Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστοδούλου Δήμητρα Χ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστοδούλου Δήμητρα Χ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Απολογία


Κοιτάζω το άγραφο ποίημα
Όπως κοιτάζετε τα τελευταία ψιλά σας.
Πώς θα τη βγάλουμε ως το τέλος του μήνα
Και να τρέχουν οι λογαριασμοί της ψυχής ...
Άλλοτε, πάλι, χαμηλώνω το βλέμμα.
Καλώς. Δεν μπορεί να γραφεί.
Άλλος, αξιότερος, θα αφήσει για μένα
Τα έξοδα ενός μωρού
Με ζιπουνάκι του θανάτου.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Η συνάντηση


Εάν κατέρρεε ο Πύργος του Κάφκα,
Θα καταλύαμε στου Καρυωτάκη την Πρέβεζα
Στριμωγμένοι αλλά όχι άστεγοι.
Αν έπιαναν οι χωροφύλακες τη Φόνισσα,
Θα την έριχναν σε υγρό κρατητήριο,
Ώσπου να τελειώσει η ανάκριση
Του φοιτητή του Ντοστογέφσκι.

Κι εμείς μ' αυτούς κι αυτοί μαζί μας
Και μεταξύ τους με θλιμμένα μάτια
Όλοι γνωστοί. Φυλή διωγμένων.
Κάποιοι στο δρόμο από χάνι σε χάνι
Βγάζουν φτερά. Αλλά δεν φτάνουν πρώτοι.
Κοντά τους τρέχει η πεινασμένη μας καρδιά.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Το γένος


Με μια πλερέζα ως το πιγούνι το βουνό
Κρύβει τα δάκρυα της χηρείας του όλη μέρα.
Το βλέπω, ως αύριο θα ξεσπάσει ο θρήνος.
Είναι πια προχωρημένο φθινόπωρο.

Πρέπει κανείς να βγει πολύ έξω απ' την πόλη,
Για να τους βρει, πάππου προς πάππου,
Όλους τους τεθλιμμένους συγγενείς του.
Τα φύλλα, τα χορτάρια, τα νερά,
Τα μεγάλα τα χτυπήματα της μοίρας
Που προσέλαβαν θεία ταυτότητα.

Μέσα στην πόλη μόνο εμείς, εμείς.
Καθένας όλο του το σόι.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Η χρησιμότητα της αθανασίας


Για τον μεγάλο ποιητή Καβάφη
Λένε : «Απόσταση, ειρωνεία, έρωτας». 
Για τον μεγάλο ποιητή Ελύτη
«Ο ήλιος, ο Θεός,ο τόπος». 
Άσε πια για τον Σολωμό ή τον Κάλβο.
Όσο πιο πίσω, τόσο πιο εύκολο.

Γι' αυτό και οι ποιητές δεν πεθαίνουν.
Τους πνίγει η αγανάκτηση και αποφασίζουν
Να ζουν αιώνια και να υπερασπίζονται οι ίδιοι
Την τιμή τους από τα κουτσομπολιά του κόσμου.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Η καλοσύνη της μουσικής

 (έργο του Ντίνου Παπασπύρου)

Κλείνει τα πέταλά της η σονάτα.
Νυστάζει η ευωδιά της φυγής.
Μία μία παραιτούνται οι νότες,
Νοστάλγησαν την επιστροφή στον Θεό.
Μα έχω σωθεί. Ούτε χώμα στα χέρια
Ούτε πια βρόμικο πουκάμισο.
Σοφός, καθαρός, βαθιά θλιμμένος
Κατοικώ στον λιγοστό ουρανό
Που μου άξιζε από καταβολής κόσμου.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Η μπαλάντα των δύο ανέργων


Γνωρίζουν άριστα την τέχνη τους,
Εκείνος με το πράο μέτωπο εκ πείρας,
Ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια των σπουδών. 
Και οι δύο την ασκούσαν αρτίως,
Εκείνος με το πράο μέτωπο συχνά,
Ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια βίου.

Και οι δύο δεν θα την ασκούνε στο εξής.
Τους φόρεσαν το σιδερένιο γάντι.
Πρέπει σε μέση ηλικία
Να πιστωθούνε στα νήπια.
Κάποιος αφανής κερματοδέκτης
(Εάν απλώνουν σταθερό το χέρι)
Θα τους προσπορίζει τα κόμιστρα
Από τον κεραυνό ως το χώμα.

Επ' ελάχιστον, βέβαια. Ως την ώρα
Που τ' άστρα, τα παιδιά και οι σύζυγοι
Θα τους κοιτάξουν με τη δυσπιστία του πένθους,
Με τα πελώρια μάτια της ποινής.

Α, τότε ποιος θα τους ακούσει να κλοτσάνε
Κάτω απ' τα πόδια τους το ίδιο αυτό σκαμνί
Που κατασκεύασε ο ένας εκ πείρας
Κι ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια των σπουδών.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Να ξέρω


Χαράματα ... τι όμορφη λέξη ...
Αισθάνεσαι και τη ρωγμή και τον κρότο.
Κι ας τα διακρίνεις μετά βίας σε μια πόλη
Που κρύβει σαν ντροπή τα σκοτάδια της.
Ρίχνει η μέρα μέσα από το τζάμι
Τα πρώτα ντροπαλά αιμοπετάλια
Κι η αρρώστια σε καταλλαγή και επιφύλαξη
Στρώνει επάνω της τη νυχτικιά της
Περιμένοντας με ευπρέπεια το φως.

Να 'μουν σ' έν' άλλο πρωινό με τα κλαδιά του
Καθώς τρέχουν να κρυφτούν τα ξωτικά.
Να κρέμονταν από τα φύλλα
Τα δακρυσμένα μου ψέματα.
Και με βλέμμα γηραιών γιατρών οι σπίνοι
Να μου φανέρωναν όλη την αλήθεια.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Επιμόρφωση


Κάθε φορά που ανοίγω το βιβλίο
Δραπετεύουν σαν τις κατσαρίδες τα γράμματα.
Μελετώ αχόρταγα λευκές σελίδες:
Ο λόγος, ο αντίλογος και ο θρήνος
Καταγράφονται με τ' ανεπαίσθητα νεύματα
Ενός τυφλού που αισθάνεται να τον βλέπουν
Εκείνοι που έφυγαν απ' το δωμάτιο.

Κάθε φορά που μετρώ με τα δάχτυλα
Ποτέ δεν μου χρειάζονται όλα.
Υπάρχουν λίγα ή λείπουν πολλά
Αυτό θα το αποφασίσει ο αέρας
Που ανοιγοκλείνει τα παράθυρα.

Κινώ τον μικροσκοπικό μου θεό
Από τη μικροσκοπική του κλωστίτσα.
Τον συντηρώ με γλυκίσματα
Στο μέγεθος του κεφαλιού της καρφίτσας.
Χρήσιμος, αβαρής και ιπτάμενος
Στη σμίκρυνση του σύμπαντος πλεονάζει.

Ω λίμνη με το καθαρό ασήμι.
Ω ουρανέ με τα γιγάντια φτερά.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012

Σάββατο 9 Μαΐου 2009

Η αντοχή των ματαίων

Ρόδινη πόλη σε πανί βαμβακερό
Εδώ κι εκεί σταγμένο από μελάνι.
Οι στέγες από μαύρη ζάχαρη
Κι οι δρόμοι από λυπημένο αλάτι.

Πουλιά, αν περάσουν, θα ‘ναι από χαρτί.
Το πρόσωπο ενός γάτου για φεγγάρι.
Αλλά, αν περάσει ένα μωρό κουδουνίζοντας,
Πετρέλαιο φωτιστικό και κανέλλα
Θα το οδηγήσουν προς το στέκι του κινδύνου.
Εκεί θεοί, αντίπαλοι στα ζάρια,
Τα βρίσκουνε στη μοιρασιά και ρίχνουν πάλι.
Φουσκώνουνε τα χρυσαφένια παράθυρα
Από τους στεναγμούς της θείας ρουτίνας.
Τέλος, διπλώνουνε του μαντιλιού τις άκρες
Κάτι φιλότιμοι με τρίδιπλα παπούτσια
Κι η πόλη χώνεται όλη μες στο σάβανο
Εκτός από μια ροζ κηλίδα που σου μοιάζει.

Αυτή Η Κηλίδα Δεν Μπορεί να Σβήσει.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Λιμός, 2007

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Ο λιμός

Το θυμό της καταιγίδας να φοβάσαι, λένε,
Ολόκληρα νοικοκυριά στη λάσπη.
Ή το θυμό της σκόνης της ερήμου
Που θάβει τα χωριά των πεινασμένων.
Ή το θυμό μιας άδικης τύχης
(Λες κι είναι τίποτε εδώ κάτω δίκαιο).

