Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Ανάβαση στον Όλυμπο

Σκάβουμε το χώμα
Ρωτάμε τον διπλανό
Προσευχόμαστε
Δίχως σημάδια
Δένουμε τους κάβους

Διέξοδος
Η προσμονή του θαύμτος
Το αναπάντεχο 
Και συνάμα τρομαχτικό

Όμως θαύμα
Δεν είναι 
Η άρση της νομοτέλειας
Είναι 
Η νομοτέλεια καθαυτή

Ο θάνατος και η ανάσταση
Του ήλιου
Το όργωμα η σπορά ο θερισμός
Ο κύκλος ΄που γίνεται σπείρα
Η ανέλιξη

Χαράζει
Ανυπόδητοι πατάμε την πέτρα
Αψηφάμε τ' αγκάθια
Δοξάζουμε το ταξίδι
Που αξιωθήκαμε 
Να κάνουμε 
Χωρίς έγνοια
Χωρίς δεύτερο συλλογισμό

Χαράσσουμε το πεπρωμένο μας
Με τις σκέψεις
Τα συναισθήματα
Τις πράξεις μας
Την τύχη μας την τεύχουμε
Με της έλξης τον νόμο

Έχουμε πάντα
Τις βαλίτσες μας έτοιμες
Για το σινιάλο
Της επιστροφής


Νίκος Ι. Μουρίκης
από τη συλλογή Γενεαλογία του πείσματος, 2016
 

ΠΕΝΘΟΣ, Ι Άρνηση

Υπάρχω
Υφίστημι
Υπό τινός
Είμαι αρχή και τέλος
Πεπερασμένος κύκλος
Γήινος

Τίποτα δεν υπάρχει
Έξω από τη σκέψη μου
Όλα εγώ τα δημιουργώ
Τους δίνω όνομα νόημα
Προορισμό

Τίποτα δεν υπήρξε πριν
Ούτε θα υπάρξει
Γιατί δεν υφίσταται χρόνος
Στην αιωνιότητα 
Της φαντασίας μου

Ονειρεύτηκε τον Δία
Να δαμάζει την Ευρώπη
Την κόμπρα
Να περιβάλλει 
Του Βούδα την κεφαλή

Ο Χριστός δεν συγχώρησε 
Τον ληστή
Απλά του πλάκωσε το πούλι
Ο Προφήτης 
Βραχνός στης Παρασκευής
Τον μιναρέ

Πήρα διάφορες όψεις με τον νου μου
Descartes Russell Berkeley Wittgenstein
Έγινα θεός
Στη θέση του θεού

Κάποτε θα πέσει η αυλαία
Η σκέψη
Σα σφουγγάρι
Θα σβήσει
Την κιμωλία

Του ίχνους μου


Νίκος Ι. Μουρίκης
από τη συλλογή Γενεαλογία του πείσματος, 2016


Γυμνός

Μια ζωή φόρα παρτίδα
Γυμνός και αφτιασίδωτος
Τι να κρύψω
Πως είχα όνειρα
Και για χάρη τους θυσίαζα το σήμερα
Καθένας το περιμένει αυτό από έναννέο
Μια ανυπμονησία ένα πάθος 
Μια παρόρμηση

Ύστερα υποτίθεται ανδρώθηκα 
Και πάλι διάφανος
Καρφωνόμουν με τη θλίψη μου
Μύριζε η ανάσα μου αποχή απ' τη ζωή
Και άγνοια
Αλλά τι να περιμένει κανείς από έναν άντρα
Που ερωτεύεται την μάνα του

Πέρασα την εφηβεία μου σκάρτα σαράντα
Πώς να το βουλώσω
Πως έψαχνα και καμάρωνα
Για κάθε εικόνα στίχο και φωνή
Το πράγμα μιλούσε από μόνο του
Η τρέλα με μεταμόρφωνε

Κι η θλίψη μου
Κατάθλιψη μου
Μου έδειχνε τον δρόμο για τον άνθρωπο
Άρχισα να λατρεύω
Τις ψυχές όσων υπέφεραν
Μα τσακιζόμουν
Μόνος κι αδύναμος
Μπανταρισμένος ως τον λαιμό

Μια ζωή στην εντατική
Είχε έρθει η ώρα της ανάνηψης
Ξέσκισα τα κουρέλια μου
Κι έγινα πεταλούδα
Όχι δεν έφερα την επανάσταση
Μα έβλεπα για πρώτη φορά
Των άλλων τα φτερά 
Γύρω μου 

Ήταν πολλοί και πολύχρωμοι
Και το σμήνος τάρασσε τη μούχλα
Των πνευμόνων μας
Γίναμε συνδαιτημόνες στον ανοιχτό διάλογο
Του αναστοχασμού

Τα μαλλιά αραίωσαν το διάφραγμα φούσκωσε
Το πέος έπαψε να ξεβάφει το μπλουτζίν
Μα γίναμε ένα δεμάτι ξύλα
Και τίποτα δεν μπορεί να θραύσει
Την επιμονή μας

