Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Η Νύχτα της Ελένης

Το πρώτο κονσέρτο για πιάνο
του Τσαϊκόφσκι
Η γάτα με τα τρυφερά
νύχια
Ο ίσκιος και ο τοίχος
Η ηχώ της σκιάς του τοίχου
Η ματωμένη νύχτα
Το ματαιωμένο φως

Στο αποκορύφωμα
μαζεύτηκαν τα σύννεφα
Οι Εποχές
Οι πέτρες
Η δίχως ελπίδα απαντοχή
Τα κομμάτια 
του κενού και του χρόνου
τα πρόσωπα ο μόχθος

Όταν άρχισαν να χτυπάνε
τα τύμπανα
να κραυγάζει το πιάνο
η Ελένη έβαλε τα χέρια 
στο πρόσωπο
και έκλαψε

Κάτω στο δρόμο
ήταν πρωί

Οι άνθρωποι
ψωνίζονταν 
στο μπακάλικο
ανέμελοι

Οι καμπάνες χτυπούσαν
αναίτια


Νίκος Μ. Σιδέρης
από τη έκδοση 5 ποιητές στην Αγορά
Δημοτική Αγορά Κυψέλης, 2008

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Βακτηρία ...

Αρώματα, ήχοι,
Αφή, της καυτής του αυγουστιάτικου
καταμεσήμερου πέτρας,
Μυρωδιά βασιλικού και αρμπαρόρριζας, 
ψωμί γλυκό σταρένιο,
Νερό τρεχούμενο κρύσταλλο,
Και το σπίτι αρόδο στο όνειρο.
Η ομορφιά.

Τη γεύτηκα με πόδια γυμνά
Σεργιανίζοντας
Στο καλντερίμι της νειότης.

Τη γεύτηκα χαράζοντας
Στο μουσκεμένο χώμα
Το όνομα της αγάπης.

Τη ρούφηξα χαμόγελο, 
Με μέθυσε σα δάκρυ.

Και μεθυσμένη την κρατώ,
Σαν στύλο, σα ξερολιθιά.

Για ν' ακουμπώ μην πέσω ...


Σοφία Καλαϊτζάκη-Παντελοπούλου
από την έκδοση 5 ποιητές στην Αγορά, 2008
Δημοτική Αγορά Κυψέλης


Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Ερωτικό 2



 



Φολέγανδρέ μου 
βράχε μου στο διάβα του καιρού
εκεί που γίνεται το πέλαγος λίμνη
περιστοιχισμένη από άκρες και κορφές
και πάλι η λίμνη γίνεται αντάρα
όταν σιμώνεις

Πέρασαν ναύτες κάποτε
σε στέρεο σκαρί
είδαν τ’ αδέλφια σου να λούζονται
στην καταχνιά
είδαν το στερέωμα ν’ αγγίζει
τα σγουρά τους κεφάλια
μα η πυξίδα τους τυφλή

Στάθηκα
όλα μου τα μάτια σύνορα
όλα σου τα σύνορα κατακρημνίσεις
μαύρο βαθύ γαλάζιο γκρίζο
και πέτρες άσπρες
μία μία σμιλεμένες
στην καμπούρα του χρόνου
ένα μωσαικό από φως και σκιές
δρόμοι σκυφτοί σαν κορυφογραμμές

Βουτάει ο Καραβοστάσης στο κατράμι
και τα σκαριά αναδύουν την αρμύρα
η Χώρα κήποι γελαστοί
Φολέγανδρέ μου
προσκυνητή σου μ’ έταξε
του έρωτα η μοίρα

Τι αλαφρά που είναι τα όνειρα
στ’ ασβεστωμένα πεζούλια
σμίγουν εκεί οι φωνές των ανθρώπων
με τις φωνές των δέντρων
έρχονται φεύγουν με καλούν
πώς ν’ αρνηθώ
βαθιά μαζί τους χάνομαι στα κύματα στη ζάλη


Νίκος Ι. Μουρίκης
από την έκδοση 5 ποιητές στην Αγορά
Δημοτική Αγορά Κυψέλης, 2008

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

ΛΚ' (Η Ποίηση γεφυρώνει την άβυσσο ...)

Η Ποίηση γεφυρώνει την άβυσσο 
που κουβαλάνε οι άνθρωποι
όταν γίνονται σκοτάδι
σ' έναν κόσμο σπαραγμών
κι ανθρώπινης ιστορίας βίας
που τους αλέθει συστηματικά
στις μυλόπετρες της εξουσίας

Ναζή Χατζημωυσιάδου
από τη συλλογή Η απόσταση που συνέβης, 2017

ΛΖ' (Οι άνθρωποι του καναπέ ...)

