Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιωτοπούλου Ντενίζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιωτοπούλου Ντενίζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Σύντομο όνειρο


Δυο εραστές σηκώθηκαν από το κρεβάτι αργά, οι πτυχές απ΄τα σεντόνια κύματα που τους ξεσήκωσαν, αναμετρήθηκαν μαζί τους, οι πτυχές απ΄τα σεντόνια αίματα που καταβρόχθισαν μια νύχτα, με χάση φεγγαριού.
Δυο εραστές άνοιξαν τα ψυγείο και στάθηκαν μπροστά του γυμνοί, δροσίστηκαν και έβγαλαν τις γλώσσες τους κοροϊδευτικά στα παγάκια που άχνιζαν, δεν έφαγαν τίποτα πέρα από σάρκες από τις σάρκες τους.
Δυο εραστές τραγούδησαν δυνατά, τόσο δυνατά που κανείς δεν τους άκουσε, στήθηκαν στο μπαλκόνι, γυμνοί και σιωπηλοί και τότε όλοι τους κοίταζαν και τραγούδησαν αντί γι' αυτούς.
Δυο εραστές ξεκαρδίστηκαν απ' τα γέλια, γέλασαν τόσο που στο τέλος έκλαψαν, τους τύλιξε η μοναδιά τους σε μια κόλα χαρτί και το χαρτί ταξίδεψε και ταξίδεψε άγραφο, μέχρι που ξεβράσηκε ο έρωτας σε μια παραλία.
Όλοι βλέπανε το χαρτί μα κανείς δεν το άγγιζε μέχρι που χάθηκε η παραλία και κατακτήθηκε απ' τη θάλασσα.

Ντενίζ Παναγιωτοπούλου
από τη συλλογή Hic sunt leones,  από τις σημειώσεις μιας παρατεταμένης εφηβείας, 2014


 

Επαγγελματικός προσανατολισμός - Ι


Χάθηκα μέσα στο δάσος. Πού είναι οι προβολείς του αυτοκινήτου να μου δείξουν πού πάω;
Χάθηκα μέσα στο δάσος. Μπλέχτηκα με τους κισσούς που αγκάλιασαν ξέφρενα τις βελανιδιές.
Χάθηκα μέσα στο δάσος. Περιμένω να βγει το φεγγάρι, αγαπημένη ερωμένη σε περιπάτους μοναχικούς.
Χαμένος μέσα στη σιωπή του δάσους. Συνοδοί μου τα νυχτοπούλια, μαθαίνω νέες αναγνώσεις, ακούω μα δεν μιλάω, φεύγω όλο φεύγω, μα όλο έρχομαι.
Σιωπή του δάσους ο βόμβος του αέρα οπυ σχίζει στη μέση τη λαγκαδιά, ανεπαίσθητο χάδι.
Η βροχή ξέσπασε για τα καλά. Φλίκουρα παρασέρνει το ρέμα. Η ροή βρυχιέται σαν λιοντάρι που ψάχνει για ταίρι. Παρασέρνει ό,τι βρει μπροστά της, ώσπου πνίγει τη σιωπή, τη φλυαρία, τη φαυλότητα, πνίγει.
Και μετά το λαγκάδι βυθίζεται στη σιωπή του. Στις γνώριμες φωνές, στα νυχτοπούλια. Ντελάληδες του ποτέ και του τίποτα.

Ντενίζ Παναγιωτοπούλου
από τη συλλογή Hic sunt leones, από τις σημειώσεις μιας παρατεταμένης εφηβείας, 2014

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Οι ένοικοι


(έργο του Ντίνου Παπασπύρου)

Περνούσα τυχαία. Βρήκα την πόρτα μισάνοιχτη και μπήκα. Στην αρχή δίστασα. Αγκομαχούσαν τα σκαλιά καθώς τα ανέβαινα, θαρρείς πως κουβαλούσαν όχι μόνο εμένα, αλλά και απουσίες αβάσταχτες.
Με φιλοξένησαν οι παλιοί του ένοικοι. Όμορφοι άνθρωποι. Μου έκαναν το τραπέζι, χορέψαμε στην παλιά σάλα, έτριξαν οι σανίδες από το χοροπηδητό. Τα παιδιά έπαιζαν κρυφτό. ΄
Όταν έφυγα, το σπίτι βρέθηκε σε απόγνωση. Ένας βαθύς λυγμός και μετά σωριάστηκε στα πόδια του.
Υπάρχουν και σπίτια που μένουν μόνα τους.
Ξαναγύρισα, λίγο αργότερα, με τον Αλέξανδρο.
Όταν το έμαθα, δεν είχε απομείνει τίποτα.

Ντενίζ Παναγιωτοπούλου
δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρ. περιοδικό Ποιείν
τον Σεπτέμβριο του 2012

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Ανίκανος Θεός


Όταν γράφεις νιώθεις σαν ένας μικρός Θεός. Εσύ είσαι που καθορίζεις την τύχη των ηρώων σου. Εάν δεν σου κάνει κάποιος τον σκοτώνεις ή καλύτερα τον κάνεις να πεθάνει. Όμως ένας χαρακτήρας για να στέκει, πρέπει να έχει σχέση με την πραγματικότητα την οποία καθορίζει κάποιος άλλος Θεός ή Διάβολος. Τέλος πάντων, οποιοσδήποτε άλλος εκτός από εσένα.

