Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Η πόλις εάλω

Φωτεινά περάσματα τα δυο σου μάτια
μα δε βρίσκω το θάρρος να τα διαβώ.

Σταματώ στις γεύσεις, στις οσμές,
αναπαύομαι στις αφής σου το ίσως,
οχυρώνομαι στης ανάγκης τους πύργους
για να αποκρούσω τις επιθέσεις της ηθικής.

Αφρούρητη η καρδιά μου λυγίζει
στης φωνής σου το πρόσταγμα.
Μην αντιστέκεσαι, παραδώσου.
Η πόλις εάλω. 


Μαρία Κοκκινάκη
από τη συλλογή Η γούρνα  με τα περιστέρια, 2016


Ανάγκη

Τι πληκτικές που είναι οι ευθείες.
Ούτε μια στροφή για προσμονή
ή μια γωνία για κάποια έκπληξη.
Αναμενόμενα ευθύγραμμα τμήματα,
ακούσιες πορείες σε αποφασισμένους
- όχι από μένα - ίσιους δρόμους.

Τι περιμένεις;
Ποτέ δε πιάνει αέρας τα περιτοιχισμένα περιβόλια !

Ωστόσο, από ανάγκη,
καβαλάρης μια νύχτα πάνω στο φεγγάρι,
ζαλισμένος από τις στροφές τ' ουρανού,
άφησες πίσω σου τις γωνίες των αναστολών,
ξόδεψες τ' ανθρωποποίητα πρέπει
για να 'ρθεις ως την κλίνη μου
από χίμαιρες πλανημένος.

Στον έρωτα απαράκλητος κριτής είναι ο χρόνος.
Αξελόγιαστος απονέμει το δίκαιο 
ερήμην όλων.


Μαρία Κοκκινάκη
από τη συλλογή Η γούρνα με τα περιστέρια, 2016

Χειμώνας

Ο καιρός αλλαξε.
Έβγαλε κρύο. 
Κι εμείς δεν προλάβαμε να ετοιμαστούμε στο σπίτι. 
Βέβαια δεν ήμαστε μόνοι.
Κι αυτό μας ζέσταινε. 
Όταν όμως πλάκωσε η βαρυχειμωνιά
ο καθένας βυθίστηκε στο παλτό του.
Προσπάθησε να κοιμηθεί για να μη σκέφτεται.
Το πρωί μας βρήκε χωριστά
ν' αναζητούμε ποιος λείπει ανάμεσά μας.
Κανείς δεν είδε. 
Μα /όλοι είμαστε γνώστες της ενοχής μας. 

Μαρία Κοκκινάκη
από τη συλλογή Η γούρνα με τα περιστέρια, 2016


Ο μεγάλος Λοιμός

Φυσά κι αυτός ο θυμωμένος άνεμος
ανάμεσα στις γειτονιές ...
Πίσω από τα κλειστά παράθυρα
κανείς δεν περιμένει πια
γιατί κανείς δεν έρχεται.
Το τραπέζι στρωμένο
με τα αργυρά μαχαιροπήρουνα,
χνάρια μια παλιάς ματαιοδοξίας, 
που καθρεφτίζουν 
στο γυαλιστερό τους κόρφο
αναμνήσεις καλοθρεμμένες
μιας παχύσαρκης εποχής.
Τώρα τα κρατάς καταφύγια
συντηρημένα από ανάγκη. 
Ώσπου να περάσει ο μεγάλος Λοιμός
μ' αυτά θα τραφούμε.
Πουθενά η χαρά, μονάχα μια θλίψη
για τους βαρβάρους που έφυγαν. 

Μαρία Κοκκινάκη
από τη συλλογή Η γούρνα με τα περιστέρια, 2016

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Ελλάδα

Θα βάλω βαθυγάλαζο σ' ένα χαρτί
να παίζει η θάλασσα
και με τα χρώματα 
θα ζωγραφίσω φύση:
παπαρούνες, μαργαρίτες
κρόκους κι ασπάλαθους.
Στο βάθος
μια κουρασμένη βελανιδιά. 

Μια γούρνα με τα περιστέρια 
στην καρδιά σου
και έναν ήλιο καρφιτσωμένο
στο πέτο σου.
Τον άνεμο θα στείλω
να κυνηγήσει τους ανεμόμυλους
που έστησες και με περιπαίζεις.