Οι άνθρωποι του καναπέ συναντάνε τον άνθρωπο των σπηλαίων και μαζί διαμελίζουν τους αδύναμους. Εκατομμύρια άνθρωποι ξυπνούν με τα σκουπίδια, τρώνε απ' τα σκουπίδια, ανακυκλώνονται με τα σκουπίδια. Στην κορυφή αυτών των λόφων οι αρουραίοι βόσκουν ήρεμοι το μερίδιό τους. Κι από κοντά τα παιδιά σκάβουν κι αυτά αντιγράφοντας τη βία που πλαγιάζει μέσα τους. Αυτό είναι το σπίτι τους. Ένας τάφος επωασμενος το θάνατο. Γιατί συμβαίνει το εξής φοβερό σ' αυτόν τον πλανήτη: επειδή η παιδική ηλικία έχει επικηρυχθεί κάτι παγερό ξημερώνει πάντα στην καρδιά τους κατηφορίζοντας στις σκιές τη χιονοθύελλα μέσα τους. Γι' αυτό σκοτώνουν και σκοτώνονται κι εξατμίζονται κι εξαφανίζονται με την υπόσχεση για έναν καλύτερο κόσμο στον παράδεισο.

Ναζή Χατζημωυσιάδου
από τη συλλογή Η απόσταση που συνέβης, 2017

ΛΔ' (Κάλεσα ένα αστέρι ...)

Κάλεσα ένα αστέρι από τον ουρανό και του ψιθύρισα τα ποιήματά μου να τα προφέρει σαν προσευχές και να τα πας σε μέρη μακρινά, του είπα. 
Φώναξα και το φεγγάρι λέγοντάς του πάνω κάτω τα ίδια, να μη λησμονήσει σ' ολάκερη τη γη τη δύναμη των ποιημάτων μου να φέρει. 
Τελευταίο άφησα τον ήλιο τονίζοντάς του με έμφαση ότι είναι ανάγκη η Ποίηση στις Ψυχές των ανθρώπων να φτάσει, ότι είναι ανάγκη η Ποίηση τις καρδιές των ανθρώπων να κάψει. 
Κι αυτός με κοίταζε χάσκοντας, κάνοντας πως δεν καταλαβαίνει.Θα έχανε, βλέπεις, τα πρωτεία. Εγώ όμως επέμεινα. Το απαιτούν οι καιροί, του είπα. 
Άκουσέ με, οι καιροί ου μενετοί. 
Δίστασε για λίγο, το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε, όμως στο τέλος συναίνεσε κι έτσι η Ποίηση διάβηκε επιτέλους τις καρδιές κι αρχίνισε να να πλάθει, να γεννάει και να μεστώνει τους βυθισμένους στο καμίνι της ανθρώπους ...

(στ' αλήθεια δεν βλέπετε τα αποτελέσματα γύρω σας;)


Ναζή Χατζημωυσιάδου
από τη συλλογή Η απόσταση που συνέβης, 2017

Ζ' (Ξημερώνει η μέρα ...)

Ξημερώνει η μέρα. Σήκω και φύτεψε στο λυγμό της το σπόρο της απόγνωσης. Σε λίγο δεν θα υπάρχεις τη διάρκεια έκπτωτη μες στις ώρες τη ζωή σου.  Είσαι σιωπή που διανύθηκε στην απουσία. Ένα νεκρό σε φανερώνει. Σε λείπει από τον κόσμο σαν κάτι να χάθηκε για πάντα. Το αρκείς συνείδηση και το αποθέτεις το βλέμμα στους ανθρώπους. Παγιδευμένοι μες στο θάνατο δεν έχουν άλλη επιλογή απ' το να ζουν τα συμπτώματα βραδυπορίας μένοντας μια ανάσα στη μεγαλόφωνη δυαδικότητα που τους επιβάλλει ο θάνατος του ανθρώπου και ο άνθρωπος στο θάνατο. Αλλά εσύ που πίστευες ότι θα μείνεις αλώβητη ! Ανόητη ! Το γνωρίζεις καλά τώρα. Αυτό είναι η ζωή. Όχι λυγμός, όχι κραυγή, αλλά γκριμάτσα στο σταυρό

Ναζή Χατζημωυσιάδου
από τη συλλογή Η απόσταση που συνέβης, 2017

ΜΘ (Ακούμπησε την καρδιά σου ...)

Ακούμπησε την καρδιά σου
στην καρδιά της Άνοιξης
και βγάλε ζωή απ' το χώμα
και δίπλωσε στον άνεμο σιωπή
για να γεννάς πάντοτε και να τρανώνεις
ακόμη και στις πιο άγριες συνθήκες
τα ομορφότερα λουλούδια

Ναζή Χατζημωυσιάδου
από τη συλλογή Σήματα των λυγρών καιρών, 2014

ΙΓ (Έμπλεο χελιδόνια ....)