Ενηλικωθήκαμε


Νίκος Ι. Μουρίκης
από τη συλλογή Γενεαλογία του πείσματος, 2016

Χαραυγή

Βουτώ στη δυσ-θυμία
Για ν' ανατείλω στο φως της αγάπης
Να βρω τις άλλες ψυχές
Με τις ρυτίδες τους
Παλιές ψυχές
Που πλήρωσαν το τίμημα
Της ελευθερίας τους

Όμως πριν βουτήξω
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη
Χαμογελώ με τις βουβές γκριμάτσες μου
Και λέω τρεκλίζοντας
Σε αποδέχομαι
Τρέλα
Σε αγαπώ
Περιφρονημένε εαυτέ μου

Κι εσύ
Μοίρα που έτευξα
Αιώνες τώρα
Νόμιζα ότι σε είχα χάσει
Γιατί σε έψαχνα
Σε πρόσωπα
Ηλικιωμένων γυναικών

Δεν τολμούσα
Να δω την κόρη των ματιών σου
Αν λάμπει αν είναι μεθυσμένη
Σε μετραγα
Με τη στάθμη του θολού ποτηριού

Εκεί γυμνώθηκα αθέλητα
Γερμένος στο δεκανίκι
Της λήθης
Ανήμπορος στο βάρος
Της επίγνωσης

Είμαι γυναίκα στο σώμα άντρα
Είμαι άντρας με καρδιά
Που γέννησε
Ο Πάνας ο Ορφικός
Είμαι άντρας
Και ποθώ
Μια παρθένα ως παντοτινή ερωμένη μου
Την αδελφή μου 
Αθηνά

Και τώρα ιατρέ και μάντη και μουσικέ και τοξευτή
Θεέ πατέρα δάσκαλε
Ω φωτεινέ Απόλλων
Μη με τυφλώσεις
Που ξεστράτισα
Δέξου με ως αδελφό
Που τα μαλλιά μου άσπρισαν

Αξίωσέ με

Να συνυπάρχω
Να αγαπώ
Να συνδέομαι
Να κλαίω και να χαίρομαι

Γκρέμισε το βάθρο-βάραθρό μου

Άσε με να γίνω

Άνθρωπος


Νίκος Ι. Μουρίκης
από τη συλλογή Γενεαλογία του πείσματος, 2016

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Σε μια άκρη

Κάπου θα υπάρχει μία κώχη
ένα κομμάτι γης
και για μένα
να χτίσω με τα χέρια μου
ένα σπιτάκι
με πέτρες και με ξύλα
να βάλω μέσα τα βιβλία μου
απ’ την πίκρα
τη μοναξιά και την οδύνη
μήπως μπορέσω ν’ απαλλαγώ
να φυτέψω δέντρα
να γίνω μπαξεβάνης
ολημερίς τα χώματα ν’ ανακατεύω
το βράδυ να πίνω το κρασί
λίγο να γράφω
κι έτσι να περάσει η ζωή
σ’ αυτή την κώχη την μικρή
που οπουδήποτε μπορεί να είναι


Γρηγόρης Σακαλής
από τη συλλογή Κυτίο κρυφών ονείρων, 2015


Ένα αύριο

Μετράς τα κέρματα.
Κάποιοι σε θέλουν πεινασμένο φίλε
φοβισμένο
να μη μπορείς ν’ αντισταθείς
νάναι η φωνή σου αδύναμη
σπασμένη
να τους παρακαλάς
για ένα κομμάτι ψωμί
να γίνεσαι λιώμα
έτσι μας θέλουν
να το πάρουμε είδηση
να μην έχουμε αυταπάτες
πως τάχατες θα ’ρθουν
καλύτερες μέρες μ’ αυτούς
αυτά είναι τα δολώματα
καλύτερες μέρες θα ’ρθουν
όταν έρθουν οι δικές μας μέρες
όταν η δουλειά μας θα πιάσει τόπο
τα χαμόγελα θ’ ανθίζουν
πάλι στα χείλη
και οι άνθρωποι
θα πάρουν την αξία
που τους πρέπει.


Γρηγόρης Σακαλής
από τη συλλογή Κυτίο κρυφών ονείρων, 2015

Πληρότητα

Θέλω πέντε βιβλία
και μια αγκαλιά
για να είμαι ευτυχής
τα ποιήματά μου
να γεννιούνται
απ’ τη μήτρα σου
εγώ απλά να καταγράφω
Θεέ μου τι ευτυχία
να έχω τη μυρωδιά σου
άρωμά μου
να κοιμάμαι
να ξυπνώ
με το δικό σου χέρι
να είναι πάντα άνοιξη
πάντα καλοκαίρι
κι ο θάνατος να μ’ εύρει
πλήρη και δοξασμένο.