Θα το κοιτώ και θα  θυμάμαι
πόσο και πώς σ' αγάπησα
Παλιά μου άνοιξη, μικρή μου Ελλάδα
ζωγραφιά μου εσύ
σ' ένα χαρτί άλφα τέσσερα. 


Μαρία Κοκκινάκη
από τη συλλογή Η γούρνα με τα περιστέρια, 2016

Αναζητώ την Ελλάδα

Αναζητώ την Ελλάδα στις πέτρες
που πετούν οι αγαναχτισμένοι,
στις ανοιχτές παλάμες που τρέμουν υψωμένες
την πλατεία Συντάγματος
ξερνώντας οργή ή μήπως μια ύστατη ελπίδα, δεν ξέρω.

Αναζητώ την Ελλάδα στις γειτονιές
που προσδοκούν την επιστροφή των παιδιών,
του φίλου μου τα θυμωμένα λόγια
(έχω ακόμη το σπίτι μου, βλέπεις)
στα σφραγισμένα στόματα όσων επέλεξαν τη σιωπή. 

Αναζητώ την Ελλάδα στη πόλη μου
που με μισεί γιατί με ντρέπεται,
στα κλεισμένα μαγαζιά,
στο μαύρο αριθμό των φευγάτων,
στ' αποκαϊδια των οραμάτων μου
και σ' ενός αγνώστου τοίχου τη φιλία. 

Αναζητώ την Ελλάδα στη καλογυαλισμένη εικόνα
των υποψήφιων βουλευτών,
στις γωνιές των δρόμων όπου σφυρίζει ο θάνατος,
στους αργόσυρους ήχους μιας καμπάνας,
στην αδύναμη φωνή του ψάλτη να ευαγγελίσει το 
«Χριστός Ανέστη»

 καθώς αργεί πολύ αυτή η ανάσταση.


Μαρία Κοκκινάκη
από τη συλλογή Η γούρνα με τα περιστέρια, 2016

Απληστία

Για ποιαν αιτία έχω ταξιδέψει ως εδώ δε θυμάμαι
Για χρήμα, για δόξα, για τ' όνειρο;
Για ποιαν Ιθάκη έβαλα πλώρη;
Ποια Τροία, ποιον Παράδεισο;

«Όποιος ζητάει τα πολλά, χάνει και τα λίγα»

Όλες οι θάλασσες στα δυο σου μάτια
Κι εγώ χάθηκα στον Ωκεανό του ελάχιστου.


Μαρία Κοκκινάκη
από τη συλλογή Αντιθέσεις, 2006

Σχέση μονόδρομος

Ξημέρωνε τ' Άη-Γιαννιού, μετά τα Φώτα, 
όταν μου χάρισες ένα κλαδί βασιλικού
που είχε φυτέψει το περασμένο καλοκαίρι
Είναι δίφορος μου είπες
Θα τον έχεις και το χειμώνα
Ο βασιλικός θέριεψε
κι έπιασε όλη τη γωνιά του μπαλκονιού

Μα η γωνιά στην καρδιά μου
που είχε τη δική σου υπόσχεση
απόμεινε άδεια. 


Μαρία Κοκκινάκη
από τη συλλογή Αντιθέσεις, 2006

Έλλειψη ψυχής

Στην αυγή του κόσμου
κοιτάζω κι εγώ σαν τον κλέφτη
ν' αρπάξω κάτι απ' το σκοτάδι
Αυτό είναι για μένα το φως
Περπατητής σ' έρημες παραλίες
κάτω από το ισχνό κάλυμμα του φεγγαριού
με το ρυθμικό χτύπημα του αφρού
πάνω στην καρδιά μου,
ξεπλένω κάθε νύχτα τα λάθη μου
Πόσο με κουράζει ο ήλιος!
Πόσο με πονάνε τ' ακούσματα!
Καμιά βάρκα δεν είναι ικανή
να με ταξιδέψει στα πέλαγα
Είμαι εδώ βιδωμένος στ' ακροθαλάσσι
ανάμεσα στην άμμο και στο νερό
Τα πόδια μου βουλιάζουν στ' απύθμενο βάθη
μιας δικαιολογημένης πρόφασης
Κι όμως, κάπου στον ορίζοντα,
ακροβατεί η επιθυμία μιας βάρκας
να κάνει ταξίδι ...