Και τώρα σκέφτομαι θλιμμένος που να βρίσκεται αυτή η ελευθερία που υποσχέθηκα στον εαυτό μου.  

Ντενίζ Παναγιωτοπούλου
δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρ. περ. Ποιείν τον Σεπτέμβριο του 2012

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Πόσα άχρηστα πράγματα ...

Πόσα άχρηστα πράγματα μαθαίνεις χωρίς καν να ρωτήσεις.

Ανοίγεις την τηλεόραση και αμέσως μετά την κλείνεις. Έμαθες κάτι που δεν σε ενδιέφερε. Φοβάσαι μήπως γνωρίζεις λιγότερα από ότι οι άλλοι γύρω σου. Την ανοίγεις ξανά. Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να μην ξέρεις τι να πεις όταν βρίσκεσαι με τον άλλο. Και όταν μιλάτε για ακίνδυνα πράγματα, είναι καλός σύμβουλος οι κοινοτοπίες, η ορισμένη κοινή γνώμη που επέλεξες.

Λόγια δυνατά
ο αέρας τα πήρε
παραπονιέμαι.

Βρήκες το χρόνο να περπατήσεις. Επιτέλους. Μετά από ένα δωδεκάωρο εργασιακής «απραξίας», σκυφτός και αμίλητος, βρήκες το χρόνο. Είναι αργά. Περιδιαβαίνεις τους δρόμους και αποτυπώνεται στο μυαλό σου ένα διαφημιστικό πανό, μια φωτεινή επιγραφή, μια εκπομπή από την τηλεόραση που κείτεται σε μια βιτρίνα προς πώληση. Εάν πάρεις το μετρό, θα δεις άλλα διαφημιστικά μηνύματα, έτσι για να αλλάζεις καταστάσεις. Κάποιες φορές, εάν είσαι τυχερός, μπορεί και να ακούσεις ήχους κλασικής μουσικής.

Πρέπει να γνωρίζεις πολλά και να λες λίγα. Έτσι για να μην εξάπτεις την ανταγωνιστική διάθεση των άλλων. Μπορείς να μιλάς στους άλλους με οικονομικούς όρους και για τα σύγχρονα χρηματοοικονομικά μέσα, αλλά ποτέ δεν πρόκειται να τους αποκαλύψεις ότι το λουλουδάκι που μόλις πριν τσαλαπατήθηκε ονομάζεται «anthemis tinctoria» και ότι οι αρχαίοι Έλληνες το είχαν αφιερώσει στη θεά Άρτεμη.

Ντενίζ Παναγιωτοπούλου
από το ποιητικό βιβλίο Η εξομολόγηση μιας σφήκας, 2010

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Εάν το θέλεις πολύ ...

Εάν το θέλεις πολύ μπορεί και να πετάξεις. Γίνεσαι ένα με ένα φύλλο χαρτί που το συνεπαίρνει ο άνεμος και το πηγαίνει στα σύννεφα και τα σύννεφα το ρουφάνε και το ρουφάνε και ποτέ δεν το αφήνουν να ξεφύγει. Έχεις διαβάσει ποτέ τα σύννεφα; Αυτές τις λευκές γραφές με τις οποίες έρχεσαι αντιμέτωπος και δεν μπορείς να ξεφύγεις γιατί είναι εύκολο να τις κάνεις δικές σου, αυτές τις ατελείωτες λευκές γραφές, που τις συμπληρώνεις έτσι όπως εσύ θέλεις και τις αφήνεις ατελείωτες να τις συμπληρώσει κάποιος άλλος, ή που δεν τις συμπληρώνεις γιατί κάποιος άλλος ήδη τις έχει συμπληρώσει και δεν θέλεις να χαλάσεις τα ιδεογράμματα.

Ντενίζ Παναγιωτοπούλου
από το ποιητικό βιβλίο Η εξομολόγηση μιας σφήκας, 2010

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Συνάντησα κάποτε μια μοναχική σφήκα ....

Συνάντησα κάποτε μια μοναχική σφήκα. Αυτήν την ιδιότητα την κέρδισε με την αξία της. Είχε φτιάξει το καταφύγιό της στη στέγη του σπιτιού μου, σε μια χαραμάδα ανάμεσα στα δοκάρια και την ξύλινη οροφή. Δεν την ένοιαζε που ζούσε μόνη της. Η κοινότητα ως έννοια αλλά και ως κατάσταση την άφηνε εντελώς αδιάφορη. Ήθελε να επιβιώνει χωρίς να ακολουθεί συμβάσεις, τώρα θα φάμε, τώρα θα κυνηγήσουμε, τώρα θα ταΐσουμε τη βασίλισσα, τώρα θα πεθάνουμε. Επιπλέον, εξαιτίας μια υπερευαισθησίας στο ακουστικό της νεύρο δεν μπορούσε να αντέξει παρά μόνο το δικό της βουητό, το δικό της βουητό μέσα στη σιγαλιά της σοφίτας ενός εξοχικού σπιτιού.
Έτσι της άρεσε να ζει.

Ντενίζ Παναγιωτοπούλου
από το ποιητικό βιβλίο Η εξομολόγηση μιας σφήκας, 2010