Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σολέρτη Άτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σολέρτη Άτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

Το σπίτι μας


Στο σπίτι μας,
ποτέ δεν έχουμε επισκέψεις.
Δεν έχουμε κανένα συγγενή.
Ούτε και φίλο.
Γι’ αυτό κι η πόρτα μας είναι πάντοτε ανοιχτή.

Στο σπίτι μας,
ο ταχυδρόμος έχει χρόνια να φανεί.
Ίσως γιατί αλλάξαμε διεύθυνση.
Ίσως γιατί άλλαξε ο ταχυδρόμος.
Μόνο τα πουλιά, μας φέρνουν γράμματα...
από ένα γείτονα παλιό...
που ακόμα μας θυμάται!

Στο σπίτι μας,
τα φώτα μένουν πάντοτε ανοιχτά,
σαν τα παράθυρά μας.
Κι εκείνο μένει πάντα στολισμένο!
Όμως ποτέ δεν κάνουμε γιορτές.
Ποτέ δεν κλαίμε. Όλο γελάμε.
Και τα παιδιά μας νιώθουν ελεύθερα... αλήθεια!

Το σπίτι μας,
χορτάρι το κυκλώνει...
και κάγκελα κατάμαυρα...
Όχι σαν τις ψυχές μας!
Είναι οι φορεσιές μας.
Τα βράδια πάντα τραγουδάμε.
Οι φωνές μας υψώνονται στον ουρανό....
σαν τους καπνούς του λιβανιού,
υπό το φως των καντηλιών... που τρεμοσβήνουν.
Αλλά ποτέ δεν έχουμε επισκέπτες!


Άτη Σολέρτη
από τη συλλογή Ερημία παθών, 2012
 

Τα χελιδόνια


Ένα γυφτάκι στο κατώφλι του σπιτιού μου στέκεται.
Μεσ’ απ’ τις γρίλιες με κοιτά σπαραχτικά.
Κάτι από μένα μου ζητά χωρίς να ντρέπεται.
Μα εγώ το διώχνω. Το μισώ.
Ίσως μου μοιάζει. Το σιχαίνομαι.
Άλλες φορές, όταν δε στέκεται...
παρακαλάω το Θεό να μου το στείλει να το δω.
Να μου μιλήσει.
Εγώ ποτέ δεν του μιλώ.
Αδιαφορώ. Έτσι... Απλά το αγνοώ.
Εκείνο πάντα με υπομένει.
Μου λέει: «Μην κλαις. Γέλα. Κοίτα ψηλά.
Θα ‘ρθουν τα χελιδόνια! Πέτα!»
Ανοίγει το παράθυρο για να με βλέπει μες στα μάτια...
και τραγουδάει σαν κι αυτά...
για να τη φέρει πιο νωρίς...
την Άνοιξη...
ντυμένο στα κατάλευκα όπως πάντα.
«Φύγε!»
Έλεγα και ξανάλεγα 22 χρόνια όσα τα χρόνια του.
«Σταμάτα!»
44 είναι τώρα τα δικά μου. Διπλά. Άδικα. Στάσιμα. Αιώνια.
Μεγάλωσα κι εγώ κι αυτό.
Τα χελιδόνια ήρθαν, μας έμαθαν, κλάψανε, πέταξαν.
Ξανάρθανε, βαρέθηκαν... ύστερα έφυγαν.
Με τον καιρό μας ξανακαταδέχτηκαν, τραγούδησαν,
γέλασαν, θυμήθηκαν, ξέχασαν...
Πέρασαν χρόνια... χάθηκαν... έπαψαν.
Τώρα κρατώ ολάνοιχτο το παραθύρι... και τα μάτια.
Έτσι μονάχη περιμένω το γυφτάκι... στα σκοτάδια.
Χρόνια... Χρόνια...
Ακόμα τ’ αγαπάω όπως και πρώτα.
Παρακαλάω το Θεό να μου το στείλει να το δω.
Να μου μιλήσει.
Να τραγουδήσει.
Να μου πει σα θα με δει να κλαίω:
«Μην κλαις μανούλα! Γέλα! Κοίτα ψηλά! Φτάσε με! Πέτα!»


Άτη Σολέρτη
από τη συλλογή Ερημία παθών, 2012
 
 

Οι κλόουν


Βιολιά και πρόσωπα λευκά μπογιατισμένα.
Κόκκινες μύτες με στόματα χαμόγελα...
και μάτια με δάκρυα μπλε...
που το νεράκι της βροχής,
μια νύχτα...
τα ξεθώριασε.
Φανταχτερά κοστούμια και γάντια κίτρινα.
Φαρδιά παπούτσια, ψηλά καπέλα χάρτινα...
που η καταιγίδα της νυχτιάς,
τα μούσκεψε βαθιά...
αλύπητα,
τα σάπισε.
Αγαπητέ καθρέφτη,
δεν ήξερα πως το είδωλό σου σε τρομάζει!
Μη ρωτάς για τους κλόουν.
Ρώτα για μένα και για σένα.
Μη ρωτάς για το τσίρκο.
Ρώτα για τη δική μας τη ζωή.
Μη ρωτάς για μένα και για σένα.
Ρώτα για ό,τι ξεθώριασε.
Μη ρωτάς για τη ζωή μας...
Σάπισε κι αυτή...
από νυχτερινή βροχή αποκαλυπτικών δακρύων.
Μη ρωτάς για τους κλόουν.
Ήρθαν και έφυγαν.
Μη ρωτάς για το τσίρκο.
Πέρασε πια.


