Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2020

Θα ήθελα


Μέσα στου Καραβάτζιο τις σκιές
θα ήθελα να κρυφτώ
να μη με συναντούν τα λαμπερά άλλων ζωγράφων
σε μία νότα να ήμουν σφηνωμένος θα το ήθελα
ανάμεσα σε ένα σολ και ένα ντο
σε παρτιτούρα του Αλμπινόνι
να κάνω ένα πέρασμα φρέημ μισό
στο «μακριά από το αγριεμένο πλήθος»
ξιφομαχώντας με αόρατο εχθρό στα στάχια
ερωτευμένος ως τα μπούνια  με τη Τζούλι Κρίστι
θα ήθελα σ’ ένα ιστιοφόρο να κρυφτώ
που το ζωγράφιζε ο Αιβαζόφσκι
μες σε φουρτουνιασμένες θάλασσες
κι ακόμα να ήμουν άγραφη σελίδα
προσμένοντας στίχους του Μπόρχες
πάνω μου
όπως επίσης και μια σταγόνα από Σανέλ

 στον  αλαβάστρινο λαιμό της Μέρλυν
το νύχι ενός καλόγερου θα ήθελα να είμαι
που σπρώχνει ένα σκουπιδάκι
στην άκρη των χειλιών μιας Παναγίας
που ζωγράφισε για ενός μοναστηριού το τέμπλο
τέλος θα ήθελα επίσης να είμαι φευγαλέα
η άκρη του δακτύλου ενός πιτσιρικά αναρχικού
που με ακραίο μίσος για δέκα δεύτερα πιέζει
το όνομα ενός τραπεζίτη στο θυροτηλέφωνο
στη λεωφόρο Αμαλίας
τρεις τα ξημερώματα,θα ήθελα

Ηλίας Κουτσούκος
από τη συλλογή Ο λύκος που γέρασε, 2019


Όταν σου χτυπήσω το θυροτηλέφωνο να είσαι εκεί






Μπορεί να είναι αργά τη νύχτα
μπορεί να βρέχει
μπορεί και να είναι ξημερώματα
γυρνώντας απ’ τη νυχτερινή τους βάρδια
οι εργάτες σαν τη Νυχτερινή περίπολο
 του Ρέμπραντ, όμως κατάκοποι
ή να είναι μέρα μεσημέρι
στημένο κυκλοφορικό
σπασμένο κυκλοφοριακό.
Μπορεί να μη με βλέπουν καν οι άλλοι
μπορεί και να με υπολογίζουν.
Όταν όμως χτυπήσω το θυροτηλέφωνο
θέλω να είσαι εκεί
με ένα μεταξωτό κόκκινο σάλι.
Να πάρουμε τους δρόμους
τις χειροβομβίδες
δυο μαχαίρια γνήσια δαμασκηνά
λίγο νερό και επιδέσμους.
Μπορεί και να μη χρειαστούν.
Αλλά και πάλι δεν πειράζει
ας έχουμε το νου μας
 όπως και νά ’ρθουνε τα πράγματα,
είτε μας έρθουν βολικά με αεράκι όμορφο
είτε αν πέσουμε σε ενέδρα με μεγάλη ξηρασία,
θέλω να είσαι επιφυλακή
ούτε κραυγές,ούτε τηλεβόες
απλώς να είσαι εκεί
μόλις χτυπήσω το θυροτηλέφωνο

Ηλίας Κουτσούκος
από τη συλλογή Ο λύκος που γέρασε, 2019


Η μητέρα μου στο θυροτηλέφωνο


Έχουν έρθει στο σπίτι φίλοι
και τρώμε μακαρόνια στο μπαλκόνι
 άσπρο κρασάκι πίνουμε και όλο γελάμε
με χαζά αστεία όταν ακούω το θυροτηλέφωνο
μ’ ένα διστακτικό σαν «να με συγχωρείτε» χτύπημα
λέω,ποιος να ’ναι τέτοια ώρα 2 τη νύχτα,τίποτα τσογλάνια μεθυσμένα θα ’ναι  και φωνάζω
ένα «ναι» λιγάκι άγριο.
Ακούω έναν σαν αναστεναγμό κι αμέσως
«να με συγχωρείς αγόρι μου δεν ήτανε σωστό
που σε αναστατώνω τέτοια ώρα μα ήθελα
ν’ ακούσω τη φωνούλα σου,να ξέρεις είμαστε καλά
λιγάκι ο πατέρα σου γκρινιάζει γιατί εκεί επάνω
απαγορεύεται αυστηρώς το κάπνισμα,ήρθαμε
κάποιες φίλες με υπεραστικό και τώρα μας φωνάζουν πίσω
να ’σαι καλά και να προσέχεις, σε λατρεύουμε να ξέρεις».
Φωνάζω δυνατά «μαμά,μαμά,μαμά».
Μου πέφτει το θυροτηλέφωνο από το χέρι κι ύστερα από 30 χρόνια-για σκέψου-
με  πιάνουνε τα κλάματα,πάω στην τουαλέτα δήθεν
για κατούρημα,ρίχνω νερό στα μούτρα μου
μα δεν μου σταματούν τα δάκρυα καθώς θυμάμαι
την εικόνα της με σταυρωμένα τα χεράκια της
επάνω σ ένα γκρίζο και παλαιό ταγιέρ που το είχε
για τις Κυριακές στην εκκλησία.

Ηλίας Κουτσούκος
από τη συλλογή Ο λύκος που γέρασε, 2019