Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθερίου Μάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθερίου Μάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009

Η πόρτα της Πηνελόπης

Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από ‘κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με τα πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.

Μάνος Ελευθερίου
από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης, 2003

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Αυτές οι ρεματιές κι αυτά τα βράχια
κι αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα που φεύγουν και
ξαναγυρνούν,
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο κωνσταντίνος ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες
παρά μονάχα ψεύτες
και ρουφιάνοι,
ω πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά, στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο,
είσαι η Πρέβεζα, τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι, ο Πόντος κι η Ερμούπολις,

ω πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια

μ’ αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα σπίτια
μ’ αυτά τα βράχια δίπλα στο γιαλό
μ’ αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους

θα ‘ρθει καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.

Μάνος Ελευθερίου
από τη συλλογή Τα ξόρκια, 1973

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Ω φίλοι, φίλοι μου

Φίλοι παλιοί χρυσάφι παλιό
χρόνια κρυμμένοι στις σκιές
το θάνατό τους τον μαθαίνουμε
απ' τις εφημερίδες.

Στα μαγεμένα σπίτια τους
είχαν καθρέφτες σκοτεινούς.
Τα βράδια ντύνονταν πτηνά
να ξεγελούν τους ουρανούς.
Νιώθαν ασφάλεια μες στις χαράδρες
του έρωτα
ύψωναν πόρτες στις ερήμους
κυκλοφορούσαν μόλις νύχτωνε
σαν αυτοκράτορες.

Με τόσες μάσκες,
μεταμορφώσεις και μονολόγους
δε φταίει κανείς που χάθηκαν
μέσα σε τόσους ρόλους
μήτε που τρίζει το βασίλειο
σαν το σπασμένο καναπέ.

Ω φίλοι, φίλοι μου,
μιλήσατε τα ελληνικά σαν τα ξερά φύλλα
της λεύκας στο αέρα.

Μάνος Ελευθερίου
από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο, 1997

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Προς το ξημέρωμα


Αποβραδίς έβρεξε θάνατο στο σπίτι μου.
Κακές αρρώστιες έβρεξε και χωρισμούς.

Προς το ξημέρωμα είδα και τ' όνειρο,
ένα ποτάμι μαύρο ανάμεσά μας
και στις κορφές των δέντρων τ' άγρια πουλιά
ημερωμένα.

Ανύποπτοι περνούσαν οι περαστικοί.

Στους δρόμους ξύλα πεταμένα,
παράθυρα και πόρτες φτωχών σπιτιών,
κρεβάτια και σκεπάσματα.
Ένας αιμόφυρτος καιρός έφερνε άλλον σαν δείγμα
ενός κατακλυσμού που δεν πιστεύεις.

Από το ψεύτικο μάτι ενός πνιγμένου ζητιάνου
έβγαινε καπνός και νοσταλγία.
Το άλλο μάτι του στυλωμένο στο χώμα
είχε ανοίξει μια τρύπα και κοίταζε
περίλυπο τον κάτω κόσμο.

Τότε είπα ν' αλλάξω σπίτι ν' αλλάξω πια πατρίδα.

Μάνος Ελευθερίου
από τη συλλογή Τα όρια του μύθου, 1978