Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Ξωκλήσι

Ένα δωματιάκι όλο κι όλο
κι η πόρτα πάντα ανοιχτή

μπαινόβγαιναν οι άγνωστοι
μα λόγο δεν μου δίναν.

Ώσπου ήρθες εσύ
και μ' έκανες ξωκλήσι

τώρα
που και που
ανάβουν κι ένα κερί.


Γιώργος Λ. Οικονόμου
από τη συλλογή Ένα με τη σκόνη, 2017

Από χειμώνα σε χειμώνα

Δεν είναι καλοκαίρι αυτό
ψέματα γράφει το ημερολόγιο
ποιος μου φόρεσε μακρύ παντελόνι;

Άγουρα κορμιά βασανισμένα
σκεπάζουν τα μάτια μου, βουλιάζω
σε παγωμένες οθόνες

πού είναι τα καρπούζια
πού τα ολόδροσα κορίτσια
πού είναι ο Όμηρος και ο Γιάννης
να με φιλέψουν σπίτι τους.

Χάθηκε η Αμοργός
ξεθώριασε η Αστυπάλαια
ποιος θα με στείλει κατασκήνωση στην Επανωμή;

Όχι ! δεν είναι καλοκαίρι αυτό
δεν μυρίζει αγιίκλημα.

Κι η θάλασσα καταπίνει 
κατατρεγμένους.

Από χειμώνα σε χειμώνα
τώρα πια τα χρόνια μας. 


Γιώργος Λ. Οικονόμου
από τη συλλογή Ένα με τη σκόνη, 2017

Να προσέχεις

Να προσέχεις την καρδιά σου
μου είπε ο γιατρός
γιατί μ' αυτήν 
γράφεις

μακριά από συγκινήσεις
και λόγια περιττά.

Απλό πρέπει να' ναι το ποίημα
όπως κι ο χτύπος της


Γιώργος Λ. Οικονόμου
από τη συλλογή Ένα με τη σκόνη, 2017

Γράμμα στον κύριο Λεωνίδα

Διάδοχο δεν έβγαλα
δεύτερη φορά
το όνομά σου δεν ακούστηκε
ούτε πρόλαβες να δεις τον μονάκριβό σου
αποκατεστημένο
με γυναίκα και δουλειά
«τι θα κάνει ο Γιώργος Βασιλεία;»
ρωτούσες.

Τριάντα χρόνια τώρα ο Γιώργος σου κάνει
πέφτει σηκώνεται, πέφτει σηκώνεται.

κι έχω στη καρδιά μου
μια τρύπα τόση δα
από την απουσία σου.

Θα σου στείλω τα ποιήματά μου
κι ένα κεράκι να τα βάλεις φωτιά

τα βραδινά σου να ζεσταίνεις.


Γιώργος Λ. Οικονόμου
από τη συλλογή Ένα με τη σκόνη, 2017

Για ένα χάδι

Ένα αόρατο χέρι
βουτάει μέσα μου
κι ανασύρει

απ' τα μύχια της ψυχής.

Ένα αόρατο χέρι
βάλθηκε σώνει και καλά
να με γυμνώσει μπροστά σας
προσμένοντας απόκριση.

Γιατί
για ένα χάδι
γράφονται τα ποιήματα
για μια αγκαλιά οι ζωγραφιές.


Γιώργος Λ. Οικονόμου'
από τη συλλογή Ένα με τη σκόνη, 2017


Ένα σημάδι

Ένα σημάδι
ν' αφήσω θέλω
ένα - μικρό κι ασήμαντο
για τους πολλούς - σημάδι. 

Σαν τα τραγούδια
που ακούγονται απ' τα μεγάφωνα
κάθε Κυριακή στα στρατόπεδα
κάθε γιορτή στο Ψυχιατρείο.


Γιώργος Λ. Οικονόμου
από τη συλλογή Ένα με τη σκόνη, 2017

Οι πληγές μου

Γι' αυτό σου λέω. 

Μην τις λυπάσαι 
τις πληγές μου
σημάδια είναι.

Να με αναγνωρίζει
η αγάπη μου
όταν - κατά καιρούς -
χάνομαι.


Γιώργος Λ. Οικονόμου
από τη συλλογή Ένα με τη σκόνη, 2017

Ένα με τη σκόνη

Ύστερα
δεν είπα τίποτα.
Άφησα μόνο
ο κουρνιαχτός να κοπάσει
κι έγινα ένα με τη σκόνη. 

Ένας αέρας να φυσήξει
και θα σηκωθώ.


