Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Τα άλογα

Πς γυρισμός...

Κα δύο λογα
Θ᾿ νασηκώσουν τ κεφάλι
Καθς στ πεποικιλμένο τους ρμα
Γι τν τελευταία του κατοικία
ρχοντας ταξιδεύει.

Κα στν ναγκαία τελετουργικ στάση
Μπροστ στν ψωμένο ζυγό, σπαραχτικ
Θ χλιμιντρίσουν γι τελευταία φορ
Θ χτυπήσουν τ πόδι στν δρόμο δυνατ
Θ σκεπάσουν τν ομωγ το πλήθους
Κα θ προχωρήσουν.

Κι ργισμένα, μ τ μάτια νοιχτ
Στ σκοτάδι πνιγμένα, γονατισμένα
Οτ᾿ να βμα ν κάνουν δν θ μπορέσουν
Κα τ χμα θ τ σκεπάσει.

Ποτ κανες δν ξέφυγε π᾿ τ μορα του
Οτε πόλη
Οτε ρχοντας
Οτε κα τ᾿ λογα.

δ θ μείνουν

Δίπλα στ θάλασσα
Δίπλα στν πόλη τους
Μ τ κεφάλι μπροστ ναγωνίως τανώντας
Τ γονατισμένα πόδια πασχίζοντας ν ρθώσουν

τοιμα γι ναχώρηση
ς φείλουν ν εναι.

Νίκος Νικολάου - Χατζημιχαήλ 
από τη συλλογή Διθαλάσσου, 2012


Μικρή περιήγηση


Ατ δ τ κτήριο μ τος κίονες
κα τς πέντε του καμάρες
Πο βλέπει στ θάλασσα το νότου
Εναι τ σπίτι πο γεννήθηκα
Εναι τ σπίτι πο γεννήθηκε πατέρας
Εναι τ σπίτι πο γεννήθηκε παππος.

Ατ δ τ δέντρο τ ψηλ εναι μι μαυρομάτα
Κα ν κοιτάξετε προσεχτικ μέσα στς φυλλωσιές του
Θ δετε μι μικρ κατοίκητη φωλι
Πο φτιαξαν μ τέχνη κα γάπη δυ σγαρτίλια.

π᾿ δ ξεκινστε μ τρακτρ
μ γροτικ ατοκίνητο
μ τν νο
Ἢ ἀκόμα μ τ Google Earth

Κα στ σημεο ψιλον σν φτάσετε
-τσι τ λέγαμε∙ μοιαζε μ τ γράμμα-
Θ δετε πς να μικρ δρομάκι ξεχωρίζει
Παράνομα εσέρχεται στν διπλαν γρ
Κα σ μεγάλης χαρουπις τν σκιο χάνεται.

π᾿ κε τρέχαμε γρήγορα στ θάλασσα
φο τρυπώναμε γι λίγο πρτα
Σ μις αωνόβιας σκινις τ δροσερ σκι
Γιατ τ πόδια καιγε πυρωμένη μμος.
Νίκος Νικολάου - Χατζημιχαήλ 
από τη συλλογή Διθαλάσσου, 2012

Ελένη - α'


Τη δωδεκάχρονη Ελένη των παλαιών περιοδικών
Ανάμεσα στις παπαρούνες της αυλής της μελετώ. 

Στο παιδικό κεφάλι της το πράσινο μαντίλι της φορεί
Πλεκτή δαντέλα ολόγυρα μ' ολόχρυση κλωστή
Με τέχνη σαν στεφάνι από λουλούδια 
Στις πλεξίδες των μαλλιών της το τυλίγει.

Σίγουρα θα ήταν Κυριακή μετά τη λειτουργία
Την ώρα που όλοι αναζητούν ξεκούραση στον λόγο
Και στις μεγάλες συντροφιές οι νέοι έχουν προτίμηση
Ανύποπτοι χορεύουνε,πειράζονται και τραγουδούν
Από το Ριζοκάρπασον να πάω στη Γιαλούσα
Δεν είδασιν τα μάθκια μου τέτοια μαυροματούσα .

Κι εσύ, καλέ ταξιδευτή, μισή ανατολίτισσα την είπες
Γιατί έχει θέλγητρα πολλά που μ' επιμέλεια κρύβει.

Μα όσο κι πασχίζει με φροντίδα να κρυφτεί
Το βλέπουν το μαντίλι της απ' τα βουνά του Ταύρου. 


Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ 
από τη συλλογή Διθαλάσσου, 2012


Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Φως


Ήρθες
Ανάμεσα από τα φυλλώματα
Της ελιάς
Κι εγνώρισα
Το ασημί
Την απλότητα
Και την αγάπη.

Ανάμεσα από τα φυλλώματα
Του κυπαρισσιού
Κι εγνώρισα
Το πράσινο
Την πάλη
Την παλλικαριά.

