Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Η πρώτη μέρα


Συνέβη μια ωραία μέρα. Η ανατολή έτρωγε σιγά σιγά το βράδυ από τις άκρες, οι μέλισσες κινούσαν νωχελικά για τις δουλειές τους και τα δέντρα, όλα στη συναγωγή με τα χέρια ψηλά. Τα φύλλα τους, στο πόδι, τον ήλιο περιμένουν για να πιάσουν δουλειά. Στις γωνιές το χώμα, ξαπλωμένο μπρούμυτα, αγουροξυπνημένο ανατριχιάζει, η πλάτη του απ' τα δάχτυλα τα ακτινοβόλα κι ορθώνονται μυριάδες λουλούδια, χίλια χρώματα.
     Συνέβη, λοιπόν, τότε. Αίφνης, ο ήλιος άρπαξε το πινέλο κι άρχισε να μπογιατίζει φως την πλάση. Τα σύννεφα εμφανίστηκαν αιματοκυλισμένα, το πλευρά τους τρύπια από δόρατα χρυσά. Ένα ορμητικό ρεύμα ζωής φύσηξε από ένα παράθυρο που κάποιος άφησε μισάνοιχτο ενόσω ερωτευόταν, έτρεξε γοργά μέσ' απ' τα δάχτυλα των δέντρων κι από κει στο χώμα και πίσω, στην αγριεμένη θάλασσα, όπου χιλιάδες πρόβατα κινούνταν όπου τα σπρώξει ο άνεμος.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άρχισε να βρέχει κι ένιωσα να λυτρώνεται η δυστυχία ολόκληρου του κόσμου. Ένα παιδί γέλασε ασυνάρτητα, λες και μου χάριζε κάτι ή έφερνε καλά μαντάτα από μακριά στον χρόνο. Η πνοή που φυσούσε έπαιρνε σκόνη το δέρμα μου, το ράντιζε στην πλάση κι εκείνη σπινθήριζε περισσότερο, νότιζε και γινόταν λίπασμα.
    «Πού πάω, μάνα;» ρώτησα με αγωνία. «Εκεί όπου ανήκεις», μου απάντησε, «μα, σκορπίζω» της είπα κι εκείνη, τότε, έφτιαξε ένα δοχείο με τις δυο παλάμες της, πήρε μια χούφτα χώμα και το άφησε να τρέξει αργά ανάμεσα απ' τα δάχτυλα. «Μα τις λές;» αντιλόγησε, «αφού όλος εδώ είσαι, μες στην αγκαλιά μου».

                     Στο θάνατο σκορπίσου
                     επάνω. Να σε φορέσει αυτός,
                     να μην τον ντύνεσαι εσύ,
                     μόνο έτσι έρχεται στα μέτρα σου.


Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
από τη συλλογή Εξορία στη γέννηση, 2015
Επίλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια: