Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021

Άτιτλο (κάθε θάνατος έχει τον ουρανό του ...)

 

κάθε θάνατος έχει τον ουρανό του

μισή βροχή κι ένα μικρό πτηνό ανθισμένο στο αίμα

οι εποχές παραμένουν απόρρητες

κλειδωμένες βαθιά στα κόκαλα των απόντων

εφευρίσκεις την προοπτική που σε κάνει να πιστεύεις

κι ας εκλείπει η συνέπεια της σάρκας

γνωρίζοντας πως

το ένδυμα συνεχίζεται σε μια άλλη βεβαιότητα

όπου όλα τα χρώματα είναι λευκά


Νιόβη Ιωάννου

από τη συλλογή Στην πυρά, 2021


Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2021

Όλοι γυμνοί

 

άφησε τα μαλλιά σου 

να μακρύνουν

φόρα κουρέλια

αλάτι

τα τρύπια σου γόνατα

κόψε τα χείλη

απ' την άνοιξη που ξεστόμισες

Κανένα

σε λένε

όσο αντέχει το κακό 

πρέπει να έχει ένα  σκύλο

με αλυσίδα 

η ιστορία σου

κι ένα κοπάδι

ολοκόκκινο 

να στροβιλίζεται

στο μάτι του κυκλώνα

η οχλαγωγία σαν επίλογος

συνηθίζεται

για κάθε χειροκρότημα

ένα ίσκιος πεθαίνει

πώς μείναμε όλοι γυμνοί ...


Νιόβη Ιωάννου

από τη συλλογή Στην πυρά, 2021


Εκείνη που έσπασε

 

σε κείνο το μέρος

δεν ήρθε ποτέ το ηλεκτρικό 

στο τραπέζι υπήρχε πάντα μια λάμπα πετρελαίου

το βράδυ η μάνα την άναβε και ζύμωνε γύρω απ' τη φλόγα

άφηνε τη φουρκέτα να κρέμεται στο γυαλί

τα μαλλιά της χύνονταν μέσα στο γάλα

έτριζε η μπουκιά της και φούσκωνε

κολλημένη στο δέρμα

όταν ξημέρωνε μας έκρυβε μες στο ψωμί

έπαιρνε πίσω τη φουρκέτα της, την κάρφωνε στα μαλλιά της

τρεις άσπρες τρίχες χωμένες στο σώμα της κι εκείνη που έσπασε


Νιόβη Ιωάννου

από τη συλλογή Στην πυρά, 2021


Μόνοι

 

έμειναν μόνοι

εκείνος από γέννα

εκείνη από θάνατο

έμειναν μόνοι και κάθε που νύχτωνε

τηρούσαν αυστηρά τα προσχήματα

απλώνοντας τη λευκά πετσέτα στα γόνατα

κομματιάζοντας αργά τη μπουκιά τους

όπως αυτοί που ορίζουν το παιχνίδι

και χάνουν τον εαυτό τους

σκορπίζοντας 

ροδοπέταλα στο τραπέζι

ας είναι από άλλο χώμα

ας είναι από άλλη άνοιξη

ας είναι κόκκινα

λαβωμένα λευκά

με τα χρόνια 

η ράχη της καρέκλας θα κυρτώνει

κι όλο 

θα σκύβουν 

θα σκύβουν

στο βουβό τους πιάτο μπροστά


Νιόβη Ιωάννου

από τη συλλογή Στην πυρά, 2021


Κλαίγοντας και γελώντας

 

απόψε που περπατάω στο χιόνι

ξυπόλητη

έχω την αίσθηση πως κάποιος πιστεύει πως με τιμώρησε

ή πως ακολουθώ μια συνήθεια γιορτινή

κλαίγοντας και γελώντας

σε θερμοκρασίες υπό του μηδενός

ποιος δύναται να απεικονίσει την ενδιάμεση σάρκα

έπαρση είναι να συνεχίσεις να πορεύεσαι

χαμογελώντας με συγκατάβαση

στους περαστικούς που σε σπρώχνουν 

φορώντας το παλτό σου

όταν τελειώνει το λευκό 

απομένει 

η βεβαιότητα των άδειων χρωμάτων


Νιόβη Ιωάννου

από τη συλλογή Στην πυρά, 2021


Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2021

Όταν με κοιτάς

 

Όταν με κοιτάς στα μάτια σκορπίζω. 

Γίνομαι σαν τον ανθό του γαϊδουράγκαθου,

φυσώντας το - άυλο, ένα με τον χαμό.

Σαν τον σπόρο που αιωρείται στο πουθενά,

πεθαίνοντας με εγγύηση παντοτινή την άλλη μέρα. 

Όταν με κοιτάς αγκυλώνω.

Γίνομαι σκουριασμένο παλιοσίδερο,

παίρνοντας πάνω του όλη την πρωινή υγρασία. 

Σαν το αγκυλωμένο χέρι ενός νεκρού,

που αφέθηκε στη μοίρα του αγνοούμενου.

Όταν με κοιτάς αδειάζει το αίμα μου.

Γίνομαι μια αφυδατωμένη γλαδιόλα,

μαραμένη,

ζητιανεύοντας την υγρασία του χαμόγελου. 

