Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Ανιδιοτέλεια

Χρόνια πολλά αρμενίζαμε χωρίς πανιά
σε θάλασσα απρόβλεπτη.
Κρυφό σαράκι η αναζήτηση.
Στα λιμάνια ανάπαυση δε βρήκαμε.
Πατρίδα μας τα κύματα.
Στα πιο ψηλά τους γαληνεύαμε.
Στην αγάπη τους τη χωρίς σύνορα,
χωρίς ελπίδα,
χωρίς ανταπόδοση.
Κι η θάλασσα ανιδιοτελής,
γενναία,
ατιθάσευτη.
Δίχως να υπόσχεται,
δίχως να περιμένει.
Μόνο κάλπαζε γενναία
και μας προκαλούσε,
θύμωνε όταν λογαριάζαμε τα κέρδη μας.
Ζητούσε να της δοθούμε ολοκληρωτικά,
να μάθουμε τα μυστικά της.
Και μεις αρμενίσαμε στα φυλλοκάρδια της,
αναζητήσαμε τη γαλήνη μέσα στη φουρτούνα,
τη στοργή στην κακοκαιριά.
Και μοιάσαμε στο πέλαγος,
αγαπήσαμε τα κύματα τα μεγάλα,
κάναμε σύντροφο τον ωκεανό.
Εμπιστευθήκαμε το βαθύ του βλέμμα,
ξεκουραστήκαμε στην απεραντοσύνη του.
Ελεύθεροι κι άπειροι
σκαρφαλώσαμε στις άκρες τ’ ουρανού,
ακολουθήσαμε τ’ αγριοπούλια στις χώρες του ορίζοντα.



Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Άγρυπνες, σιωπές, 2018

Έφυγες



Έφυγες μέσα στη νύχτα
σαν σκιά, σαν θρήνος, σαν χάδι πονεμένο.
Έφυγες κι άφησες κρύα την κάμαρη
και μια σιωπή παγερή απλώθηκε μέσα μας.
Άδειασε η ψυχή
χωρίς τη στοργή,
χωρίς το χαμόγελό σου.
Τώρα παντού κάτι άχρωμοι τοίχοι,
μια μνήμη πονεμένη,
πουλιά που διαισθάνονται τον θάνατο.
Και τα όνειρά μας άδεια,
ένα μοιρολόγι η βροχή,
ένα ψιθύρισμα το δάκρυ των δέντρων.
Ορφανοί κάτω απ’ την απεραντοσύνη,
προσπαθούμε να πλάσουμε ξανά τις μέρες,
να μαζέψουμε τα κομμάτια της καρδιάς μας.
Θρυμματισμένη κείτεται πάνω στους τάφους,
θαμμένη με όσους λάτρεψε.
Κι αλλάζουμε με τον καιρό,
ακολουθούμε τα πουλιά
σκορπισμένοι στους ανέμους,
σταλαματιές η θλίψη.
Έφυγες σαν πουλάκι μικρό,
αστόλιστο, αμοιρολόγητο,
σαν παιδί που δεν πρόλαβε να ζήσει τη στοργή,
σαν περιστέρι που το παρέσυρε ο άνεμος κι η βροχή.
Και μας άφησες μόνους στη δίνη του καιρού,
έρημους στους φοβερούς χειμώνες.



Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Άγρυπνες, σιωπές, 2018


Δρόμοι της Δράμας

Δρόμοι της Δράμας ερημικοί,
απόμακροι, σιωπηλοί.
Τα κουρασμένα ρολόγια χτυπούν στις πλατείες,
τα σπίτια γερνούν έρημα,
τ’ αγάλματα σιγομουρμουρίζουν.
Δρόμοι ταπεινοί,
το νερό της λήθης ριγμένο στα καλντερίμια σας,
το συναπάντημα με τη μοίρα αναπόφευκτο.
Ακούγεται το σφύριγμά της στις ράγες του πεπρωμένου,
η μνήμη σιωπηλή,
η αγωνία κρυφό χαρτί.
Τα στάχυα γέρνουν τους καημούς τους,
οι αναμνήσεις ταξιδεύουν,
ο καιρός συνεπής
και μεις συνοδοιπόροι.
Παιδιά που ξεχαστήκαμε στο παιχνίδι των ημερών
να ξοδεύουμε τις στιγμές μας στις ίδιες διαδρομές,
στις ίδιες επιστροφές.
Ριζωμένοι σ’ αγαπημένα μονοπάτια
ν’ αφουγκραζόμαστε τις ανάσες των σπιτιών,
το τρίξιμο του χρόνου στα παραθυρόφυλλα.
Η καταχνιά των ονείρων τριγυρνάει στις σκιές,
τα χλωμά φώτα φέγγουν τις νύχτες.
Κάποιος λυγμός χάθηκε,
κάποιο θαύμα έμεινε μετέωρο,
κάποια φωνή λύγισε.
Δρόμοι ερημικοί,
μικροί αναστεναγμοί!
Γράμματα για να τα διαβάσουμε στο λυχνάρι του φεγγαριού,
μικρές ερμηνείες της ζωής μας και υποσημειώσεις.
Χειροπιαστός ο καιρός,
η μοναξιά προσευχή
κι εμείς τραγούδι προαιώνιο.
Δρόμοι μοναχικοί!
Μετά το τέλος τους άραγε τι;



Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Άγρυπνες σιωπές, 2018

Πελαγίσια όνειρα

Πελαγίσια όνειρα στις ράχες των νησιών,
προσκυνητές ανεβαίνουν τα σκαλιά
των κάτασπρων εξωκλησιών.
Το φως σε φαναράκια πολύχρωμα,
ο άνεμος βαδίζει σε ξυλοπόδαρα.
Τ’ αγάλματα γαλήνια μες στη σιωπή,
η αγάπη ζεστή στ’ αθώο τους βλέμμα.
Κρατά χελιδόνια το σύννεφο μέσα στo όνειρο,
άργησε το καράβι με τους πελαργούς.
Οι ανεμώνες ανηφορίζουν στις πλαγιές,
ξαπλώνουν στα χαμομήλια οι γίγαντες των παραμυθιών.
Οι κρατήρες των φεγγαριών γεμάτοι κρασί και λάβα,
ευλαβικά ηχούν τα βιολιά της άνοιξης.


Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Άγρυπνες σιωπές, 2018

Εμφύλιος



Σιγανό μουρμουρητό κατεβαίνει με τη θλίψη,
στάζουν αίμα τα ποτάμια τ’ ουρανού,
αλυσίδες σέρνουν κατάδικους στην αγχόνη του ήλιου.
Οι προφητείες σφιχτοκλεισμένες στις παλάμες,
το μαρτύριο του Σίσυφου αιώνιο,
τα γεράκια υφαίνουν το πεπρωμένο.
Βγάζουν το μαύρο ράσο τους οι σκιές,
οι μορφές βαδίζουν αγνές σαν και πρώτα.
Αναρωτιούνται για τους αδικοχαμένους συντρόφους,
κλαίνε πάνω στα μνημεία των πεσόντων.
Στα δημοτολόγια του θλιμμένου ελεγείου,
αναρτώνται πάλι οι φωτογραφίες,
ξέχασε ο χρόνος να πάρει μαζί του τους νεκρούς.
Το τρένο παρασύρει τις μνήμες τις αυτόχειρες εν αγνοία του,
συντρίμμια η θλίψη.
Κατακάθεται η ομίχλη στο πυκνό σκοτάδι,
τα βράχια σκληρά σαν την πίκρα,
και το δάκρυ βουβό στων τυφλών τα μάτια.
Διπλοκλειδώνουν οι ψυχές τις πόρτες,
προσεύχονται για τα παλικάρια
που κοιμήθηκαν ανίδεα στις πεδιάδες με τα θλιμμένα ηλιοτρόπια.
Φτερουγίζουν τρομαγμένα τα πουλιά στ’ άδεια όνειρα,
ξυπνούν οι θύμησες οι μαυροφορεμένες.
Νιάτα στη σειρά απέναντι απ’ το εκτελεστικό απόσπασμα,
οι σφαίρες τρύπησαν τον χρόνο.
Το μοιρολόγι ξέσπασε μόλις έφτασε η είδηση του χαμού,
κουράστηκαν τα ρολόγια ν’ αγναντεύουν τον θάνατο.
Τα κυπαρίσσια φέρνουν τον άνεμο στα παραθύρια,
τα μυστικά, φυσέκια στις ζώνες των πολεμιστών
που βηματίζουν ανάστατοι στη θλίψη.
Γέμισε ο ουρανός αστέρια που θρηνούν,
τα όνειρα, στεφάνια πεταμένα μιας ξεχασμένης άνοιξης.
Και τα σύνορα ανύπαρκτα στα μονοπάτια τ’ ουρανού,
ανίκανα να βάλουν τέλος
στο μαρτύριο των σταυρωμένων.


Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Άγρυπνες σιωπές, 2018


Ξεχασμένες αγάπες

Κορίτσια στον δρόμο με τις ιτιές,
με τα δειλινά τα δακρυσμένα στο βλέμμα,
με την αγκάλη γεμάτη μοναξιά.
Αγάπες ξεχασμένες
γερνούν στα στασίδια της νύχτας,
χρόνια πολλά περιμένουν
κάποιο νέο απ’ τα περασμένα φθινόπωρα.
Μάταια όμως.
Κιτρινισμένες φυλλάδες η μοναδική τους συντροφιά
και γράμματα αγάπης πονεμένα.
Κάποιες μέρες δε φτάσανε ποτέ,
κάποιες άνοιξες ψυχορραγούν ακόμα.
Τα ρολόγια στον τοίχο με τις μεγάλες σιωπές
σταματημένα όλα.
Μετέωρες οι ψυχές τους.
Ξέχασαν τα μαντήλια τους οι κοπέλες
που χάθηκαν πίσω από τους ίσκιους.
Χρόνια τις γυρεύουν οι αγαπημένοι τους
στις φωτογραφίες τις ξεθωριασμένες.
Και η νιότη, λαβωματιά ανοιχτή
και οι μέρες να μη λησμονούν.
Τα όνειρα αμίλητα στον κήπο με τις τριανταφυλλιές,
τα κορίτσια ακόμη με τα φορέματα της πρώτης χαράς.
Πονούν οι νύχτες απ’ τα τραγούδια τους,
γερνάει ο χρόνος,
χειμώνιασε ο καιρός.
Είναι αργά, πολύ αργά για τη λήθη
και η μνήμη θολή στην ερημιά.



Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Άγρυπνες σιωπές, 2018


Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Θυμάσαι;



Θυμάσαι;
Μαζί χτίζαμε πάνω στη θάλασσα χάρτινα φεγγάρια
Ώσπου μια μέρα τα σημάδεψες
Εκατομμύρια σημάδια πάνω στο χαρτί
Εκατομμύρια σημάδια πάνω στο φεγγάρι
Εκατομμύρια σημάδια πάνω στη θάλασσα
Αλήθεια πως ένιωσες;
Πως νιώθεις που ακόμη σκορπίζεις τα χάρτινα φεγγάρια μας στο άπειρο;
Που σημαδεύεις το χαρτί, το φεγγάρι, τη θάλασσα;

Μαριάννα Γεωργοτά
αδημοσίευτο

Θα βρω μια ήρεμη θάλασσα


Θα βρω μια ήρεμη θάλασσα
Θα μοιάζει με γαλάζιο λιβάδι που φυτρώνουν  παπαρούνες και στάχυα
Θα θερίσω ένα μπουκέτο γεμάτη αγκαλιά
Θα κλείσω τα χέρια σα μαγιάτικο στεφάνι
Θα γεμίσω το βάζο με δεκάδες από δαύτα
Θα είναι θέρος και ας είναι Αύγουστος
Το καλοκαίρι θα αρχίζει με τη γιορτή τη Παναγιάς
Θα τελειώνει με τη πιο μεγάλη πανσέληνο
Θα είναι λίγο μα θα ναι ολόκληρο, γεμάτο
Θα ζυμώσω με στάχυα
Θα φτιάξω κόκκινο γλυκό ψωμί
Θα αλωνίσω
Θα ζέψω μια όμορφη αντιλόπη
Θα σπείρω σε ακρογυάλια απόμερα
Θα ανοίξω σα βεντάλια ανοιχτή
Ο Αύγουστος είναι ο αγαπημένος μου μήνας