Γρηγόρης Σακαλής 
από τη συλλογή Κυτίο κρυφών ονείρων, 2015

Τα όνειρα

Τα όνειρα μου
γίνανε γέρικα σκυλιά
που σέρνουν τα βήματά τους
σε έρημους δρόμους.
Γεννήθηκαν
δεν καρποφόρησαν
παρά μόνο κρύφτηκαν
στα βάθη του μυαλού
και βαλσαμώθηκαν.
Μετά από χρόνια
κάποια πάνε ν’ αναστηθούν
να βγουν στο φως
να ξαναζήσουν
μα δεν είναι όπως πρώτα.
Τα όνειρά μου
έγιναν γέρικα σκυλιά
που σέρνουν τα βήματά τους
σε έρημους δρόμους.


Γρηγόρης Σακαλής
από τη συλλογή Κυτίο κρυφών ονείρων, 2015


Μια εποχή στον Παράδεισο

Νοστάλγησα τις μέρες
που είχα ένα δωμάτιο
μ’ ένα κρεβάτι
δύο καρέκλες κι ένα τραπέζι.
Ήμουν ευτυχής
χωρίς να το ξέρω.
Νοστάλγησα τον καιρό
που είχα ένα κορίτσι ζωηρό
σταμάταγε το χρόνο
μ’ ανάσταινε με τα φιλιά της
κορίτσι αιχμηρό.
Νοστάλγησα την εποχή
που δύο μπλου – τζην κρέμονταν στον τοίχο
πέντε βιβλία άνθιζαν στο ράφι
κι η επανάσταση φαίνονταν αναπόφευκτη.


Γρηγόρης Σακαλής
από τη συλλογή Κυτίο κρυφών ονείρων, 2015


Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Κατάθεση στεφάνων στην Πλατεία Ηρώων κάποια επέτειο εθνική (με φόντο μια συννεφιά δυσοίωνη)

Πρώτοι καταθέτουν 
οι τοπικοί μας άρχοντες
τα κσστούμια και οι γραβάτες

έπειτα 
οι παλαιοί πολεμιστές
οι νεκροί πολεμιστές
διάφοροι ριψάσπιδες
και πρόσωπα του θεαθήναι

καταθέτουν σωματεία
σύλλογοι, ομάδες
και κοινοί θνητοί

μα κάπου ανάμεσα προβάλλουν
ως είθισται, οι πολιτικοί
                                           δεξιοί
                           και         
αριστεροί         

την ώρα που κατέρχεται 
απρόσκλητη
να καταθέσει το στεφάνι της 
η βροχή

σκορπίζοντας όλους
δεξιά
                           και 
                                            αριστερά


Ανδρέας Μιχαηλίδης
από τη συλλογή Το εργοτάξιο, 2016

Η αναχώρηση

Το πλοίο που σε ταξίδεψε
ξεμάκραινε ολόφωτο
μέσα σε μια νύχτα πηχτή
αβυσσαλέα

κι εσύ
όρθια στο κατάστρωμα
με χαιρετούσες ζωηρά

κι εκείνο χανόταν ολοένα
κι εσύ μίκραινες
όλο μίκραινες
και χαιρετούσες

ώσπου κάποτε τα μάτια μου
δεν έφταναν πια να σ' αγκαλιάσουν

κι έγινες σιγά-σιγά κουκκίδα
μια κουκκίδα φωτεινή
στον ωκεανό

της μνήμης.


Ανδρέας Μιχαηλίδης
από τη συλλογή Το εργοτάξιο, 2016

Οι φύλακες άγγελοι

Μόλις πλαγιάσουν το βράδυ τα παιδιά
οι φύλακες τους άγγελοι
- με τα φτερά στα χρώματα της άνοιξης -
για λίγο δραπετεύουν
συνάζονται σε στέκια μυστικά
για να πιουν ένα ποτό
ν' ανταλλάξουν δυο κουβέντες.
Μιλούν ψιθυριστά
και κάθε τόσο 
κοιτάνε το ρολόι.
Όταν περάσουν τα μεσάνυχτα
αποχωρούν σιγά-σιγά
γυρνώντας πάλι στα παιδιά.
Εισέρχονται ακροποδητί
στα όνειρά τους
τα μελετούν προσεκτικά
και διώχνουν μ' ένα φύσημα
εικόνες λυπημένες
εφιάλτες μαζεύουν σε σωρό
στην πιο αθέατη γωνιά της νύχτας
να τους κάψουν. 

Τέλος, κατάκοποι κι αυτοί
με βλέφαρα βαρίδια από τη νύστα
ανασηκώνουν απαλά 
του παραδείδου το λευκό σεντόνι
και γέρνουν πλάι στα παιδιά
να κοιμηθούνε αγκαλιά
μέσα σε φως που δεν τελειώνει.

                                Μάρτιος 2016

Ανδρέας Μιχαηλίδης
από τη συλλογή Το εργοτάξιο, 2016