Άτη Σολέρτη
από τη συλλογή Ερημία παθών, 2012
 

Η κίτρινη λάμπα


Μόνος.
Καθισμένος και πάλι στην καρέκλα του Χρόνου,
μένω πάλι εγώ και η κίτρινη λάμπα.
Οι αναμνήσεις μου,
οι λατρεμένες οπτασίες κι οι ερινύες...
να μου δείχνουν πάντα το λάθος δρόμο...
να μου φωτίζουν το πρόσωπο ενοχές,
με την κίτρινη λάμπα.
Τικ-τακ,
το ρολόι γυρνά..
κι η μέρα αργεί...
κι ο ήλιος αργεί να φανεί,
για να σβήσει την κίτρινη λάμπα.
Υγρασία.
Άκου τον ήχο!
Άκου πως πέφτουν οι σταγόνες στις τρύπες των υπονόμων.
Κάθε απαλή, αργή αλλά σταθερή τους πτώση,
μου προκαλεί και μια γρατζουνιά,
που βάφει κόκκινη την κίτρινη λάμπα.
Κοίτα!
Κοίτα με την κίτρινη λάμπα!
Το κόκκινο χρώμα της δε σε διαπερνά.
Είναι μεγάλη η νύχτα και ζοφερό το σκοτάδι.
Παντού σαύρες,
γλοιώδη έντομα και κατσαρίδες περπατούν στα πλακάκια...
Γίνονται τόσο μεγάλα κάτω απ’ το φώς μιας λάμπας,
όσο οι γραφικοί χαρακτήρες στο ημερολόγιο ενός τρελού ποιητή.
Τι κι αν το τσιγάρο τελειώνει...
απ’ τον καπνό του, θα τραφούν κι άλλες σκέψεις...
και θα θολώσουν την κίτρινη λάμπα.
Μόνος.
Καθισμένος και πάλι στην καρέκλα του Χρόνου,
μένω πάλι εγώ και μια σπασμένη διάφανη λάμπα.


Άτη Σολέρτη
από τη συλλογή Ερημία παθών, 2012
 

Η ατυχία


Κάτω απ’ τα μαύρα ρούχα μου...
βαθιά μες στο χλωμό μου δέρμα...
προσπάθησα να κρύψω καλοσύνη.
Για να μη φαίνεται.
Όχι επειδή ήταν κλεμμένη.
Για να μη γίνει.
Τα χέρια μου άπλωσα στον άνεμο...
κι ύστερα του τραγούδησα γλυκά...
Τι ατυχία να ζηλέψουν τα πουλιά!
Με πέρασαν για μοχθηρό κοράκι!
Είχα κρυμμένη καλοσύνη.
Έτσι όλα τους γυμνά και πεινασμένα...
όρμηξαν καταπάνω μου...
και ξέσκιζαν...
και βίαζαν την άσπιλή μου σάρκα...
δίχως ντροπή κι ενδοιασμό!
Τα δάκρυά μου έβρεχαν τα δυνατά φτερά τους...
όμως τίποτα δεν εμπόδιζε το πέταγμά τους,
το αιμοβόρο σπάραγμά τους πάνω στη ματωμένη μου καρδιά.
Ένα απ’ αυτά...
τα λυσσαλέα παιδιά του Βάκχου,
έβγαλε ξάφνου μια κραυγή.
Κραυγή σπαρακτική κλεμμένου παραδείσου.
Η τελευταία θύμηση.
Ο τελευταίος ήχος.
Ο τελευταίος χτύπος.
Πόσο καλά είχα κρύψει καλοσύνη!



Άτη Σολέρτη
από τη συλλογή Ερημία παθών, 2012
 

Η Γέννηση


Μες σ' ένα σπίτι γεμάτο κατάρες ...
Ποιος δίνει σημασία στις ευχές;
Ακόμα ξετυλίγουν το κουβάρι οι Μοίρες ...
Ποιος δίνει σημασία στις ευχές;
Ακόμη καίει το λάδι στο καντήλι...
Κατάρες ψιθυρίζουν ή τις ξορκίζουν;
Ποιος μεριμνά για τις ευχές;
Το φως από το λυχνάρι τους,
κάνει τεράστια τη σκιά του κρεβατιού μου...
Μοιάζει με κάστρο απόρθητο, άβατο όρος των Αγίων.
Ποιος μεριμνά για τους αμαρτωλούς;
Νερό ζητάω.
Πολύ.
Διψάω.
Νερό καταραμένο και λάδι αγιασμένο...
τα δώρα που μου φέρανε οι Μοίρες.
Ποιος μεριμνά για τους αμαρτωλούς;
Μες σ' ένα σπίτι γεμάτο νεκροθάφτες ...
Ποιος δίνει σημασία στους ζωντανούς:

Άτη Σολέρτη
από τη συλλογή Εβένινη δίνη, 2007