Σαν το διψασμένο χωράφι

που σχίστηκε απορώντας

πως το πολύ γίνεται ελάχιστο.

Όταν με κοιτάς αφήνεις δυο τρύπες στα μάτια μου.

Όταν με κοιτάς αφήνεις δυο τρύπες 

στην καρδιά μου.


Κωνσταντίνος Ν. Μπαμπίλας

από τη συλλογή 22 αντινικότ, 2018


Επιλογή αυτόχειρα

 

Αποφάσισα να πεθάνω. 

Πειραματίζομαι στο πώς.

Περπατώντας στο δάσος,

ψάχνοντας το τέλος του κόσμου; 

Οδηγώντας τη νύχτα χωρίς φώτα,

αναζητώντας τον ιδανικό γκρεμό;

Παρατηρώντας 

τις κουρτίνες του ουρανού χειμώνα, αέναα,

μέχρι να κρυσταλλώσει η τελευταία ανάσα; 

Κόβοντας το μαχαίρι με τις φλέβες μου; 

Τρυπώντας τον αέρα ανάμεσα 

στα έντερα και την πλάτη μου; 

Πυροβολώντας το κενό μου

γύρω από αυτό που οι γνώστες το ονόμασαν

άγνωστο; 

Καταπίνοντας ένα τσουβάλι χημεία,

επιβεβαιώνοντας εργαστηριακές μελέτες; 

Σφίγγοντας ένα λαιμό 

γύρω από ένα σκληρό μακρόστενο εργόχειρο; 

Πηδώντας σε ένα κενό 

που ποτέ δεν μπόρεσα να γεμίσω; 

Πώς; 

Δύσκολη απόφαση ...


Κωνσταντίνος Ν. Μπαμπίλας

από τη συλλογή 22 αντινικότ, 2018


Ελάχιστο

 

Όταν βρέχει νομίζω πως 

μόνο εγώ 

μπορώ να σ' αγκαλιάζω.

Μ' αυτό παρηγορούμαι.

Κρατάω ένα κουρελάκι ελπίδας

στα χέρια μου,

πως θα σ' έχω.

Και μ' αυτό πορεύομαι.


Κωνσταντίνος Ν. Μπαμπίλας

από τη συλλογή 22 αντινικότ, 2018


Οι σαύρες

 

Δυο σαύρες παρατήρησα, 

τις είδα να παλεύουνε, 

να παίζουν και να οσμίζονται, 

να λιάζονται ανάσκελα, 

να τρέχουν και να σταματούν

κουνώντας για οδηγό 

την έξοχη ουρά τους.

Δεν παραλείπουν βέβαια να σέρνονται,

απότομα να σε κοιτάζουν,

να κρύβονται για να σωθούν, 

στη μοναξιά τους έχοντας αυτογνωσία. 

Έτσι περνούν κι εμένα τα καλοκαίρια μου. 

 

Κωνσταντίνος Ν. Μπαμπίλας

από τη συλλογή 22 αντινικότ, 2018

 

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2021

Η σκάλα


 Μια σκάλα στριφογυριστή, 

στενή κι απότομη

και κατεβαίνεις,

κατεβαίνεις, 

κατεβαίνεις,

χωρίς να ξέρεις

πού θα σ' οδηγήσει,

αν έχει τέλος,

και στη άβυσσο σε βγάλει

ή στο φως.


Αυτό είν' η τέχνη,

το παλεμά της και ο καρπός.


Κι ο έρωτας.


Στέργιος Τσακίρης

από τη συλλογή Κλεφτά φιλιά, 2020


Οι εχθροί

 

         

Έστω και τυπικά,

ήταν εχθροί. 

Έλα όμως που, 

όταν ξυπνούν οι πόθοι, 

όταν παίρνει φωτιά το σώμα, 

τα στεγανά γκρεμίζονται,

σύνορα δεν υπάρχουν. 


Κι όλο το βράδυ, 

απ' τα φιλιά

και τα ρουφήγματα

και τα αγγίγματα

και τα δαγκώματα

σαν να τον φάγαν τα σκυλιά

κατάντησε.

 

Μπρος στον καθρέφτη

μόνος του γελά. 

 

Κάθε που πάει να κοιμηθεί

η σκέψη στον εχθρό του.

 

Άβυσσος 

το κορμί. 

 

Στέργιος Τσακίρης

από τη συλλογή Κλεφτά φιλιά, 2020


Πυροτεχνήματα

 

Κενός από μνήμη και όνειρα

Ατάραχη θλίψη τον δέρνει.

Ανέκφραστη όψη απέκτησε. 

 

Πορεύεται μόνος κι έρημος.

Μόνος και ρημαγμένος. 

 

Για συντροφιά του

το πρώτο φύλλο του φθινοπώρου

στο βρόμικο μπαλκόνι του.

 

Την ανία του σκότωσαν 

(για σήμερα)

τα αιφνίδια της μάτια. 

 

Τα μάτια που συνάντησε

πυροτεχνήματα

μες στο σκοτάδι της ψυχής -

φωτοβολίες και βεγγαλικά. 

 

Στέργιος Τσακίρης

από τη συλλογή Κλεφτά φιλιά, 2020