Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαρβέρης Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαρβέρης Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Εσπερινός της αγάπης

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις -
θέλουν πολύ για να υποκύψουν
οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα 'πρεπε κάπως να 'χαμε κι εμείς χωρέσει.

Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ' απογίνουμε
σ' ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

Γιάννης Βαρβέρης
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο,
τεύχ. 72, Ιανουάριος - Μάρτιος 2006

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Πρόβα

Ζούμε καλά
σ' αυτό το απόμερο νεκροταφείο.
Στους ευάερους τάφους
κάνουμε πρόβες ξαπλωμένοι
ενώ φυσάει από παντού ζωή
και μας γεμίζει νιάτα.
Όταν τελειώνει η πρόβα σηκωνόμαστε
γεμάτοι αισιοδοξία και δύναμη. Αύριο πάλι.
Οι πρόβες συνεχίζονται επ' αόριστον
και μας μικραίνουν
σιγά σιγά ξαναγυρίζουμε στη γέννησή μας
και παραδινόμαστε
ετοιμοθάνατα νεογέννητα
γεμάτα σφρίγος.

Ζούμε καλά
σ' αυτό το απόμερο νεκροταφείο.
Ποτέ σας δε θα μάθετε
πώς μεγαλώνει ένας άνθρωπος
σε βρέφος
που δεν κλαίει.

Γιάννης Βαρβέρης
από τη συλλογή Στα ξένα, 2001

Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς

Χθες είδα πάλι στον ύπνο τον πατέρα. Καθόμασταν οι
δυο μας σ' ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος
μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. - Είσαι καλά; του λέω.
- Καλά, καλά, και μού 'πιασε το χέρι. - Άντε, στην υγειά
σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε
πάνω στο τραπέζι. - Δεν πίνεις; ρώτησα. - Εσύ να πιεις,
απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω.

Γιάννης Βαρβέρης
από τη συλλογή Πεταμένα λεφτά, 2005

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Έλα γι' απόψε


Φρόντισα όσο μπορούσα το ντεκόρ.
Στον καναπέ και στις καρέκλες
εξώφυλλα των δίσκων νεκροζώντανες
οι δόξες του "50.
Δυο τρεις αφίσες από κέντρα του καιρού
κι ήδη στο στέρεο
με παπιγιόν δυο πλήκτρα ο Γιάννης Σπάρτακος.
Απέναντί του ο ξύλινος παλιός καλόγερος
με τ' άσπρο σου λινό κοστούμι
τη μεταξωτή γραβάτα σου δεμένη στο κολάρο
το μαντίλι στο τσεπάκι.
Κι ανοίγω τη τζαμόπορτα :

Έξω φυσάει κι είναι κρύο κι είναι μπόρα
Πού να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
Απόψε μου λείπεις μου λείπεις πολύ
Θα καθόμουν πλάι σου
Κοντά στο τζάκι με φιλιά να σε κοιμήσω
Ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά.

Ακούς, μ' ακούς
Πατέρα;
Έλα γι' απόψε
μόνο απόψε
λίγη ώρα.

Γιάννης Βαρβέρης
από τη συλλογή Πιάνο βυθού, 1991

Παίζουμε τους ζωντανούς;

Vincent Van Gogh, The Smoker, 1888

Ξαπλώνω απόψε πάλι στη μεριά σου.

Και με φωνάζω από το διπλανό δωμάτιο
μ' αγκαλιάζω με φιλάω
είμαι περήφανος για τους βαθμούς σου
το Σάββατο θα πάμε σινεμά
την Κυριακή θα φάμε έξω
και σε σφίγγω στη σκιά μου
αυτήν που έχω στους πνεύμονες
και δε θα σε προλάβουν
μονάχα μην υποπτευθείς
γι' αυτό
ανάβω και τσιγάρο.
- Μπαμπά, πάλι τσιγάρο;
μ' ακούω να λέω
αλλά δεν ξέρω πια
ποιός απ' τους δυο
καπνίζει
και ποιός κλαίει.

Γιάννης Βαρβέρης
από τη συλλογή Άκυρο θαύμα, 1996

Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Ο κύριος Φογκ ενώπιον ναυαγού


Μια μέρα
από την πολυθρόνα του είδε
ο κύριος Φογκ
έναν άνθρωπο να πνίγεται.
- Αφού δεν γνωριζόμαστε
τι νόημα έχει να τον σώσω, σκέφτηκε.
Με τον καιρό θα με ξεχνούσε
ενώ εγώ για πάντα θα θυμόμουν
την αγνωμοσύνη του.
Ή θα 'τανε δια βίου ευγνώμων
κι έτσι μοιραία θα τον ξεχνούσα.
Θέματα τόσο σοβαρά
καλύτερα να τα ρυθμίζει
η θάλασσα.

Γιάννης Βαρβέρης
από τη συλλογή Ο κύριος Φογκ, 1993

Η ζωή

Catacombs in Paris, photograph by Joseph O. Holmes

Κάτω απ' το χώμα εδώ η ζωή
μακραίνει
κι όλο χτενίζουμε
του διπλανού μας τα μαλλιά
κι ο ένας του άλλου
κόβουμε τα νύχια.

Και κάθε νύχτα οι πιο παλιοί
νιώθουν του φρέσκου διπλανού ν' ανασηκώνονται
τα δάχτυλα βαριά
να ψηλαφούνε για ένα χάδι τρυφερό
τη σάρκα που έμεινε.

Γιάννης Βαρβέρης
από τη συλλογή Ο θάνατος το στρώνει, 1986

Ο θάνατος το στρώνει


Μαύρες κουκκίδες
Διάττοντες στο χιόνι
Σήμα μικρό που χάνεται στη θέα
Να κάνει σκι πάνω σε μια νιφάδα
Το βρίσκει άλλη νιφάδα και το λιώνει
Λιώνει κι αυτή
Χιόνι στο χιόνι
Βέρμιο Φτερόλακκα ψηλά βουνά
Ο χρόνος -
Κι ο θάνατος το στρώνει.

Γιάννης Βαρβέρης
από τη συλλογή Ο θάνατος το στρώνει, 1986

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Πιάνο βυθού














Αυτές οι νότες
που σας στέλνω
με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα
μα κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ' τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυο
ως κάτω στο βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου

Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική.
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει

Γι' αυτό να μην ανησυχείτε.
Το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ' εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.

Γιάννης Βαρβέρης
από τη συλλογή Πιάνο βυθού, 1991

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

6 Δεκεμβρίου, Νικολάου, Επισκόπου Μύρων
















Εν μέσω δύο Νίκων

ενός νεκρού
κι ενός μικρού
δέχομαι τις ευχές σας
φυσικά για τον δεύτερο.
Σαν να επρόκειτο να 'ναι ποτέ πολλά
τα χρόνια
από τα χρόνια σας πολλά
και σαν να χρειάζεται
ευχές δικές σας για να ζήσει
ενός μικρός.
θα ζήσει
το παν θα κάνει
για να ζήσει.
Ενώ ο νεκρός;
Κανείς σας δεν ευχήθηκε για κείνον
που ήταν ωστόσο η προϋπόθεση
της έστω ευχής σας

Καθώς έσβηνα πάντοτε
κεράκια αποδημίας
η ευχή τους σήμερα
«χρόνια πολλά» και «να μου ζήσει»
είναι κρυφά
υπόμνηση αυστηρότατη μονάχα
προς τη μνήμη μου.
Πατέρα.

Γιάννης Βαρβέρης,
από την ανθολογία του Καστανιώτη,
Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα, 1998