Πίσω του πλήθος ρακένδυτου λαού, άντρες νέοι και ήδη βαθιά ταπεινωμένοι από τις προσταγές του αφέντη, γυναίκες φορτωμένες κιλίμια, καλάθια και μωρά, με το χρώμα το βαθύ της ματαιότητας στα πρόωρα γερασμένα μάτια τους – όλοι, αμέτρητοι, σαν ένα σώμα, είχαν σταθεί ξοπίσω του κρατώντας καρφωμένο το βλέμμα στη λιγνή του ράχη. Ο Μωυσής ένιωθε αυτά τα μάτια να τον πιέζουν, να τον σπρώχνουν, λίγο και θα ‘πεφτε στη θάλασσα εμπρός του. Και το στράτευμα του Φαραώ πλησίαζε. Ήδη ακούγονταν οι κλαγγές των δοράτων και τα ποδοβολητά των αλόγων.
Θα τους έσφαζαν όλους.
Οι άνθρωποι πίστευαν στον Μωυσή. Και ο Μωυσής πίστευε στον Θεό. Με σφιγμένα χείλη, ύψωσε τα μάτια και το ραβδί στον ουρανό. «Θεέ μου, ελέησον τον λαόν σου», ψιθύρισε. Κι απότομα κατέβασε το ραβδί, έδειξε βέβαιος με την άκρη του τη θάλασσα που τους έφραζε τον δρόμο.
Μα τίποτα δεν συνέβη. Οι Αιγύπτιοι πια διακρίνονταν πίσω απ’ το πλήθος, οπλισμένοι πάνω στ’ άλογα και στ’ άρματά τους, κι θάλασσα έμενε εκεί συμπαγής, αμετάλλαγη, αδιάφορη, στείρα από έλεος.
«Θεέ μου …» παρακάλεσε ξανά ο Μωυσής, κι ένας λυγμός απελπισίας τράνταξε την αδύναμη ράχη του.
Μα το ταλαιπωρημένο πλήθος πίστευε στον Μωυσή. Τον είδαν να τραντάζεται. Τους διέτρεξε σύγκρυο. Οι γυναίκες σφίξαν τα βρέφη πάνω τους, τράβηξαν πιο κοντά τα παιδιά τους που είχαν ήδη κουρνιάσει μες στα φορέματά τους, τα πιέσαν στα σώματά τους, λες κι έτσι θα τα ‘σωζαν.
Οι Αιγύπτιοι είχαν ξεθηκαρώσει. Λίγες οργιές τους χώριζαν από τους τελευταίους του πλήθους. Κι οι τελευταίοι αυτοί, άντρες, νέοι, γέροι, γριές, πέσαν στα γόνατα και καλύψαν με τα χέρια το κεφάλι κοιτώντας ακόμη τη γεροντική ράχη του Μωυσή. Κι ο Μωυσής, με φωνή βραχνή σαν μέσα από τάφο, πρόσταξε : «Θεέ μου!» και τίναξε το ραβδί του πάλι προς τη θάλασσα.
Οι άνθρωποι πίστευαν στον γέροντα. Κι ο γέροντας πίστευε ως το μεδούλι στον Θεό.
Ούτε θεός, ούτε γέροντας.
Εκείνο το ωχρό απόγευμα, την ιστορία την γράψαν τα ξίφη των Αιγυπτίων. Κι η θάλασσα κοκκίνισε, βρόμισε, γέμισα σφαγμένα κορμιά, αποκεφαλισμένα κορμιά, κορμιά τεμαχισμένα.
Ούτε Θεός, ούτε γέροντας.
Ούτε Θεός – ούτε γέροντας.
Αντωνία Γουναροπούλου – Τουρίκη
από τη συλλογή Το άστρο του Βορρά, 2010