Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020

Χώρα του πόνου

 

 

                      “Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν' ανέβει ο ήλιος”

                                                                                             Άγγελος Σικελιανός

 

 

Χώρα του ίδρωτα του πόνου και του κάματου

με το τσαπί με το κουπί μέσα στον ήλιο

χώρα της φτώχειας του καημού του μισεμού

πώς τάχα μέσα απ' τη φωτιά ν' ανθίσεις πάλι;

 

Με τις νεράιδες και τους δώδεκα θεούς

με τις εξήντα Παναγιές και τους αγίους

ντυμένους τα λιβανωτά και τα παράπονα

με τις φθαρμένες τους τραγιάσκες στα κεφάλια

ίδιοι απαράλλαχτοι οι παππούδες στα χωριά

με ροζιασμένο το κορμί, ρακή και τάβλι

στον καφενέ με μάτια πάντα καθαρά

τις Κυριακές με τα καλά, πρώτο στασίδι.

 

Αχ, δε βολεί νά 'βγει ο ήλιος μοναχός

κι αυτοί που σπρώχνανε το κάρο κουραστήκαν

και τώρα, πες μου ποιητή, τι θ' απογίνουμε

στη λάσπη χρόνους και καιρούς γονατισμένοι.

 

Χώρα του μύθου της ελπίδας και του όνειρου

ποιος τάχα απ' όλους τους θεούς θα μας συντρέξει;

 

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου

από τη συλλογή Μνήμες της ρίζας, 2020


Δελφοί

 

 

Μένουν ακόμα στις κολόνες ανεξίτηλα

τα χέρια τους, ο ίδρωτας στη σκόνη

ηχούνε πάλι στο ιερό μυριάδες βήματα

σαν ακατάληπτες ωδές και ικεσίες.

 

Όχι, δεν πέθαναν · εδώ στις πέτρες ζουν

εδώ χτυπάει ακόμα η καρδιά τους

παλιοί παππούδες με χιτώνες ολοκέντητους

με δάφνες πάνω στα κατάλευκα κεφάλια

και η Πυθία τυλιγμένη στους καπνούς

σε άγια έκσταση υψώνοντας τα χέρια

προσμένει μόνη τον μικρό ωραίο Απόλλωνα

να πει στ' αφτί της τα μελλούμενα που ξέρει,

 

αν η πατρίδα μας θα βγει από τον Τάρταρο

μ' άσπρο φουστάνι μες στον ήλιο που της πρέπει.

 

Δημήτρης Παπακωνστατίνου

από τη συλλογή Μνήμες της ρίζας, 2020 


Όνειρο

 

 

Με ταξιδεύει ακόμα το θαμπό μικρό μου όνειρο

που το πρωί μιλούσε ακόμα σπαρταρώντας

πάνω σε αόρατο αγκίστρι ενώ χάραζε

τον ουρανό απ' τη γη το φως και ξεχυνόταν.

 

Αχ, είναι πάντα τόσο ωραία στα λιβάδια μου

κυλούν τα χρώματα στα πόδια μου ποτάμι

και τα ονόματα φωνάζω με παράπονο

παλιών μου φίλων που γεράσανε και πάνε.

 

Αχ, είναι πάντα  ανοιχτά όλα στο φως

στα γνώριμα χωράφια τα καλάμια

τα δέντρα στη σειρά που σκαρφαλώναμε

κλαδιά γυρεύοντας για τόξα και για βέλη.

 

Πάντα διψώ, διψώ πολύ, κυλά ο ίδρωτας

στους χωραφόδρομους, στη σκόνη, στο λιοπύρι

και διασχίζω με τα πόδια μου γυμνά

τον Πηνειό κοντά στο φράγμα που αφρίζει.

 

(Με ταξιδεύει ακόμα το θαμπό μικρό μου όνειρο.)

 

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου

από τη συλλογή Μνήμες της ρίζας, 2020

 

Η μάνα μου

 

Στην πίσω αυλή στα δυο πλακόστρωτα σκαλάκια

με το τσεμπέρι στα μαλλιά ώρες η μάνα μου

καθάριζε ραδίκια κι όλο μού 'λεγε

μ' εκείνη τη φωνή την πονεμένη

για τα πικρά της δεκαοχτώ, για τους αέρηδες

που πήραν σαν ξερόφυλλα τα χρόνια,

κι έπειτα φτώχεια, καταφρόνια, μαύρα σύννεφα

στα χωριουδάκια που δε γράφτηκαν στους χάρτες

κι έπειτα θάλασσες βαθιές, παλιά ναυάγια

στάλες αθόρυβης βροχής, λόγια σπασμένα.

 

Κι εγώ που ήμουν μόνο οχτώ, πώς την αγκάλιαζα

-άλλο δεν είχα να της πω ή να της δώσω-

με τα μικρά μικρά χεράκια μου σφιχτά

και μύριζαν οι χούφτες της κρεμμύδι.

 

Στην πίσω αυλή στο πλυσταριό μούλιαζε, έτριβε

-μα οι λεκέδες πάντα εκεί να επιμένουν-

πικρά παράπονα λερώσανε τα χρόνια της.

Δυο οι  κρυμμένες μαχαιριές κάπου στην πλάτη.

 

 Δημήτρης Παπακωνσταντίνου

από τη συλλογή Μνήμες της ρίζας, 2020

Πόσοι

 

 

                                          Kαι τι'μαι; Χόρτο ριζωμένο σ' ένα σβώλο”

                                                                                     Κωστής Παλαμάς

 

                                         

Πόσοι στο μάκρος του καιρού λες πως ορκίζονταν

πως ήτανε “δική τους” τούτη η γη, “ολόδική τους”

στρωμένη ως πέρα με μηλιές ψηλές και λιόδεντρα

περήφανα πλατάνια και μ' αμπέλια.

 

Εδώ σπιτάκια στη σειρά, ζωές που ανάσαιναν

όμως κανείς πια δε θυμάται μήτε ξέρει

πώς σβήστηκαν τα βήματα στον δρόμο τους

πώς χάθηκαν τ' αχνάρια τους στο χώμα                             

σαν να μην πέρασαν ποτέ ή μες στον άνεμο

άχυρα φύγανε μικρά κι έχουν σκορπίσει.

 

Αχ, είναι η γη παντοτινά βουβή κι αθόρυβη

για πάντα εδώ, για πάντα εδώ, για πάντα ξένη

κι ας την αγάπησαν σαν μάνα τους κι ας πόνεσαν

κι ας την ποτίσανε με ίδρωτα και αίμα.

 

Δημήτρης; Παπακωνσταντίνου

από τη συλλογή Μνήμες της ρίζας, 2020