Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γουναροπούλου - Τουρίκη Αντωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γουναροπούλου - Τουρίκη Αντωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Επιμύθιο


Και τα βουνά βραδιάσαν, σιγά-σιγά, μέσα στο σούρουπο. Έγινε η ανάσα τους βαθιά και αργή, πήραν το μαβί απ' τη θάλασσα και το σπρώξαν απαλά ν' ανεβεί προς τα πάνω. Σκαρφάλωσε το εσπέριο χρώμα - άγγιξε τη σελήνη, σηκώθηκε πιο ψηλά, έβαψε όλο το θόλο. Τα βουνά θα γαληνέψουν σε λίγο, θα κοιμηθούν σβησμένα μες στο σκοτάδι, μ' ένα λαμπρό φεγγάρι να έλκει τα όνειρά τους στον ουρανό και να τα ρίχνει ξανά πάνω στη θάλασσα.

Αντωνία Γουναροπούλου - Τουρίκη
από τη συλλογή Το άστρο του Τίποτε, 2012

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Γιώργος Σ. και Ιωάννα *


Τώρα ηρέμησες πια.
Με κοιτάς με το μικρό σου
χαμόγελο, που είχες παιδί.
Πώς πεθαίνει, Θεέ μου, ένας άντρας;
Πού πηγαίνει ο άπειρός του καημός;

Στην γνώριμη γειτονική εκκλησιά
λιβάνι, ημίφως, χαμηλωμένες φωνές.
Είμαι κι εγώ λιγάκι πεθαμένη,
είσαι κι εσύ λιγάκι ζωντανός.

Σ' ακολουθώ υπνωτισμένη,
μου δείχνεις το δρόμο προσεκτικά.
Όμορφος που 'ναι αυτός ο ήλιος του
     Σεπτέμβρη ...
Κι ο θάνατος κουρνιάζει μέσα μου
τόσο μα τόσο απλά.

Αντωνία Γουναροπούλου - Τουρίκη
από τη συλλογή Το άστρο του Τίποτε, 2012



* Καμιά φορά βρίσκουμε κρυμμένη την ποίηση σε «τόπους» που δεν είχαν σκοπό να είναι ποιητικοί. Οι στίχοι αυτοί, όχι με τη μορφή στίχων, βέβαια, βρίσκονταν κρυμμένοι στα λόγια που απευθύνει η Ιωάννα Τσάτσου προς τον νεκρό της αδερφό Γιώργο Σεφέρη, στο βιβλίο της Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1974 (2000). Το μόνο που έμενε μετά τον εντοπισμό τους στις σελίδες 230-231, ήταν να «μπούνε στη θέση τους», με κάποιες μικρές αλλαγές και προσθήκες εδώ κι εκεί.

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Άμπωτη

Στον Τάκη Μενδράκο

Θα ήθελα τώρα να επιστρέψεις
στη μουσκεμένη άμμο.
μη φεύγεις άλλο
προς τα βάθη.
Δες - στεγνώνουνε τα θραύσματα
πολύχρωμων βοτσάλων,
θολώνουνε και σβήνουν
κάτω από τόσο
κίτρινο ήλιο.

Άκου - σωπαίνω. Κι από μακριά
καλώ και θησαυρίζω
τους ψιθύρους σου.
Το μεσημέρι, ξέρεις,είχε γεμίσει
ο γιαλός σου χορευτές,
και μουσικές,
τόσο ξερές και τόσο επώδυνα
εύκολες.

Να σε ακούσω θέλω - την οργή σου
και το γέλιο σου, κι άλλοτε
βυζαντινή την ακαταδεξιά σου.

Κοίτα - σταυροί στην άμμο που άφησες,
με χέρια ανοιχτά
αμίλητα παιδιά
γερνάνε στο νοτιά σου.

Δώσ' μου τη ράχη σου
να κολυμπήσω.

Αντωνία Γουναροπούλου - Τουρίκη
από τη συλλογή Το άστρο του Τίποτε, 2012
 

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Μεσάνυχτα


Απαθή μεσάνυχτα
μιας κάποιας ήτανε νομίζω
Παρασκευής.
Ξεφόρτωναν χασάπηδες στην αγορά
κι ετοίμαζαν τις εκκλησιές
μονόχρωμες γυναίκες
για λειτουργία Σαββάτου.

Πολυέλαιοι πλούσιοι
και κόκκινοι πορφύρας,
τ΄αρνιά σφαγμένα
στα τσιγκέλια.

Νομίσαμε γι' ανάσταση
το βέλασμα τ' αμνού,
ανάκουστο που κόλλησε
στη λάμα.

Μεγάλο Σάββατο άπλωνε
στη μέσα μου ερημιά.