 Μαριάννα Γεωργοτά
αδημοσίευτο

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

Κρύφτηκες




Κρύφτηκες

Μαζί με τα παλαιολιθικά κοχύλια

Κόλλησες πάνω στο βράχο

Θυμάσαι άραγε;

Μονάχα με κοίταζες

Μετά ήρθε το υπέρτατο,το αέναο

Το άπλετο

Το ασυμβίβαστο

Τώρα χάθηκες μέσα σε καθαγιασμένα χώματα

Θα σε βρω την αυγή

Εκείνη την υπέροχη ώρα με τις μαβιές γραμμές

Που εσύ κολλάς στη σκέψη μου

Και ο ουρανός χαράζει



Μαριάννα Γεωργοτά
αδημοσίευτο


Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

τα τιμαλφή της προσευχής

Λοιπόν ώρα για ποίηση
κι άλλα του λόγου τιμαλφή.

Στύβεις σα λεμονόκουπα
ώσπου ν' αδειάσεις την ψυχή
Στάζεις πηχτά αποστάγματα
σε μελανά στιχάκια
το εξαίσιο των λέξεων θυμίαμα
να μην εξατμιστεί
η μυρωδιά της σάρκας σου
που καίγεται βουβά
το αίμα των ονείρων σου
ευλαβικά βαθύ να φυλαχτεί
στης μνήμης το μπουκάλι.

Καθώς της νύχτας η σιωπή
μες στο δωμάτιο θα τρίζει,
σκυφτός εσύ προσεύχεσαι
ανόσιε, ρημαγμένε ποιητή. 


Μαρία Πολίτου
από τη συλλογή Επιτέλους αποβίβαση, 2018


πατρίδα

Στόματα ανήμπορα πικρά
μισοσκότεινα γεφύρια μάτια
βλέμματα όρνια αγριεμένα

Χρεωκοπούν οι τράπεζες
εκπορνευμένων μας ονείρων

Μόνη κι αγέλαστη η σιωπή
στην άρρωστη ρακένδυτη
να σέρνεται την πόλη

Κι αυτή η ασταμάτητη νεροποντή
νοικοκυρά να γδέρνει μανιασμένη
τις ανεξίτηλες ντροπές
από τα πεζοδρόμια της ιστορίας

Κι εσύ ακόμη λέξεις πιπιλίζεις
πάλι εσύ για ποίηση μιλάς; 


Μαρία Πολίτου
από τη συλλογή Επιτέλους αποβίβαση, 2018

θαλασσινό κοιμητήριο

Γέμισε η θάλασσα σταυρούς.

Χέρια υψωμένα αποζητούν τον ουρανό
παλάμες παιδικές σκάβουνε το νερό

-εδώ Θεός, εκεί Θεός, που 'ναι ο Θεός-

διψούν για ουρανό.

Λεπίδες το φως στο ηλιοβασίλεμα
τις τυραννισμένες φλέβες χαράζει
και βυθίζονται
βυθίζονται
αργά σπαραχτικά
βουλιάζουν
με τα μάτια ορθάνοιχτα
ανοιχτά και άδεια

γιατί κάπου τα ξέχασαν εκεί

στους γκρεμισμένους τοίχους του σπιτιού
στα ακρωτηριασμένα χέρια του πατέρα
στης μάνας το γέλιο το στερνό.

Κι έγινε κόκκινη η θάλασσά μου
Κι έγινε η θάλασσα μου μαύρη

η θάλασσα που με γέννησε

θλιβερό νεογέννητων
νεκροταφείο ελπίδων.


Μαρία Πολίτου
από τη συλλογή Επιτέλους αποβίβαση, 2018