Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Κρανίου Τόπος και άλλα δύο ποιήματα


Κρανίου Τόπος

Ήμαρτον φίλε
απορούσε ο ληστής.
Γι' αυτούς πεθαίνεις;


Ο Γύρος του Θανάτου

Έφυγες μα ζεις.
Μένω κι όμως πέθανα.
Ποιος παίζει πρώτος;


Σαβουάρ Βιβρ

Φεύγεις ψυχή μου
την ώρα που πεθαίνω.
Ωραίος τρόπος.



Χάρης Μελιτάς
από τη συλλογή Ακολουθία 2020


Η Μηχανή του Χρόνου και άλλα δύο ποιήματα


Η Μηχανή του Χρόνου

Παλιό μοντέλο
όμως δεν έχει χάσει
ποτέ κηδεία.


Τέλος Χρόνου

Θα εξοφλούσα 
όλες τις ενοχές μου
αν προλάβαινα.


Το Άροτρο

Ο Χρόνος ξέρει. 
Οργώνει πριν φυτέψει. 
Σκάβει ρυτίδες.



Χάρης Μελιτάς
από τη συλλογή Ακολουθία, 2020


Αποδημητικό Δίκαιο και άλλα δύο ποιήματα

Αποδημητικό Δίκαιο

Δικαιοσύνη
απονέμουν αυστηρά
δυο μέτρα χώμα.


Διαφορά Ηλικίας

Ρωτά το σώμα:
Ψυχή μου γιατί θέλεις
διαζύγιο;


Η Παρέλαση

Ανοίχτε δρόμο
να  περάσουν οι νεκροί.
Θα μας πατήσουν.



Χάρης Μελιτάς
από τη συλλογή Ακολουθία, 2020


Πέμπτη, 21 Μαΐου 2020

Του αγνώστου Θεού


Ναι, αν αφήσεις τα σχοινιά
που με κρατούν όρθιο
θα σωριαστώ.
Ναι, αν τα τινάξεις μια
θα σπάσω σε κομμάτια.
Μα αν μπορούσα, αιφνίδια,
να κόψω τα σχοινιά
θα γκρεμιζόσουν εσύ
χίλια κομμάτια. Θεέ μου!


Γιώργος Παναγιωτίδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 2005-2025
ενότητα Κύμα άλμα


Μια ωραία λεπτομέρεια


Μία ωραία λεπτομέρεια
φευγαλέα από το παρελθόν
που φτερούγιζε στον κήπο
κάθισε στο χέρι μου και είπε
φτερουγίζω εδώ γύρω
για να κρατάω ζωντανό τον κήπο
να επιστρέφεις στο παιδί που ήσουν
έρχομαι και σε βρίσκω
κάθε φορά που πας να μαραθείς.
Είπε και πέταξε μακριά.


Γιώργος Παναγιωτίδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση, Ποιήματα 2005-2015
Ενότητα Κύμα άλμα

Καλοκαίρι


Όταν ήμουν παιδί ήταν καλοκαίρι
φτιαγμένο γρήγορα ένα μικρό σπίτι
πρασινάδες θεόρατες μέσα στον Μάιο,
φρέσκο τσιμέντο μέσα σε ώριμα στάρια,
μία αυτοσχέδια κούνια, στο πλάι της
δύο κερασιές, δύο βερικοκιές, όλες νεαρές
δεν έμοιαζαν καν δέντρα, λίγα κλαδιά
όλα κι όλα, μα φορτωμένα καρπούς
η πλαστική κουρτίνα-κρόσσια κρατούσε
μύγες και μέλισσες μακριά, τη ζέστη όχι,
μας πολιορκούσαν τα τζιτζίκια ολόγυρα
το βράδυ στο τηγάνι της μητέρας
μελιτζάνες και κολοκυθάκια, μυρωδιές.

Αντί για παράθυρο έχασκε ένα κενό,
δίπλα από το κρεβάτι μου, καρφωμένο
μόνο ένα βαρύ ύφασμα, παραπέτασμα,
ήρθαμε στο σπίτι πριν έρθει το παράθυρο.
Το σπίτι με τη ράχη του στη θάλασσα
κρυβόταν πίσω από τη θάλασσα σταριών.
Όταν ήμουν παιδί, το κενό, η κουρτίνα
παραπέτασμα, ήταν όλοι οι φόβοι μου,
ντροπή για τον άντρα που θα γινόμουν,
ποιο αρθρόποδο θα φτάσει στο κρεβάτι μου
ποιος ληστής, ποιο πλάσμα άλλου πλανήτη,
ο θάνατος. Αναρωτιόμουν - ή φοβόμουν; -
όταν θα γεράσω θα είναι ακόμη καλοκαίρι;

Τώρα, το παράθυρο είναι πολυκαιρισμένο
μα το αφήνω από συνήθεια ανοιχτό,
δεν φοβάμαι πια κανέναν, ούτε τον θάνατο
που πολιορκεί το παλιό σπίτι, τα γέρικα δέντρα
τ’ απομεινάρια της κούνιας, τον γέρο που έγινα.
Μόνο φοβάμαι μήπως ο παιδικός φόβος
του έγινε συνήθεια δίχως να το καταλάβει
κι εκείνος ο πλούτος του ανοιχτού παράθυρου,
έγινε η στέρηση των παιδικών του χρόνων.


Γιώργος Παναγιωτίδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 2005-2015

ενότητα Κύμα άλμα


Κύμα άλμα


Πλέχει στον κόσμο η ψυχή μου
όρτσα πρίμα η απαντοχή μου
δέκα φουρτούνες και μία κάλμα
πλέχει πανί κουρέλι
πάει ένα κύμα ένα άλμα 
και ούτε κάβους ούτε καβοδέτες θέλει
μόνο ελεύθερη να πλέχει
για την αγάπη του απέραντου
με όψη παιδιού αμάραντου.


Γιώργος Παναγιωτίδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 2005-2015
ενότητα Κύμα άλμα