Μαρία Κοκκινάκη
από τη συλλογή Αντιθέσεις, 2006

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017





Πεθαίνω σ’ έναν τόπο μακρινό
και χαιρετώ το φως μ’ ευγνωμοσύνη                                                                                        
ήμουν ένα κοχύλι σε τούτη την απόκοσμη ακτή 
που πάνω του γαντζώθηκε των φόβων η αρμύρα.

Τώρα που τραγουδώ το ύστατο αντίο
δίπλα μου θέλω φάτσες γελαστές
για να ξεχνώ πως το σκοτάδι πότισε  
τον κήπο της ψυχής μου

οι παπαρούνες στα λιβάδια θα μαραίνονται     
κι εγώ τα μάτια μου θα κλείσω τρυφερά
θα μείνω ξένο σώμα μέσα σ’ ερείπια παλιά  
και σε τετράδια ξεχασμένα.

Πεθαίνω σ’ έναν τόπο μακρινό                                                                                                      
κι ένα θαμπό αστέρι θα κρυφτεί μες στο παλτό μου                                                                 
θαμπό σαν την αλήθεια μου
τι να μου κάνει ο θάνατος αφού ποτέ δεν έζησα σ’ αυτό το αχρείο σώμα;

Χρήστος Κάρτας
αδημοσίευτο

Επικίνδυνες λύσεις



Κάθε που τελειώνει ο Σεπτέμβρης 
αυτοεξορίζομαι σ' εκείνο το αβέβαιο όνειρο 
που τρύπωσα κρυφά σ' ένα απ' τα δειλινά σου.

Εσύ με καλωσορίζεις κι ύστερα ενώνουμε τα βήματά μας,
αναριγούμε σύγκορμοι,
η λησμονιά φυλλορροεί στο άκουσμα των στεναγμών μας
και τα πυρακτωμένα αγγίγματα γίνονται η πιο γλυκιά πατρίδα.
Πλαγιασμένοι στο ίδιο κρεβάτι ονειρευόμαστε ότι πετάμε πάνω απ' τη φωτισμένη πόλη    
- τόσο ειδεχθής μας φαίνεται η αλήθεια -   
και κάπου εκεί εσύ αφήνεις το χέρι μου, 
απομακρύνεσαι,
γίνεσαι ένα με τ' ανθισμένα αστέρια, 
ένα με το αβέβαιο όνειρό μου.

Γεννήθηκες για να 'σαι ανυπέρβλητη.
Σαν ένα άρωμα από στίχους που δεν έγραψα ποτέ...  

Χρήστος Κάρτας
αδημοσίευτο



Νυχτερινή βόλτα στην οδό Τοσίτσα




Μόλις βγήκα απ’ τη στοά                                                                                                           
γελούσα και έκλαιγα ταυτόχρονα 
είχα πιει αρκετά                                                                                                                            
όμως ακόμα φοβόμουν                                                                                                                   
πως θα πεθάνω περιφρονημένος
χωρίς να γνωρίσω ευχαρίστηση καμιά.
Οι άνθρωποι που διάλεξα για φίλους,
οι γυναίκες που κοιμήθηκα μαζί τους
θα μ’ έχουνε ξεχάσει από καιρό 
και δεν θα μπορώ να σκεφτώ
τίποτα πιο αξιοθρήνητο απ’ τους στίχους μου.                                                                            
Αμέσως το βλέμμα μου καρφώθηκε σ’ ένα παλαιοπωλείο
νεκροταφείο μεγαλοπρεπές
άυλων και υλικών 
που εκπληρώσαν το σκοπό τους 
και τώρα ένα αρρωστιάρικο φως
σκορπίζεται επάνω τους σαν κάθαρση.      
Στη βιτρίνα ξεχωρίζει ένα γραμμόφωνο
πάνω του υπάρχει ακόμα ένας δίσκος των 45 στροφών.
Θα ‘θελα να το πάρω σπίτι μου μια μέρα   
να μάθω ποια τσακισμένη θύμηση
του έχει αγκαλιάσει τη βελόνα                                                                                                       
και μένει έτσι σιωπηλό.   
Κάποτε με ρωτήσανε                                                                                                                    
γιατί γράφω θλιμμένα ποιήματα
χωρίς να ξέρουν                                                                                                                         
ότι αφύλακτος είχα πηδήξει
στη ματαιότητα του κόσμου τους…

Χρήστος Κάρτας
αδημοσίευτο