Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Λιτανείες της τελευταίας άνοιξης



Ένας κύκλος χαραγμένος στο χώμα
κι από πάνω του ο αγέρας κι η βροχή,
γράφουν προσευχές.
Ένα παιδί μικρό καθρεφτίζεται στα ρυάκια τα κρυστάλλινα,
παίρνει στη χούφτα του λίγο όνειρο απ’ τον ουρανό
και βάφει τα κατάρτια του ήλιου.
Κι η γυναίκα με το πρόσωπο τ’ ανεμοδαρμένο,
στέκεται στην κορυφή του λόφου
κοιτάζοντας την απεραντοσύνη της αγωνίας.
Πώς να χτυπήσουν οι καμπάνες χαρμόσυνα
στη σιωπή της καταιγίδας;
Βαθύ το πηγάδι απ’ όπου ανασύρει ο χρόνος τις πληγές του,
οι πολεμιστές αντιμέτωποι με το παλαιό άδικο,
τα όνειρα, σπαθιά στο βλέμμα τους.
Απορούν τα ευαγγέλια για τις λιτανείες της τελευταίας άνοιξης,
ερυθριούν οι κόρες στους αρχαίους ναούς.
Το φεγγάρι καταπίνει μεγάλες μπουκιές την πίκρα,
άργησαν να επιστρέψουν οι αγαπημένοι απ’ το τελευταίο τους ταξίδι.
Τα στασίδια αδειανά στα εξωκλήσια,
πονεμένοι οι άγιοι ξαγρυπνούν στο προσκέφαλο της νύχτας.
Ξεθώριασαν τα ενοικιαστήρια στα σιωπηλά δωμάτια,
κανείς δεν θέλει να συγκατοικήσει με τη θλίψη.
Στο πανεράκι με τις προσφορές των εσπερινών
άσπρα γιασεμιά κι αγιόκλημα,
φωτοστέφανα από άγρια μέντα στ’ αθώα κοιμητήρια.
Κι η νύχτα η αξημέρωτη προπομπός των αγγέλων
και τα καράβια όλο να χάνονται στο άγγιγμα του ορίζοντα.

Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου,
 δημοσιευμένο στο διαδικτυακό περιοδικό   
HOMO UNIVERSALIS

Η φωτογραφία

Ιστορία ενός ανθρώπου στο πρόσωπο μιας γυναίκας, στο
βλέμμα ενός άντρα. Λατρευτές υπάρξεις που χάσαμε, χα-
μογελούν σε έρημα παράθυρα σαν μαχαιριές στην άβυσ-
σο του χρόνου... Το γέλιο τους παίρνει τον νου...
     Γιατί δεν ξεχνιούνται; Γιατί δεν ξεχνούν;
     Σκάβουμε το χώμα να ξεθάψουμε τους νεκρούς. Η
όψη τους αναμετριέται με τον θάνατο... Αυτόν τον ανί-
κανο...
     Βαθαίνουν παράξενα οι ώρες. Ο άνεμος διαβαίνει αι-
νιγματικός...
     Τα όρια της ζωής και του θανάτου μια ανθρώπινη
συμφωνία, παιδική κι αθώα. Η αλήθεια ασύλληπτη...
     Ο άνεμος τρίζει έρημες πόρτες. Οι ψυχές που έφυγαν
φτερουγίζουν σαν ανάλαφρα πουλιά. Το ξημέρωμα θρο-
ΐζει στις ματιές τους. Χαϊδεύουν τον χρόνο, κοιμούνται
αιώνια σαν άσαρκοι άγγελοι.
     Ήρεμες μορφές αγγίζουν με τις παλάμες το σώμα
τους, σαν να το ταιριάζουν σε παλιές κορνίζες. Σαν να
έζησαν γνωρίζοντας από πάντα ότι θα γίνουν μία φω-
τογραφία, μία και μοναδική σε άδειους τοίχους, σε έρη-
μους σταυρούς. Με τη γαλήνη ν’ ακούγεται στ’ ακίνητα
βλέφαρά τους. Με τη νιότη και τα γηρατειά σταματη-
μένα στην ειρήνη της φωτογραφίας. Με τα παραθύρια
στολισμένα απ’ τις μορφές τους...

Κι ο πόνος, ζεστό μαχαίρι, βαθαίνει...