Αντωνία Γουναροπούλου - Τουρίκη
από τη συλλογή Το άστρο του Τίποτε, 2012

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

γεύμα


έστρωσε τα μαλλιά της
τα ρούχα της
το τραπέζι

κάθισε κι έφαγε
σιωπηλά

έπειτα σήκωσε
τα πιάτα

και σκούπισε
το τραπέζι
το πάτωμα
τα
    μάτια

Αντωνία Γουναροπούλου - Τουρίκη
από τη συλλογή Το άστρο του Τίποτε, 2012

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

Διαδρομή

Πάρε το δρόμο που
διασχίζει το βουνό
– τον ξέρεις –
μέχρι το πρώτο
σταυροδρόμι
που θα δεις.
Δε θα χαθείς,
μπηγμένο στην κούρμπα
έχει ορθό ένα μικρό
νεκρικό εικονοστάσι.
Εκεί, να στρίψεις δεξιά
και με αργή ταχύτητα
ν’ αρχίσεις ν’ ανεβαίνεις.
Φιδοσέρνεται ο δρόμος
απαλά,
στο δεύτερο τ’ αριστερό
του γύρισμα εσύ να
σταματήσεις.
Μη συνεχίσεις.
Στρέψε και κοίτα αριστερά
– θα καταλάβεις ποιο
είναι αμέσως.
Στέκει ολόρθο λιγάκι απόμερα
από τα δέντρα γύρω,
σαν ξεκομμένο, και
– μόνο του αυτό –
στην άκρη άκρη...
Θα το γνωρίσεις
κι απ’ τον κορμό:
λιγάκι πάνω απ’ τα μισά
ελαφρογέρνει σαν να
διστάζει, με έναν έφηβον
ωραίο δισταγμό.
Το φύλλωμά του... Α.
Άσ’ το αυτό. Άργησες λίγο,
δε θα μπορέσεις να το δεις
πώς το ’χε ο άνεμος χτενίσει
σπρωγμένο όλο προς το ναι
του νεανικού του ενδοιασμού –
είναι που πέρασε από δω
και η πυρκαγιά εκείνη...

Κι όταν αρχίσεις να γυρνάς,
από τον ίδιο δρόμο,
μην ξεχαστείς:
στο σταυροδρόμι – αριστερά,
να θυμηθείς
το νεκρικό εικονοστάσι.

Αντωνία Γουναροπούλου - Τουρίκη
από τη συλλογή Το άστρο του Βορρά, 2010

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Στην Ερυθρά

Πίσω του πλήθος ρακένδυτου λαού, άντρες νέοι και ήδη βαθιά ταπεινωμένοι από τις προσταγές του αφέντη, γυναίκες φορτωμένες κιλίμια, καλάθια και μωρά, με το χρώμα το βαθύ της ματαιότητας στα πρόωρα γερασμένα μάτια τους – όλοι, αμέτρητοι, σαν ένα σώμα, είχαν σταθεί ξοπίσω του κρατώντας καρφωμένο το βλέμμα στη λιγνή του ράχη. Ο Μωυσής ένιωθε αυτά τα μάτια να τον πιέζουν, να τον σπρώχνουν, λίγο και θα ‘πεφτε στη θάλασσα εμπρός του. Και το στράτευμα του Φαραώ πλησίαζε. Ήδη ακούγονταν οι κλαγγές των δοράτων και τα ποδοβολητά των αλόγων.
Θα τους έσφαζαν όλους.
Οι άνθρωποι πίστευαν στον Μωυσή. Και ο Μωυσής πίστευε στον Θεό. Με σφιγμένα χείλη, ύψωσε τα μάτια και το ραβδί στον ουρανό. «Θεέ μου, ελέησον τον λαόν σου», ψιθύρισε. Κι απότομα κατέβασε το ραβδί, έδειξε βέβαιος με την άκρη του τη θάλασσα που τους έφραζε τον δρόμο.
Μα τίποτα δεν συνέβη. Οι Αιγύπτιοι πια διακρίνονταν πίσω απ’ το πλήθος, οπλισμένοι πάνω στ’ άλογα και στ’ άρματά τους, κι θάλασσα έμενε εκεί συμπαγής, αμετάλλαγη, αδιάφορη, στείρα από έλεος.
«Θεέ μου …» παρακάλεσε ξανά ο Μωυσής, κι ένας λυγμός απελπισίας τράνταξε την αδύναμη ράχη του.
Μα το ταλαιπωρημένο πλήθος πίστευε στον Μωυσή. Τον είδαν να τραντάζεται. Τους διέτρεξε σύγκρυο. Οι γυναίκες σφίξαν τα βρέφη πάνω τους, τράβηξαν πιο κοντά τα παιδιά τους που είχαν ήδη κουρνιάσει μες στα φορέματά τους, τα πιέσαν στα σώματά τους, λες κι έτσι θα τα ‘σωζαν.
Οι Αιγύπτιοι είχαν ξεθηκαρώσει. Λίγες οργιές τους χώριζαν από τους τελευταίους του πλήθους. Κι οι τελευταίοι αυτοί, άντρες, νέοι, γέροι, γριές, πέσαν στα γόνατα και καλύψαν με τα χέρια το κεφάλι κοιτώντας ακόμη τη γεροντική ράχη του Μωυσή. Κι ο Μωυσής, με φωνή βραχνή σαν μέσα από τάφο, πρόσταξε : «Θεέ μου!» και τίναξε το ραβδί του πάλι προς τη θάλασσα.
Οι άνθρωποι πίστευαν στον γέροντα. Κι ο γέροντας πίστευε ως το μεδούλι στον Θεό.
Ούτε θεός, ούτε γέροντας.
Εκείνο το ωχρό απόγευμα, την ιστορία την γράψαν τα ξίφη των Αιγυπτίων. Κι η θάλασσα κοκκίνισε, βρόμισε, γέμισα σφαγμένα κορμιά, αποκεφαλισμένα κορμιά, κορμιά τεμαχισμένα.
Ούτε Θεός, ούτε γέροντας.
Ούτε Θεός – ούτε γέροντας.

Αντωνία Γουναροπούλου – Τουρίκη
από τη συλλογή Το άστρο του Βορρά, 2010

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Οι ζωγραφιές

Ψάρια να χτυπιούνται πιασμένα σε απόχη,
άνθρωποι αγριεμένοι ωρύονται,
καθένας σε άλλη γλώσσα.
Γέροντες αργοκουνάν την κεφαλή
γυρνώντας στη χλαλοή την πλάτη,
πεύκα καμένα και ορθά μέσα στην έρημη νύχτα :

οι ζωγραφιές του γιου μου.

Αντωνία Γουναροπούλου - Τουρίκη
από τη συλλογή Το άστρο του Βορρά, 2010