                                          Η ποιήτρια Μαρία Λάτσαρη

Έμπλεο χελιδόνια το βλέμμα σου 
απίθωσε μια μικρούλα τριανταφυλλιά
στην αβρότητα του ήλιου
κυοφορώντας των αισθήσεων 
και του πνεύματος την εξέγερση
στις λέξεις που βαπτίστηκαν τον άνθρωπο
στη σιωπή

Ναζή Χατζημωυσιάδου
από τη συλλογή Σήματα των λυγρών καιρών, 2014

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Πώς ανακαινίζονται έρωτες

Όλο αυτό, το αναμφίβολα δαιμονικό που
εξεγείρεται στα κλινοσκεπάσματα
των έρημων στρατώνων, 
δεν είναι τίπότα λιγότερο από 
τα συλημένα όνειρα όσων κατακλίθηκαν
μες στη βοή και χάθηκαν
σε ύπνους διαμπερείς αθροίζοντας
ομολογίες και ποινές. 
Κάπου εκεί οι φανοστάτες
παραφυλάνε το δίκαιο των τρένων
καθένας τους και μια ιστορία:
οι έρωτες επιστρέφουν την ηδονή τους.
Η ηχώ από τα καταλύματα φτάνει
με τρομακτική συνέπεια
δεν είναι η βροχή να πεις πως θα περάσει, 
ο εθισμός στη μνήμη αξιοποιείται επαρκώς
-ασχέτως των διακρίσεων επιμένουμε.
«Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν τις ακολασίες...
Τρεις άνθρωποι ομολόγησαν ως αυτόπτες μάρτυρες
το περιστάτικο. Σκανδαλίστηκαν, προσέθεσαν.  »
Την επαύριον του μόχθου οι χαλασμένοι αυλικοί 
ερεύνησαν επιμελώς τα όνειρα 
Βασίστηκαν σε υποθέσεις και επειγόντως
απαγόρευσαν των κληρωτών την ηδυπάθεια. 
Όμως τα τρένα εξακολουθούν να φτάνουν 
στους σταθμούς
οι φανοστάτες να σιωπούν διαθέτοντας
το φως τους
και τα παιδιά
στα υπόσκαφα κλινοσκεπάσματά τους
ν' ανακαινίζουν έρωτες κι εξαίσιες ηδονές. 

Βαγγέλης Τασιόπουλος
από τη συλλογή Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων, 2017

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Μελπομένη

Έφτασε με ποδήλατο, κοριτσάκι στα καλά του, όλο ευδαιμονία και χάρη. Σκανδαλίστηκαν στην ευωδιά της ηδονής οι νουνεχείς απόμαχοι. Έπαιξε με το φως η γύμνια της καθώς την υπερασπίστηκε με το δεξί της χέρι εισχωρώντας στην πυκνή βλάστηση. Η ομορφιά συντόμευε τη δράση του ελιξίριου. Σαύρες και φαιοπράσινα πτηνά από μάρμαρα. Ο κόσμος δίχως παράθυρα στα δυο της μάτια. Η Μελπομένη άφησε γι' ακόμη μια φορά τη γύμνια της να εισρεύσει στο αβαείο. Εγκόσμιοι καιροί απαθανάτιζαν τη σκόνη που αναδυόταν, όταν η μεγαλοπρέπεια χωρούσε στην πιο μικρή της έγνοια: να υποδυθεί ό,τι δεν ήταν. Έτσι σήκωσε τελετουργικά το τροχοφόρο και πήρε το δρόμο προς τη θάλασσα. Λαυκή φιγούρα στα όνειρα. Παράξενη κι αγία στον ατέρμονα παράδεισο. 

Βαγγέλης Τασιόπουλος
από τη συλλογή Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων,2017


Η αχλή΄του βουνού και το νήμα

«Κοίταξε με είμαι στο βουνό απέναντί σου. Της κορυφής του την αχλή σου τη χαρίζω να φτιάχνεις με το νήμα της τα κορδελάκια για τα δώρα σου. Ίσως κάποτε να διαλυθεί και να σωθεί το νήμα, τότε ευκρινέστερα θα δεις το πρόσωπό μου. Για την ώρα σταμάτα να διαλέγεις τα προσόψια εκεί δεν θα με βρεις, όσο κι αν ψάχνεις» σημείωσε ο γενοβέζος ποιητής κι έπειτα κατέφυγε στον αχνιστό του εσπρέσο. Ήταν ακριβώς εκείνη η στιγμή που απ' τη Μουργκάνα σηκώνονταν οι αετοί και στο Νησάκι τα αμφίβια χορεύαν, κάτι ηρωικό αν καλά ενθυμούμα. Πάνδημη απλώθηκε στο πρωινό του κόσμου η κραυγή. Πρώτες οι μπαλαρίνες χειροκρότησαν πλησίασαν τον ποιητή με χάρη - ατάραχος εκείνος- του 'δειξαν τα όμορφα νησιά, τις γόνδολες με τα κυρτά κορμιά, του παραστάθηκαν. «Ξέρετε αν το νημα σώθηκε;» ρώτησε ανυπόμονα σε έριδες ανάμεσα και ουρλιαχτά. «Τη νύχτα που μου δόθηκε την ξόδεψα. Τα τρένα αναχωρήσανε στην ώρα τους, καιρός να σας ασπαστώ και να συγκλίνω με τους άλλους». 

Βαγγέλης Τασιόπουλος
από τη συλλογή Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων,2017