Γιώργος Λ. Οικονόμου
από τη συλλογή Ένα με τη σκόνη, 2017

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Αναπάντεχη Εδέμ

Τα μεγάλα λόγια ανέμιζαν σε δρόμους φαρδείς και σε μπαλκόνια
Η προσωπκή ζωή του καθενός γραφόταν σε συντριβάνια
Και σε χώρους καλά φυλαγμένους στην ουτοπία
Με δαχτυλικά γεμάτους και χειλικά αποτυπώματα
Ένα χέρι ομίχλης τύλιγε τότε σε χαρτί διάφανο τις εμπειρίες
Προστατεύοντας τους ανθρώπους από τον χρόνο.
Η μοναξιά και η ζωή αδελφές δίδυμες
Μισούσαν πάντοτε η μία την άλλη
Αλληλογραφώντας με τα μάτια
Εμπλουτίζαμε με χαμόγελο τα άχρωμα χείλη
Μηρυκάζοντας αμίλητοι αλήθειες και ψέματα
Έτοιμοι για αναχώρηση από πλατείες οκταγωνικές
Όμως ήταν τόσοι πολλοί οι δρόμοι που ανοιγόντουσαν
Που δεν ξέραμε ποιον να πρωτοδιαλέξουμε
Κι όσο μιλούσαμε ρούχα απομείναμε ορφανά
Στης σιωπής την κουρασμένη λεωφόρο.

Στον κήπο με τις κατεστραμμένες ζωές
Όποιο λουλούδι κι αν μύριζες μοσχοβολούσε. 


Νίκος Μυλάπουλος
από τη συλλογή Όπως η θάλασσα με το αύριο, 2016

Σελίδες σιωπής

Ο χρόνος έτρεχε πίσω μας σαν τρύπιο λάστιχο καθηλωμένος
Ανεβασμένοι στο κατάστρωμα κάποιου αργού ποταμόπλοιου
Παρατηρούσαμε αμίλητοι τις ώρες να πνίγονται αναπάντεχα
Οι σκέψεις μας δολωμένα αγκίστρια σε αφρισμένα νερά
Κι ο πλούτος όλος μετρημένες σελίδες σιωπής
Σε σακούλι γεμάτο αναμνήσεις.
Σπάνια ο ήλιος ζωγράφιζε στα πρόσωπα στιγμιαίες χαρές
Όμως το άπειρο δεν διέθετε σκιά
Κι η αιωνιότητα μετρημένη αρχή και τέλος. 

Νίκος Μυλόπουλος
από τη συλλογή Όπως η θάλασσα με το αύριο, 2016

Απώλειες

Ανήσυχοι συλλέκτες φιλιών εθισμένοι στην αναζήτηση
Ακροβατούσαμε συνεχώς σε κύκλους εύθραυστους
Πορευόμασταν σαν εκκρεμές σ' ένα αδιάβλητο νομίζαμε αύριο
Μα τώρα ανεξαργύρωτες αναπολώντας στιγμές
Σέρνουμε αγόγγυστα με χέρια τέσσερα
Της διαδρομής τις κουρασμένες αλυσίδες
Τον απόηχο θαυμάζοντας μιας πέτρας
Τη στιγμή που άθελα της βυθίζεται\
Στα ταραγμένα νερά της ηλικίας. 
Και βλέποντας ολοκάθαρα να χάνουμε ύψος
Χαμηλώνουμε τα φτερά της ουτοπίας και συνεχίζουμε. 

Νίκος Μυλόπουλος
από τη συλλογή Όπως η θάλασσα με το αύριο, 2016

Ανάφλεξη

Σφίξε λοιπόν με τα πελώρια μάτια σου
Πριν αυτά καταντήσουν δυο ελιές μαραμένες
Δυο περόνες τα πόδια σου, γραμμική ζυγαριά
Και εκείνα τα υπέροχα δάχτυλα ξεραμένα λιθάρια
Σαν ανθός βαμβακιού σε κατάμεστο από λάθη χωράφι
Τύλιξέ με τώρα με φωτιά πριν το ευάερο φύλο σου
Θυμίζει μόνο εφηβαίου αχλή
Με τα χείλη σκοτεινά τριαντάφυλλα σε θλιμμένο ροδώνα
Και γεμίζοντας με ακρίβεια ρολογιού
Το κενό μου ποτήρι της ύπαρξης
Ας λουστούμε μαζί στα κολλώδη νερά της πυρίτιδας
Σιωπηλά ναρκοπέδια λίγο πριν εκραγούμε.

Νίκος Μυλόπουλος
από τη συλλογή Όπως η θάλασσα με το αύριο, 2016