Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Το πρόσχημα



Ένα κορίτσι που σκύβει και αφαιρεί
το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του
δεν είναι παρά ένα πρόσχημα

για να ανθήσουν οι σιωπές του φράχτη
να μεταμεληθεί ο θάνατος
για τη συγκομιδή του
μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν
να σκεπαστεί η άβυσσος.

Όπως και να ’χει
τα στάχυα θα είναι πάντα κίτρινα
το κόκκινο ποδήλατο θα διασχίζει αμέριμνο
τη λύπη του απογεύματος
κι η άνοιξη με το σημαδεμένο γόνατο
θα παίρνει τις κατηφοριές
να σκίσει τα χρεόγραφα
να φέξει με το αίμα της
το άναυδο της στάχτης των σωμάτων.

Κάπως έτσι προχωρημένα μεσάνυχτα
κυλάει ο υδράργυρος
ενώνονται τα θραύσματα ανίατων εποχών
ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής
πάνω από τα σεντόνια

που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται
μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει
που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει
μονάχα σβήνει και ακυρώνει
και διαγράφει και πετά
και τσαλακώνει και πετά
και σκίζει...

Για ν’ απομείνει μόνο αυτή.
Σαν δόξα ξημερώματος.
Η άχραντη
βελούδινη γυμνότητα.


Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα, 2017 

 

Πλάνη πανσέληνη



Φεγγάρι
λάμψη μαύρου διαμαντιού
ή μήπως
αντανάκλαση θαμπής μελαγχολίας;

Ατλάζια του αμίλητου
φέγγουνε σαν αντίλαλος
στο αναγνωστήριο των βλεμμάτων
χαμένοι όρκοι, αγγίγματα
μια κλίμακα θαμβωτική
η άχρονη στιγμή ν’ ανεβοκατεβαίνει...

Να προλάβω όσα δεν έπραξα
να εξιλεωθώ και ν’ απολογηθώ
να αθωωθώ και να ξανααμαρτήσω
κάτω απ’ το φως σου το ανακριτικό
για μιαν αιωνιότητα να κλάψω

και έπειτα
σαν πυρετός που υποχωρεί
αργά να εγκαταλείψω
αφήνοντας ύστατο παραμιλητό
για τα άφεγγα που καραδοκούν
να μας εξουθενώσουν

για τα καπέλα που άδειασαν
αιφνίδια
απ’ τους λαγούς τους

για την πανσέληνη έκπληξη
τότε στους κήπους του πασά
εγώ...
με μαύρο φόρεμα
να απαγγέλλω ποιήματα
κι εσύ...
να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη

κανείς δεν έμαθε ποτέ
πόση παραίτηση και πόσος δισταγμός
τους ερχομούς στεριώνουν
ποια απόγνωση αδάκρυτη
βραδιάζει την αγάπη
ή πόσα φεγγάρια από σίδερο
πρέπει να καταπιεί
κάπου στην Κίνα ο ποιητής
για να αυτοκτονήσει.

Μόνο οι εκ γενετής τυφλοί
και κάποιοι πρόσφατα νεκροί
θυμούνται πια
το μαύρο φως που κατοικεί
στο εκτυφλωτικό αίνιγμά σου·
οι άλλοι εμείς
ίσως κάποιο προαίσθημα σκουριάς
και μια ανεπαίσθητη ενοχή
για το έγκλημα του έρωτα
που πλάνη στην πλάνη
ακούραστα επιμένει.


Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα, 2017

Στα ράφια δολιοφθορείς



Έστω και χάρτινοι, θα μείνουμε εδώ
στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο
με ασήκωτο το ελαφρύ χώμα του καιρού
να σκεπάζει τα λόγια μας.

Ματαιωμένοι και αδιευκρίνιστοι
τις άκρες των σελίδων θα τσακίζουμε
για να σφαδάζει το λευκό που αστόχησε
– που πάντα αστοχεί –
και μας σηκώνει απ’ το κρεβάτι αξημέρωτα
να βρούμε, λέει, τον ένοχο
και να τον καταδώσουμε
να ρίξουμε τους προβολείς
στους κατοικίδιους πάνθηρες
κι αν βέβαια αυτό είναι εφικτό
τα μάτια των ανήλικων
με γάζες να τα δέσουμε
αφού όσα τοπία και να δουν

πάλι ο καθένας γίνεται
αυτό που πάντοτε είναι.


Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα, 2017

Ποιητές ανοιχτών θαλασσών ή Ωκεανογραφία εσωτερικου χώρου



Και βέβαια
δεν διέπλευσαν τους ωκεανούς
ούτε συνέλεξαν ποτέ ιζήματα πυθμένα
μέχρι την ώρα που άκουσαν
για τις φθορίζουσες σκιές
που τις διεγείρει εύκολα η ακτινοβολία
για τη ναυτία των παλιρροιών
και των φυκιών τις επικίνδυνες ανθήσεις
για συσκευές που θύμιζαν
παλιό ρολόι κούκο
και που κατέγραφαν μ’ αυτές
τη στάθμη της αλήθειας

(χαλάνε τελευταία συνεχώς
κι άπατα μες στα ποιήματα
πηγαίνουνε τα λόγια)

και έκτοτε προσάραξαν
στο σπίτι τα ναυάγια
ένας σταθμός παρακολούθησης πλωτός
κατέλαβε τους χώρους εργασίας
κι οι δειγματοληψίες του αιωρούμενου κενού
μπήκαν στο μικροσκόπιο.

Τι είν’ αυτό
που επαίρεται και κλαίγεται συγχρόνως;
Τι σπινθηροβολεί κι αμφισβητεί
και στη βροχή τρομάζει;
Τι φλέγεται;
Τι ψεύδεται;
Τι διάτρητο κρυώνει
κι εμπρός μας συνωμοτικά
ρίχνει τα αντικλείδια
τα θαυμαστά να μας φανερωθούν
τα τρομερά να λάμψουν;


Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα, 2017 
 

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Σελανίκ Ι Μητέρα ανύμφευτη



Εκείνοι που ήρθαν έφερναν
κι από έναν αριθμό...
Για την ακρίβεια
τον κουβαλούσαν πάνω τους
τον είχανε συνέχεια μαζί τους
όχι όμως όπως ένα φυλαχτό
αλλά όπως ένας ανάπηρος
το κομμένο του πόδι.

Εμείς το ’64
που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55
με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού
να κάθεται στα ρούχα μας
να ασπρίζει την ψυχή μας.

Εμείς
δεν ήμασταν ποτέ
ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης
μα μία Πόλη που έψαχνε
πόλη να κατοικήσει
με Εγνατία, με Ντεπό
με Βασιλίσσης Όλγας
με Υπερώο θαλασσινό
για να σταθούν επάνω του
Καρέλλη και Πεντζίκης.

– Όμως
εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ...

– Σας είπαμε
εδώ είναι πια ο τόπος.

– Δεν έχω...
Βυθιζόμαστε
μπαίνουν νερά
στ’ αμπάρια του μυαλού μου
κι η μπάντα του Παπάφειου
πότε το «Μέγαν εύρατο...»
πότε το «Υπερμάχω...»

Νερά, πολλά νερά...

Τα πρόσωπά μας άδειασαν
κάτω απ’ την πάχνη
που μας στεφανώνει
η αρμονία των ίσκιων μας
σκυφτή μες στην ομίχλη
κι ο έρως προς το έσχατον
κοινή καταγωγή μας

αλλά και οι κήποι...
μια αλληγορία ορίζοντα
που δεν γεωμετρείται
λιμάνι εν πλήρη κινήσει και σιωπή
Βαρδάρης που ιερουργεί
πόρνη που δεν μεταμελείται.

Τώρα
στην προκυμαία με τους γερανούς
πυροτεχνήματα συλλέγει και υγρασία
δίσκους 78 στροφών
παλαιά πορτρέτα ένδοξα
που χάσαν την κορνίζα
μοιράζει σε άγνωστους φιλιά
πολλά φιλιά

μα πιο συχνά στα σκοτεινά
βαμβάκι και ιώδιο
για τ’ ανοιγμένο τραύμα.


Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα, 2017