα δάχτυλα μου όταν γράφω. Από το πώς αστράφτουν τα τζάμια καταλαβαίνω αν πέρασε άγγελος. Και συχνά κάθομαι τ' απογέματα έξω στο πεζούλι και κρατιέμαι στις κακοκαιρίες όπως το γεράνι.

Οδυσσέας Ελύτης
από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, 1984
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Πέμπτη, 2γ


Έβαλα τα βιβλία μου στα ράφια, και στη γωνιά μια λυπημένη Αγγελική.

Το ποσοστό της ομορφιάς που μου αναλογούσε πάει, το ξόδεψα όλο.

Έτσι θέλω να μ' έβρει ο ερχόμενος χειμώνας, χωρίς φωτιά, μ' ένα κουρελιασμένο παντελόνι, ν' ανακατεύω άγραφα χαρτιά σαν να οδηγάω την ορχήστρα την εκκωφαντική ενός ανεκλάλητου Παραδείσου.

Οδυσσέας Ελύτης
από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, 1984
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Τα ρω του έρωτα (πρόλογος)


Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι λίγο αυτό. Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, είναι αυτό που μας βαστάει στη ζωή. Γι’ αυτό, κοντά στα ποιήματά μου, δοκίμασα να γράψω και μερικά τραγούδια, χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου. Έτσι κι αλλιώς, μιλά κανείς για τα ίδια πράγματα που αγαπά, και από κει και πέρα το λόγο έχουν αυτοί που θα τ’ ακούσουν. Λένε πως το είδος έχει ορισμένους κανόνες. Δεν τους ξέρω και, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκα ή δεν μπορούσα ίσως να τους ακολουθήσω. Δουλεύει ο καθένας όπως νοιώθει. Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα πουλιά μυριάδες, οι ψυχές όσες και οι συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι και τα λόγια, όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβασιλεύουν.

Οδυσσέας Ελύτης
από Τα ρω του έρωτα, 1972
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)


Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Δώρο ασημένιο ποίημα


Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά
και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο

Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή
συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα
στους καιρούς της λύπης και της εξορίας

Κι η πατρίδα

μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδοχικές
φράγκικες ή σλάβικες
που αν τύχει και βαλθείς να την αποκαταστήσεις
πας αμέσως φυλακή
και δίνεις λόγο

Σ’ ένα πλήθος Εξουσίες ξένες
μέσω της δικής σου πάντοτε

Όμως
ας φανταστούμε σ’ ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να ‘ναι και σε πολυκατοικία
ότι παίζουνε παιδιά
κι ότι αυτός που χάνει

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς
να πει στους άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια

Οπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν
στο χέρι τους ένα μικρό

Δώρο ασημένιο ποίημα.

Οδυσσέας Ελύτης
από Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά, 1971
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Κυριακή 24 Μαΐου 2009

Τρεις φορές η αλήθεια

ΙΙΙ

Μ’ ένα τίποτα έζησα
Μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσανε
Σ’ ενός περάσματος αέρα
ξεγνέθοντας απόκοσμη φωνή τ’ αυτιά μου
φχιά φχιού φχιού
εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα
Τι γυαλόπετρες φούχτες
τι καλάθια φρέσκες μέλισσες και σταμνιά φουσκωτά
όπου άκουγες ββββ να σου βροντάει ο αιχμάλωτος αέρας

Κάτι κάτι
Κάτι δαιμονικό με που πιάνεται σαν σε δίχτυ
στο σχήμα του Αρχαγγέλου
Παραλαλούσα κι έτρεχα
Έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα
στην ακοή απ’ τη γλώσσα

- Ε καβάκια μαύρα
φώναζα
κι εσείς γαλάζια δέντρα
τι ξέρετε από μένα;
- Θόη θόη θμος
- Ε, τι;
- Αρίηω ηθύμως θμος
- Δεν άκουσα
τι πράγμα;
- Θμος θμος άδυσος

Ώσπου τέλος ένιωσα
Κι ας πα’ να μ’ έλεγαν τρελό
πως από ‘να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

Οδυσσέας Ελύτης
από Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά, 1971
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008)

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

Τα πάθη

ΙΑ΄

Όπου, φωνάζω, και να βρίσκεστε, αδελφοί
όπου και να πατεί το πόδι σας
ανοίξετε μια βρύση
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.
Δροσερός ο κρουνός θ’ αγαλλιάσω.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
μεγαλόφωνα το νου μου ν’ απαγγείλει
ευανάγνωστα να γίνουν τα σωθικά μου.
Δεν μπορώ
η αγχόνη τα δέντρα μου εξουθένωσε
και τα μάτια μαυρίζουν.
Δεν αντέχω
και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα.
Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.
Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατούν το μέλλον.
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
θ’ αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.
Όπου και να πατεί το πόδι σας, φωνάζω
ανοίξετε, αδελφοί
με βρύση ανοίξετε
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη!

Οδυσσέας Ελύτης
από το Άξιον εστί, 1959
συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση,
(πέμπτη έκδοση, 2008)

Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

Τα πάθη, Ε΄

Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός
κι απ’ τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
Ποιοι, πώς πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιοι, ποιων, πόσων οι στρατιές;
Τ’ ουρανού το πρόσωπο γυρίζει

κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Εσύ μόνη από τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη από την κόψη της πέτρας μιλάς
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της άνοιξης
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη,
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!

Οδυσσέας Ελύτης
από το Άξιον εστί, 1959

συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση
(πέμπτη έκδοση, 2008)

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας

Δ’

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
Μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές που του ‘φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Κι η απορία μαρμάρωσε …

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ακούν με προσοχή.
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Χωρίς άλλα κεριά
Κείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Κι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια –
Μικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!

Ω μην κοιτάτε ω μην κοιτάτε από πού του –
Από πού του ‘φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Μην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Κι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!

Οδυσσέας Ελύτης
από το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο

ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, 1945
Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση,

Οκτώβριος 2008)