Το σώμα ορφανό από νου,
Άκαμπτο πάνω στο τραπέζι,
Για λίγες ώρες ακόμη φυλάσσει
Σεβάσμια σκεπασμένο με σεντόνι
Την ευπρέπεια του απόρρητου βίου του.
Ώσπου και η τελευταία αυτή σεμνότητα αποσπάται
Και σταθερό ανασύρει το νυστέρι
Του κάθε πόνου το απολίθωμα στο φως.
Μα η ψυχή, που γύρω εκεί πετάει,
Κλαίει τον άλλον εξευτελισμό, όταν σύρθηκε
Να πρωτοκατοικήσει μες στο σώμα
Και γύρω κλάματα χαράς και θεία πρόσωπα,
Που έπρεπε ν’ αγαπηθούν προτού πεθάνουν.
Τον εξευτελισμό ν’ ανοίγεις το παράθυρο
Σ’ ένα ακατοίκητο πια σπίτι.
Κι ύστερα, όταν σύρθηκε από το σακάκι
Μπρος στον ανακριτή και το δακτυλογράφο.
Κι όταν, με το καπέλο χαμηλά στα μάτια,
Σύρθηκε στις ουρές για το επίδομα.
Αχ, αδύναμο, αδύναμο σώμα,
Επάνω στο βουνό φυτρωμένο,
Χτύπα τον με τις ματωμένες σου γροθιές,
σπρώξ’ τον πέρα
Αυτόν τον άθλιο ουρανό.
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών, 1995