Της ροδιάς
Κι εγνώρισα 
Το κόκκινο
Την τρέλα
Και τον έρωτά σου.

Κι ο κόσμος όλος φως.


Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ 
από τη συλλογή Διθαλάσσου, 2012


Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

ΙΘ - Άτιτλο (Πού να 'σαι πεθαμένε φίλε μου ...)


Πού να 'σαι πεθαμένε φίλε μου
απόψε που γίνεται η ώρα θερινή
πού να 'σαι ό,τι δε ζήσαμε να το ζήσουμε
ρέστα Μπετόβεν και Ντιουκ Έλλινγκτον κασέτες
που 'θαψαν οι αστροναύτες στη Σελήνη
για να υπάρχει μουσική όταν φουντάρει
ο κόσμος ποντάροντας στη φαντασμαγορία
για να τη βγει στο λευκό της τρέλας
πατημένο γκάζι και το ρολόι μια ώρα μπροστά
μ' ανάσταση νεκρών στο μήκος κύματος
της περιπέτεις πώς μικροφωνίζει
άκου το αλκοόλ η φλέβα πάνω απ' το δεξί μου μάτι
κι οι πόλεις όλες κοιταγμένες από ψηλά
καθώς το παρελθόν επιστρέφει και το μέλλον
τα 'χει παίξει 

Διονύσης Μενίδης
από τη συλλογή Το φως της νύχτας, 1986
Ηλίας Κεφάλας, Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
Η δεκαετία του 1980 (Ιδιωτικό όραμα), 1989
 

Το χωριό


Κανείς δε νοιάζεται για το τρακτέρ
που σκόνταψε στη λακκούβα και θρηνεί
με τη μηχανή αναμμένη
το χαμό του οδηγού του, 
ανάμεσα στα φανάρια να το πιστολήσει
λυτρωμό στο βάσανό του να δώσει
όπως οι άνθρωποι συνηθίζουν με τ' άλογα
τα πληγωμένα
                        ή τ' άρρωστα
κανείς δε συγκινείται.

Προβάλλοντας λίγο από τη βουνοσειρά
μια ημικυκλική κατακόκκινη μετριότητα
ο ήλιος ανήμπορος πια να ανατείλει
σε ένα μόνιμο λυκαυγές
καταδικάζει τις μέρες που μας έμειναν.

Καταμεσής του κάμπου
ο γύφτικος καταυλισμός : καραβόπανα δίχως κατάρτια.
Πού πήγε η θάλασσα, πού πήγε;
Τόσες και τόσες γεωλογικές αναστατώσεις
ετούτος ο μετασχηματισμός που μ' αφανίζει
του τρακτέρ το παραλήρημα
κι απ' τα περβάζια 
εκθρονισμένες ο ιγλάστρες με το βασιλικό.

Δεν ξέρει το χωριό πως ήταν κάποτε
κοντά στη θάλασσα. 


Διονύσης Μενίδης
από τη συλλογή Ρεμπέτικα, αντιμεταρρύθμιση και άλλα ποιήματα, 1979
Ηλίας Κεφάλας, Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποιησης
Η δεκαετία του 1980 (Ιδιωτικό όραμα), 1989

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Ψυχοσαββατο


Οι νύχτες λάμπουν σαν κεριά στα χέρια των νεκρών
εκείνοι στέκονται -χρόνια- βουβοί
κάτω από δέντρα, σε χωράφια, σε πλαγιές, σε παραλίες.

Μόνο αν κάποτε γλυκάνει ο καιρός
κι οι φλόγες στενάξουν τραμοπαίζοντας στον
Ανοιξιάτικο
αέρα

σηκώνουν το χέρι
πασχίζοντας να κρατήσουν
το μόνο πράγμα που είναι γι' αυτούς σαν το φως.

Γιατί κι η νύχτα είναι Φως μπρος στη μαυρίλα
του Θανάτου.


Γιώργος Μπλάνας
από τη συλλογή Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή, 1987
Ηλίας Κεφάλας, Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
Η γενιά του 1980 (Ιδιωτικό όραμα), 1989

Τι έκανες αφού κάθε νύχτα είναι μια νύχτα του Θεού


Τι έκανες;
Ποιος σ' έβαλε να φύγεις έτσι βιαστικά
με τα πουκάμισα λαχανιασμένα
και την ψυχή κουβάρι στη μασχάλη;

Ήξερες πως θα σκόνταφτες
στο δρόμο προς το Θάνατο
καθώς η Αγάπη βλασταίνει παντού.

Τι έκανες;
Τι έλεγες
πως κάλλιο το 'χες να γυρνάς
μονάχος σου σ' ατέλειωτα λιβάδια μ' ασφαδίλι
παρά σ' αυτούς τους δρόμους
που ρημάζαν την καρδιά σου;

Πρώτα ρημάζει ο Θάνατος
ύστερα η Ζωή
μετά η Αγάπη.


Γιώργος Μπλάνας
από τη συλλογή Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή, 1987
Ηλίας Κεφάλας, Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης, 
Η δεκαετία του 1980 (Ιδιωτικό όραμα), 1989

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Κάποιος άφησε το ποτήρι του και κοίταξε έξω : Στη νύχτα


Οι νεκροί κοιτάζουν τους ζωντανούς
πίσω από τζάμι θολό
θλιμμένοι
σφίγγοντας στα βουρκωμένα χέρια τους
ό,τι πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους.

Κάπου-κάπου, κάποιον αναγνωρίζουν
κι η καρδιά τους χτυπά.
Ανοίγουν το χέρι και ψάχνουν:
μια χάντρα κόκκινη
ένα φτηνό σταυρουδάκι
μια πολύχρωμη κλωστή.

Κοιτάζουν λίγο τα δάχτυλά τους
- πώς γίνηκαν τρυφερά με το χρόνο -
κι ύστερα γυρίζουν και χάνονται
σφίγγοντας στα βουρκωμένα χέρια τους
ό,τι ακριβότερο
πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους.

Γιώργος Μπλάνας
από τη συλλογή  Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή, 1987
Ηλίας Κεφάλας, Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
Η δεκαετία του 1980 (Ιδιωτικό όραμα), 1989

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Άτιτλο (Από τη φτέρνα ως την κοίτη του ματιού ...)



Από τη φτέρνα ως την κοίτη του ματιού
από το στήθος ως το σπαραγμένο πρόσωπο
ως το σκοτάδι που έσκαψε τη φλέβα -

Μισός στη σιωπή μισός στον φλύαρο ύπνο
ακούω εντός μου να πυκνώνουν οι νύχτες
γίνομαι λάμψη
φως που παίζει με τον άνεμο
γίνομαι άνεμος νυχτερινός που
επουλώνει τις χαραμάδες

Μ' ένα στριγγό σαξόφωνο ανάμεσα στα δόντια
να ταξιδεύει η φωνή μου ως τον ουρανό. 


Σωτήρης Τριβυζάς
από τη συλλογή Βίος ασωμάτων, 1986
Ηλίας Κεφάλας, Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
Η δεκαετία του 1980 (Ιδιωτικό όραμα), 1989


Ιδιωτικός θάνατος Α'


Έρχονται μέρες τυφλές
χωρίς ηλικία

καλοκαίρια ανέραστα - χειμώνες που
τρίζουν τα δόντια τους

ο χρόνος ανθίζει - δέντρο αειθαλές
στη σκιά του κρύβεται το πρόσωπό μου

στη σκια του σωπαίνουν τα πράγματα
τ' απογεύματα τήκονται μέσα σε πανδαισία φωτός
όμως η πόλη συνεχίζει την πλήξη της
τ' αυτοκίνητα συνεχίζουν τον ρόγχο τους
ο θάνατος, ο θάνατος
      συνεχίζει

έρχονται μέρες στεγνές

ένα σφουγγάρι μνήμες προετοιμάζει
τα λόγια μου
μέσα σε δωμάτια σκοτεινά
μικρές απλοποιήσεις
σύμβολα της φωτιάς ψηφία του ανέμου
φωνήεντα και σύμφωνα θολά -

τώρα ζητώ μια σπίθα φως
ένα χαλίκι τόπο
μια λέξη - για να υφάνω
εφιάλτες κι όνειρα

καθώς οι σκιές λυμαίνονται
τα χρόνια μου

το πρόσωπό μου ραγίζει
ο φόβος με πολιορκεί
ο θάνατος

                 ο θάνατος επιστρέφει.


Σωτήρης Τριβυζάς
από τη συλλογή Κίβδηλο φεγγάρι, 1984
Ηλία Κεφάλας, Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
Η δεκαετία του 1980 (Ιδιωτικό όραμα), 1989


Η επάνοδος


Δεν το αντέχω αυτό το σπίτι 
έρημο και μοναχικό
παραδομένο στις φωνές και στους ανέμους
κι ακόμα
δεν αντέχω το σκυλί
με την ουρά-πηδάλιο μες στα σκέλη
να κρύβει την ανίσχυρη οργή
βαθιά στα χωματένια μάτια του
γαυγίζοντας τον τρόμο του ως το πρωί.
Θα πάω αλλού να κατοικήσω
μέχει να ξηλωθούν τα βήματα απ' τις σκάλες
ν' αδειάσει η οροφή απ' τα φαντάσματα
και να κρυφτούν 
τα τέρατα 
στο σκοτεινό υπόγειο.

Τότε μονάχα θα επιστρέψω -
όταν η νύχτα θα 'χει αποβάλει
τη θλιβερή προοπτική του σκοταδιού. 


Σωτηρης Τριβυζάς
από τη συλλογή Το κέλυφος, 1982
Ηλίας Κεφάλας, Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
Η δεκαετία του 1980 (Ιδιωτικό όραμα), 1989