Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Άτιτλο (Αύριο ο ήλιος πιο νωρίς θα 'ρθει στην πόρτα μου ...)

                                 XXV
 

Αύριο ο ήλιος πιο νωρίς θα`ρθει στην πόρτα μου
ντυμένος με τα γιορτινά της Κυριακής.
Ψηλά, ακόμα πιο ψηλά στο παραθύρι
θ`ανέβει το τραγούδι μου.
Κι η μέρα μες στις πασχαλιές θα ξεχαστεί
χρόνια και χρόνια μεθυσμένη.
Αύριο ο ήλιος πιο νωρίς θα`ρθει στην πόρτα μου.
“Όνειρο ήτανε και πάει, όνειρο ήταν
το δάκρυ μες στα μάτια της και το πικρό,
και το πικρό χαμόγελό της.
Άνοιξη μες στην παγωνιά, δες που ξημέρωσα
κι έφερα δυο πουλιά του παραδείσου στο κατώφλι.
Να τραγουδήσουν της αγάπης το σκοπό,
να τραγουδήσουν στης ζωής το πανηγύρι”.



Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
από επικείμενη β' έκδοση της συλλογής
Μικρή περιήγηση, 1996

Άτιτλο (Όταν πεθαίνει η μουσική, μένουν οι λέξεις ...)

                               XIX
 

Όταν πεθαίνει η μουσική, μένουν οι λέξεις
γυμνές πληγές που χάραξες βαθιά
στο μπράτσο του ονείρου σου.
Καράβια ακίνητα, μια θάλασσα πλατιά και μια γοργόνα
που σε κοιτά με μάτια γυάλινα νωχελικά
κάτω απ`τον ήλιο που`σβησε απρόσμενα.
Όταν πεθαίνει η μουσική, μένουν οι λέξεις
τραγούδια που εκλιπαρούν να γίνουν άνεμος
ζεστή ανάσα μες στα στήθη των παιδιών
στα ιδρωμένα χείλη του μεσοκαλόκαιρου.
Μένουν οι λέξεις, η μωρή απόδραση
                      των ανωνύμων ποιητών
στ`ασημοπράσινο πάνω από τη γαλήνια θάλασσα
                                                      της νοσταλγίας



Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
από την επικείμενη β' έκδοση της συλλογής
Μικρή περιήγηση, 1996

Άτιτλο (Κι έπειτα ήρθες εσύ απ' το πουθενά ...)

                                V

(Κι έπειτα, ήρθες εσύ απ`το “πουθενά”
κι ήταν εδώ το “πουθενά” ίσαμε να`ρθεις)
 

Κατάρτι μεσιανό ταιριάζει το μολύβι μου
και το χαρτί λευκό πανί που κυματίζει.
Κι είναι το πέλαο βαθύ κι ατέλειωτο
που σιωπηλά από τα μάτια μου αναβρύζει.
Πώς τόσο φως ξεχύθηκε μεμιάς, πώς ένα γύρω
μες στο μυαλό μου γιορτινή η μέρα απλώθηκε!
Κατάλευκη, αγνή, περιστεράκι τ`ουρανού
στο παραθύρι της καρδιάς, ήλιος χρυσός σηκώθηκε.
Και το τραγούδι μου μαζί μου συλλαβίζει



Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
από την επικείμενη β' έκδοση στης συλλογής
Μικρή περιήγηση, 1996

Άτιτλο (Φάνηκε μια στιγμή σαν ξύπνημα η αρχή...)

                                  I

Φάνηκε μια στιγμή, σαν ξύπνημα η αρχή
κι ήταν μετά το φως τα χρώματα κι η θάλασσα.
Κι ήταν ολόλευκα πουλιά που γυροφέρναν
φτεροκοπώντας μπρος στ`ανοιχτά παράθυρα.
Κι ήταν τα σύννεφα διάφανα
δυο μέτρα μόλις πάνω απ`τα κεφάλια μας
και το πλακόστρωτο στου πρωινού το μούρμουρο
ζωή γεμάτο που κυλούσε αδιάκοπα
μες στους χυμούς του μικρού δέντρου της αυλής μας.
Κι ήταν το πρωινό γλυκό, σαν τραγουδάκι ερωτικό
γλυκό, καθώς τα πρώτα παιδικά γλυκά χαμόγελα.
Πώς ευωδιάζει η γης π`ανασκιρτά
ίδια υγρή ζεστή αγκαλιά
στου Φθινοπώρου τα πρωτόβροχα!



Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
από την επικείμενη β' έκδοση της συλλογής 
Μικρή περιήγηση, 1996


Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Κι άκουγα τότε απ' την αρχή



                                              (Για τη μικρή Κατερίνα-Νεφέλη)

Κι άκουγα τότε απ`την αρχή πως γέμιζε
φωνές το σπίτι μου γνωστές σαν να μιλούσαν
τα κάδρα με τις παιδικές φωτογραφίες μου
τα εικονίσματα ψηλά χρυσολουσμένα
στο φως πώς άλλαζαν καθάρια γιορτινά
σαν να`ταν άρπα μαγική πώς με καλούσαν
να μπω φορώντας τα καλά κι ένα χαμόγελο
ευλαβικά σαν να`ταν εκκλησιά και λειτουργούσε
ο Αϊ-Δημήτρης κι έραινε με το δεξί
να φύγουν όλα τα κακά και να χαθούνε.

Κι άκουγα πάλι απ`την αρχή σαν να μην το`ξερα
το αλφαβητάρι της χαράς και της αγάπης
να φτιάχνει λέξεις μαγικές σα μουσική
στου παραδείσου τη γιορτή νύχτα και μέρα.

(30-10-2001 14:35μμ)


Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
από τη συλλογή  Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος, 2016
  

Σκιές



Βούρτσιζες τότε τα μαλλιά σου και την κούραση
ίσιωνες το κορμί,
και δυο σκιές που είχαν ξεχαστεί στο δεξί μάγουλο
κυλούσανε στους ώμους και τον τοίχο.
Νωχελικά λικνίζονταν
ακροβατούσαν.
Κι η πληγωμένη σου φωνή, δροσερή μ`άγγιζε
απόμακρη βαθιά στο μισοΰπνι.

Χιμούσε ξάφνου φως λαμπερό πέλαγος
Τα μέλη μου βαριά και βυθιζόμουν
απ`την αρχή σε πολιτείες μακρινές κι ήταν Ιούλιος
κι εμείς παιδιά στις αμμουδιές του έρωτα,
αμέριμνα να φτιάχνουμε κάστρα και κάστρα.

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
από τη συλλογή Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος, 2016
  

Ένα φιλί



Ένα φιλί ποτέ δεν είναι αρκετό
ακόμα κι αν μπορεί να ζωγραφίσει
ανάγλυφα τα χείλη κατακόκκινα
το πρόσωπό σου, το λαιμό μετά τους ώμους,
σαν άνεμος ζεστός στην πόλη τα μεσάνυχτα
ή σαν τα κύματα που φτάνουν και χτυπάνε
ξανά, ξανά, ψιθυριστά, μέχρι να πουν
με χίλια ψέματα γλυκά το παραμύθι
το πλανεμένο της αγάπης και του έρωτα
τα μυστικά που μια λυτρώνουν, μια πονάνε.

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
από τη συλλογή Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος, 2016

Ο χρόνος (έξι ψίθυροι στο σκοτάδι), VI



Το κάθε κύτταρο κρατάει τις μνήμες του νερού
της άγριας πέτρας την οσμή, τη γεύση
κάτι από την αφή φωτιάς βαθιά στα έγκατα
απ`την ανάσα του Θεού που με τα χέρια
πήρε να πλάσει κάμπους και βουνά
γονατιστός σαν το παιδάκι στο παιχνίδι.

“Είμαστε φύτρα θεϊκή, σαν τη φωτιά
αρχαίοι όσο το νερό, όσο το χώμα
έξω απ`του χρόνου τη φθορά”, είπα και σήκωσα
ψηλά τα μάτια μου, βαθιά γαληνεμένος.

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
από τη συλλογή Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος, 2016