Τα χρόνια σιγοκαίνε το καντήλι τους και περιμένουν...
Γαληνεύουν σιγά σιγά τις ψυχές, κάνουν τις μαχαιριές
του πόνου λεπίδες της ελπίδας και κόβουν μ’ αυτές τις
μέρες...
     Ο θάνατος θρηνεί. Η λήθη άγνωστη... Ένα αιώνιο πα-
ρόν χαμογελάει σαν παρηγοριά. Κατανοεί την αιωνιό-
τητα. Ρίχνει γάργαρο νερό κι η σκέψη λυτρώνεται από
αλυσίδες πανάρχαιες. Μια γνώση παράξενη απλώνεται,
κάτασπρη σαν γαλήνη. Ειρηνεύουν οι οδοί, η πίστη περ-
πατά στα νερά. Οι νεκροί οδηγούν την ανάσταση.
     Η ψυχή γαλήνια τους παρακολουθεί στο φεγγαρό-
φωτο. Ο δρόμος τους ειρηνικός. Χαμογελάνε στις φωτο-
γραφίες. Γίνονται φυλαχτό στο στήθος. Η στοργή τους
γλυκύτατη. Κι η όψη τους, αξέχαστη, συντροφεύει την
ελπίδα μας νοσταλγικά...


Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Ψίθυροι στα περάσματα, 2017


Συνάντηση


Φορούσε μπλε φουστάνι.
Η ζώνη γύρω στη μέση,
έδειχνε την κορμοστασιά της ψιλόλιγνη.
Ένας αέρας στην κίνησή της,
την έκανε να μοιάζει κύμα ονειρεμένο της θάλασσας.
Τα μαλλιά της ανέμιζαν,
το δέρμα της είχε το χρώμα της αυγής.
 

Αυτός ερχόταν από απέναντι.
Μια σιλουέτα με σκούρα χρώματα.
Το πρόσωπό του, χίλια μηνύματα.
Μιλούσε με το βλέμμα, τη σιωπή,
τον άνεμο στα μάτια του...
Άγνωστος.
Πώς όμως της θύμισε μια παλιά αγάπη;...
 

Διασταυρώθηκαν για μια στιγμή,
κι έπειτα, ο καθένας πήρε τον δρόμο του.
 

Όμως στο μπλε φουστάνι πια
οι πτυχές σχημάτιζαν τη σιλουέτα του.
Ο άνεμος δεν μπόρεσε να τη σβήσει.
Αινιγματική σαν σφίγγα,
κέντησε το ύφασμα στο μέρος της καρδιάς.
Καρφώθηκε, αναζήτηση πικρή, στο βλέμμα της,
έσφιξε το σώμα της τ’ αθώο κι απαλό,
που μόνο ο άνεμος άφηνε πάνω του το φιλί του.
 

Κι η σιλουέτα της άλλαξε.
Λυγερή κι ανυποψίαστη τριγυρνά στους δρόμους
με τη λαχτάρα μιας δεύτερης συνάντησης.
Φουρτούνα κι αντάρα,
ψάχνει το αίνιγμα το μοναδικό του αγνώστου,
που χάθηκε στον απέραντο δρόμο.
 

Του ξένου που σαν όνειρο χαράχτηκε στη σκέψη της,
πέρασε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της,
τη ζεστασιά του στο κορμί της.
 

Και το μπλε φουστάνι,
κύμα κι όνειρο και πουλί της θάλασσας,
θ’ αναζητά παντοτινά τη στιγμή τη μοναδική
που σαν σταγόνα το πότισε βαθιά.
Τη στιγμή την ωραία που το σημάδεψε γλυκά,
τη μοιραία,
που σαν όνειρο γλυκό και βασανιστικό
θα τραγουδά το τραγούδι του παντοτινά...



Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Ψίθυροι στα περάσματα, 2017

Σκιές

Όνειρο άπιαστο ο σκιές μας,
μεγαλώνουν το σούρουπο,
ξεπορτίζουν τις νύχτες,
χορεύουν κάτω απ’ τ’ αλώνι του φεγγαριού.
Μαυροπούλια κουρνιασμένα στην πόλη,
σιωπή του Θεού,
μαύρα ράσα αμίλητα.
Η άλλη όψη του προσώπου μας,
το σχήμα του πεπρωμένου μας.
Αλλάζουμε περίγραμμα,
σκορπιζόμαστε στους ανέμους,
λέμε τα παράπονά μας στις νύχτες.
Πόσο λίγο γνωρίζουμε την ψυχή μας!
Μόνοι στους έρημους δρόμους,
ψιθυρίζουμε στο άγνωστο,
χανόμαστε στη σιωπή.
Μοναχική στιγμή η σκιά μας που δεν καταλάβαμε,
αεράκι που ξαλαφρώνει τη μοίρα μας.
Πορεία παράξενη...
Ένα αξεδιάλυτο παρόν...
Ένα αξεδιάλυτο όνειρο...


Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Λόγου εργόχειρα, 2017


Μοίρα

Ποτέ δε χτυπήσαμε την πόρτα της μοίρας. Δε θελήσαμε
να υποταχθούμε. Ελεύθεροι στις μεταξένιες μέρες αγγί-
ζουμε τον ήλιο που ξεδιψάει απ’ τα ρυάκια και τις λίμνες.
Ελεύθεροι κάτω απ’ τα ψηλά έλατα, τα βουνά ανηφορίζουν
αγέρωχα.
     Κι ο τοίχος ο αμετακίνητος της μοίρας, δύο βήματα απ’
την κάμαρή μας. Λευκή κάμαρη γεμάτη αέρηδες και κρυ-
στάλλινα καλντερίμια. Περπατάμε στα μονοπάτια της
άνοιξης, με μια παρέα γλάρων για συντροφιά. Κάτασπρα
ασβεστωμένα δρομάκια ανηφορίζουν για το εκκλησάκι της
λευκής συνείδησης. Μια καμπάνα χτυπά τις ώρες μας. Ο
ερχομός του επόμενου χειμώνα μάς μεστώνει.
     Τόσα καλοκαίρια κι άνοιξες, τόσοι χειμώνες κι εμείς
στον ίδιο τόπο, λίγο πιο γερασμένοι αλλά πάντα ίδιοι. Ν’
αναρωτιόμαστε για την ύπαρξή μας, ένα περίεργο παρόν,
ακατάλυτο, άχρονο, δυνατό. Στις χούφτες μας λίγο χώμα κι
αθανασία, στο στήθος μας φως κι άγρια πουλιά.
     Κι η μοίρα ανίσχυρη, θλιβερή κι ανίκανη, ένα ψεύτικο
κατασκεύασμα, μια παλιά φοβέρα, ένας χάρτινος πύργος.
Την αγγίζουμε, την ψηλαφούμε. Βαδίζουμε στα σοκάκια
της. Τα δωμάτιά της ερμητικά κλειστά, απειλητικά. Αδειανά
όμως. Με φοβέρες κι υποψίες μιας τιμωρίας ανύπαρκτης.
Ξεκλειδώνουμε το άγνωστο και βλέπουμε τους χάρτινους
πύργους του. Μια πλάνη, ένας ψεύτης κοκκινολαίμης, ένα
τίποτα. Ζήσαμε με το τίποτα τόσα χρόνια, με την απειλή
του.
     Ένας γυμνός Άδης υποχωρεί μπροστά στο φως. Γυρο-
φέρνουμε στα λιμάνια της ψυχής μας. Τόσος φόβος, τόσο
ψέμα. Μια μοίρα ψεύτρα και το άγνωστο να μας καταδυ-
ναστεύει. Παραμερίζουμε την πλάνη. Ένα απαλό φύσημα
τόλμης χρειαζόμαστε μόνο κι ο χάρτινος πύργος θα γκρε-
μιστεί. Γύρω μας απεραντοσύνη. Στη χούφτα μας χώμα κι
άγρια πουλιά. Φτερουγίζουν ελεύθερα για τις χώρες του
ορίζοντα.



Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Λόγου εργόχειρα, 2017 
 

Ταξίδι

Ένα ταξίδι είν’ η ζωή, κι εμείς περαστικοί στους απάτητους δρόμους της...
 

Γεμίζουμε άγριες φράουλες την ποδιά μας,
μαζεύουμε γοργόνες απ’ τα κύματα,
κοιμόμαστε πλάι στα κοράλλια των βυθών.
Η σάρκα μας, φύλλα του φθινοπώρου,
η ψυχή μας, πρωτοβρόχι,
το τραγούδι μας, οι πρώτες καταιγίδες του χειμώνα.
 

Οι χιλιάδες μικρές στάλες της βροχής χορεύουν με τα κυπαρίσσια,
παραμερίζουν οι διαβάτες για να περάσει ο αέρας ο βιαστικός,
ξεροβήχουν τα καλντερίμια κάτω από τα πέλματα των αλόγων
που οδηγούν ωραίοι έφηβοι.
 

Τα ποτάμια ολοένα ταξιδεύουν,
τρέχουν ασταμάτητα των γλάρων οι φωνές πίσω από τα καράβια,
τα κορίτσια τραγουδούν στις γειτονιές
για ταξίδια που ποτέ δεν τελειώνουν.
 