Μα όταν θυμώνουνε, όταν θεριεύουν τα τριαντάφυλλα,
Όταν παλεύουνε να τιναχτούν απ’ το σκοτάδι,
Όταν χυμάνε παντού τα αρώματα
Και η μαύρη σκέψη τους όλον τον κήπο σαρκάζει,

Τότε ποιος μπορεί να κοιμάται ήσυχος
Πως αγαπήθηκε ως και την τελευταία του γεύση,
Πως δεν θα τον θερίσει πείνα αγάπης …

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Λιμός, 2007

Πέμπτη 7 Μαΐου 2009

Το ζεϊμπέκικο των μύρων

Πατρίδα μου είναι η αρχαία πόλη Τίσις.
Από τα ρόδα της το φημισμένο άρωμα παράγεται
Που φορούν κατά τη μετενσάρκωση οι πότες,
Όταν περνούν από το αλκοόλ στη συγγνώμη.

Ασκώ το επάγγελμα του σκλάβου.
Α, ναι. Προσδίδεται αξιοπρέπεια στη Μοίρα,
Όταν κανείς την υπακούει αδιαμαρτύρητα
Καταφρονώντας την από τα βάθη της καρδιάς του.

Από τους κόπους μου ένα κομπόδεμα έχω :
Διαμάντια που ομοιοκαταληκτούν με τη νύχτα,
Μια καλλιεργημένη – αοιδού – φωνή
Κι ένα συκώτι που δεν το ‘καψα τελείως.

Έζησα και δεν έζησα. Όπως όλοι.
Κάμποσο η γέννησή μου τιμωρήθηκε
Και κανέναν δεν θα ωφελήσει ο θάνατός μου.
Άρα, καιρός να παρφουμαριστώ και να βγω έξω,

Να πάω να πιω, να γίνω λιώμα.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Λιμός, 2007

Τρίτη 5 Μαΐου 2009

Égalité


Έχω δει σ’ έναν μέτριο πίνακα
Μια λεπτομέρεια αριστουργηματική : ένα δέντρο
Φτιαγμένο από αληθινή σοφία και άνεμο.
Και σ’ ένα υποδειγματικής τέχνης τοπίο
Έναν πρόχειρο, αδικαίωτο λοφίσκο.

Πόσο αδελφικά συνυπάρχουν
Τις δυνατότητες και τα όρια μας σημαδεύοντας
Μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινή δημοκρατία
Όπου θεία πνοή
Ή θεία κλωτσιά
Μας έχει ρίξει ….

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Λιμός, 2007

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

Υπερηφάνεια θετής μητέρας

Σπίτια από λάσπη μες στον ουρανό χωμένα
Κατοικημένα από γενναία σώματα
Που άφησαν την ψυχή τους στα χέρια μου
Και την μεγάλωσα σαν δικό μου παιδί.

Όλοι οι χωρισμοί μ’ εμπιστεύτηκαν.
Και τα λουλούδια μ’ ένα τράνταγμα απ’ τη ρίζα
Τραβηγμένα απ’ το στήθος μου τα πήραν μαζί τους.
Αλλά μου είπαν : Σκέπασε τη γούβα.

Να κρατάς σε χαμηλή φωτιά τα αρώματα.
Και τα γέλια, τις πεταλούδες, τα ξαφνιάσματα
Σ’ ένα μικρό ποτηράκι.
Όταν γυρίσουμε θα πιούμε.

Έχω την κατοικία μου εδώ κάτω πλήρη
Με φυσαλίδες από φως παιχνιδιάρικο,
Τέτοιες ασώματες φωνές καλοαναθρεμμένες,
Που στάζουνε χυμό οι γυμνοί τοίχοι
Στο βιολετί και ιερό τους ασβέστωμα.