Ταξίδια στα μάτια των αγαπημένων,
στα κοχύλια που ξεβράζει η θάλασσα,
στους επιτάφιους τους γεμάτους κεριά,
στις απέραντες ακρογιαλιές των πελαργών.
Κι οι κάμποι χρυσοί στο προσκεφάλι μας,
οι ονειροδείκτες γυρίζουν σαν τρελοί στα εξωκλήσια,
ζωντανεύουν των βράχων οι αγιογραφίες.
 

Οι δρόμοι ζεστές αγκαλιές γίνονται,
τα δέντρα γνώριμοι παλιοί,
τα μονοπάτια στοργικά.

Ένα περιστέρι μάς κοιτάζει κατάματα,
κλείνουμε το μικρό του σώμα στις χούφτες μας,
αφήνουμε τον άνεμο να μπει στην κάμαρή μας.
 

Ένα ταξίδι είν’ η ζωή,
κι εμείς περαστικοί στους απάτητους δρόμους της.



Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Λόγου εργόχειρα, 2017

Η Δράμα

Ένας ήλιος κατακόκκινος στο μονοπάτι του ανέμου.
Τα ξέφτια του στα κλαδιά, στα πέτρινα σπίτια, στα χαλάσματα.
Η πόλη παλιά όσο κι οι αναμνήσεις.
Σκαρφαλωμένη στους μεγάλους κισσούς, τους υγρούς τοίχους,
στα περιστέρια που πετούν αναστατωμένα.
Καραβάκι στα νερά, νανουρίζει τους ανθρώπους της,
γερνά μαζί τους.
Τα πρόσωπα ξεθωριασμένα στα πέτρινα σοκάκια,
οι ομιλίες κεριά στα παραθύρια.
Κανείς δεν προσπαθεί ν’ αλλάξει την πορεία των ημερών.
Το σχήμα τους θολό και δυσδιάκριτο,
χάνεται στα στενοσόκακα, κρύβεται στις σκιές,
στα ξέφωτα χαμογελά.
Ο χρόνος φέρνει τη λύτρωση.
Τα λόγια τους καρτερικά,
οι κάμαρές τους γαλήνιες.
Η πόλη γέρνει στα σώματά τους,
πλαγιάζουν μαζί ειρηνικά.
Τα κουρασμένα της ρολόγια χτυπούν στα καλντερίμια,
οι ψηλοί τοίχοι καθρεφτίζονται στα λιμάνια της σιωπής.
Οι σκιές αγρυπνούν τις νύχτες,
μοσχοβολούν γιασεμί τα δειλινά.
Κι οι άνθρωποι βγαίνουν απ’ τις φωτογραφίες τόσο νέοι.
Συγυρίζουν τους χρόνους,
βάφουν τα δρομάκια με τ’ ασήμια του φεγγαριού,
περιμένουν στις εξώπορτες,
ποτίζουν τα γεράνια τους στις γλάστρες,
μετρούν τα φθινόπωρα με τα χρυσάνθεμα στις αυλές τους.
 

Ήσυχοι κι ανίδεοι μαζί.
Κι η σιωπή μενεξεδιά,
τα περάσματα δροσερά,
ο θάνατος αθώος.
Ο ένας γέρνει στην ψυχή του άλλου,
η πόλη γέρνει στους ώμους τους.
Τα παραθύρια ανοιγοκλείνουν τις μέρες τους,
τα μάτια τους γεμίζουν ουρανό.
Διαβάτες ξένοιαστοι
κι ερωτευμένοι με τη μικρή τους πόλη παντοτινά.



Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Λόγου εργόχειρα, 2017


Φλόγες

Φλόγες μικρές, χορεύτριες λυγερές
χορεύουν πάνω από την πλάση.
Ο χορός τους χαρούμενος, ρυθμικός.
Κάθε πολιτεία χιλιάδες φλόγες,
κάθε άνθρωπος ο χορός της φλόγας ο σιωπηλός.
 

Φλόγες με το χρώμα της ζωής,
με την υπόσχεση του αύριο.
Κλείνω την παλάμη και τις συγκρατώ,
ανοίγω τα βλέφαρα και τις δίνω στ’ όνειρο.
Ταξιδεύω μαζί τους στο άπειρο,
ακούω τη θλίψη των καιρών,
ελπίζω με την ελπίδα των παιδιών.
 

Φλόγες των ψυχών, ευλογία των ουρανών.
Αγοράζουν το μέλλον και το παρελθόν,
αλλάζουν τη μοίρα στο παρόν.
 

Κάποιοι τις είπαν ψυχές, νεράιδες λαμπερές.
Άλλοι προσπάθησαν να τις αγγίξουν
και το χέρι τους χάθηκε στο σύμπαν.
Κι άλλοι τις είδαν στη θέση της καρδιάς,
μα αυτή είναι απέραντη κι ανεξερεύνητη.

Φλόγες φωτεινές,
που αγωνίζονται με τους ανέμους που τις απειλούν.
Πολεμούν στο σκοτάδι, ζωντανεύουν τους νεκρούς.
Δίνουν ζωή στα πέτρινα πρόσωπα, λέξεις στη σιωπή.
Τα σφιχτά χείλη τις ευγνωμονούν.
 

Μικρές λυγερές ελπίδες, ο χορός τους μαγικός.
Χιλιάδες λαμπάδες και κεριά τις φέρνουν στη γη.
Στοργικά τα φιλιά τους και το φως τους μελωδία αγγελική.



Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Σώμα φυλαχτό, 2015

Ψυχές

Περαστικά πουλιά οι ψυχές, αμίλητες σκιές.
Χαμογελούν στα όνειρά μας, κλέβουν τη χαρά μας.
Μας αφήνουν έρημους, μόνους.
Με δάκρυα από χώμα.
Μ’ έναν ξένο στο στήθος.
Που δεν ξέρει αν αγαπήθηκε.
Δε θυμάται αν αγάπησε.


Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Σώμα φυλαχτό, 2015

Συγχώρεση

Άνθρωποι λατρεμένοι στο κατώφλι μας,
ξαπλώνουν στα όνειρά μας,
μετρούν τις μέρες με τα πουλιά που φεύγουν,
ξεφυλλίζουν παλιά ημερολόγια.
Χαϊδεύουν τη βροχή στα βλέφαρά τους,
θάβουν τα κρίματά τους στις αγκάλες τους,
πίνουν τον αγιασμό της αγάπης.
Πόσα χρόνια ν’ αγαπήσουμε τα χρώματα στα μάτια τους,
τον άνεμο στα μαλλιά τους;
Να πονέσουμε τα γηρασμένα μας σώματα,
να ξεχάσουμε τους πέτρινους μήνες;
Πόση αγάπη για να τους παρηγορούμε τις νύχτες,
να τους σκεπάζουμε με τ’ αστέρια;
Να ξαναγίνουμε παιδιά,
να καθρεφτιζόμαστε στα ρυάκια;
Να νιώσουμε τις καρδιές μας σταλαγματιές στα δάκρυά μας,
ν’ ακούσουμε τα λόγια τους στις προσευχές μας;
Να ρωτούμε τους περαστικούς
μήπως στα ταξίδια τους τους συνάντησαν,
να τους περιμένουμε τις άνοιξες;
Πόσα χρόνια για να κοιμηθούμε στο προσκεφάλι τ’ ουρανού,
να κλέψουμε το χρόνο;
Να ξημερωθούμε αθώοι στις ακρογιαλιές,
να μας βρουν οι άνεμοι σφιχταγκαλιασμένους;
Πόσα χρόνια να νιώσουμε το Θεό;
Πόσα χρόνια να συγχωρεθούμε;


Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Σώμα φυλαχτό, 2015


Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Τρία Χαϊκού

 Ώρες-ώρες στην 
απουσία ακουμπώ
του σώματός σου



  Κομμάτια ψυχής
Αποκόμματα χρόνου
 να σκεπάσεις πώς; 



  Κρούουν τη θύρα
μελωδίες του χρόνου
   Κύματα βράχοι



Δημήτρης Τσινικόπυλος
από τη συλλογή Φεγγαροκουβέντες
και Γρίφοι της Άμμου, 2017

Τέσσερα τρίστιχα για τους Γρίφους της Άμμου

  Μπρος μου ακρογιαλιά 
Γοργοπετούν γλαροπούλια
        Χορδές αόρατες



   Στο αδιάφανο των 
ματιών καθρεφτίζομαι -
    Στο αρχιπέλαγος



       Απ' τη σιωπή
   της πέτρας, μυστικά
το σ' αγαπώ αναβλύζει ...


      Θέρος - έρως
Ένα κορμί αναρριγά
       Στον άνεμο


Δημήτρης Τσινικόπουλος
απο τη συλλογή Φεγγαροκουβέντες
και Γρίφοι της Άμμου, 2017