Και καμιά τους δεν αφήνω εγώ να κλάψει
Όταν κοιτά τον ουρανό.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Λιμός, 2007

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Η μετάφραση


Τους στίχους που δεν έθρεψε η αγρύπνια μου,
Τους ατυχείς ή τους ουδέποτε γεννηθέντες,
Θα τους φορέσω απόψε έναν-έναν,
Πουκάμισο, πουλόβερ και παλτό,
Και θα βγω έξω, να ψαρεύω το φεγγάρι.
Με τέτοιο κρύο και να φιλοξενούνε οι καλαμιές
Ένα αηδόνι!
Οι λάμες της αστροφεγγιάς δεν το σκοτώνουν
Μα λέει, θεέ μου, κάτι τραγούδια στη γλώσσα του
Που όλο μου το σώμα μεταφράζει
Τρέμοντας κάτω απ' τα βαριά μου ρούχα.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Λιμός, 2007

Ανικανότης

Των φυσικών των χαρισμάτων μαρασμός.
Των επίκτητων αποθερισμός,
Της υστερίας οργιώδης βλάστηση:
Αυτά με συγκροτούν ως μητέρα.

Αλλά ως ουρανός διαφέρω.

Διαθέτω όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται:
Ασύνορη έκταση, βυθό αχανή, καρτερία,

Ως και το πάμφωτο φεγγάρι.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Λιμός, 2007

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Καταξίωση

Όχι, δεν έχω χρόνο ελεύθερο.
Έχω, όμως, χρόνο περιττό.
Σκαλίζω μέσα εκεί και βρίσκω
Τα δόντια, τα νύχια, τα κέρματα,
Καμιά φορά και τα οστά.
Χάφτω τη λεία μου κι ενθουσιάζομαι.
Εκσφενδονίζομαι προς το μέλλον.

Και μέλλον έχω. Να το, εκεί.
Το φουκαριάρικο, με τα παντελονάκια του
Να στάζουν αίμα, το πουκάμισό του μες στη λίγδα.
Χάλια.

Σηκώνω τους ώμους. Δεν θ’ ασχοληθώ.
Ας επιληφθούν
Τίποτε μη κυβερνητικές οργανώσεις.
Δεν είναι μοναχά δικό μου.

Κι αφού το παρελθόν περιλαμβάνει
Ηρωισμούς και επαναστάσεις για κλάματα,.
Βιδώνομαι σ’ ένα παρόν για γέλια.
Είναι, λέω, δειλία να ‘σαι άθλιος
Και πιο παλικαριά να ‘σαι γελοίος.
Τουλάχιστον, έχεις πολλές ασχολίες
Ώσπου να κάνεις όλο σου το χρόνο
Περιττό.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Ελάχιστα πριν, 2005

Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

Για τον εξαναγκασμό και το σώμα

Το σώμα ορφανό από νου,
Άκαμπτο πάνω στο τραπέζι,
Για λίγες ώρες ακόμη φυλάσσει
Σεβάσμια σκεπασμένο με σεντόνι
Την ευπρέπεια του απόρρητου βίου του.
Ώσπου και η τελευταία αυτή σεμνότητα αποσπάται
Και σταθερό ανασύρει το νυστέρι
Του κάθε πόνου το απολίθωμα στο φως.

Μα η ψυχή, που γύρω εκεί πετάει,
Κλαίει τον άλλον εξευτελισμό, όταν σύρθηκε
Να πρωτοκατοικήσει μες στο σώμα
Και γύρω κλάματα χαράς και θεία πρόσωπα,
Που έπρεπε ν’ αγαπηθούν προτού πεθάνουν.
Τον εξευτελισμό ν’ ανοίγεις το παράθυρο
Σ’ ένα ακατοίκητο πια σπίτι.

Κι ύστερα, όταν σύρθηκε από το σακάκι
Μπρος στον ανακριτή και το δακτυλογράφο.
Κι όταν, με το καπέλο χαμηλά στα μάτια,
Σύρθηκε στις ουρές για το επίδομα.

Αχ, αδύναμο, αδύναμο σώμα,
Επάνω στο βουνό φυτρωμένο,
Χτύπα τον με τις ματωμένες σου γροθιές,
σπρώξ’ τον πέρα
Αυτόν τον άθλιο ουρανό.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών, 1995

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Μοναστική περιουσία

Τα πρώτα φύκια της αυγής.
Το πρώτο λυχνάρι ενός χαμόγελου.
Τα πρώτα θρύψαλα ενός κύκνου.

Αλλά όχι. Είναι τα βήματα
της χτεσινής βροχής,
Η επιφύλαξη
Ενός φίλου που άλλαξε.
Μια υγρή κορδέλα, κλεισμένη σε φάκελο.
Η απορία
Μιας χούφτας γεμάτης νερό.

Μα πιο πολύ
Είναι αυτός ο κρόταφος
Αυτή η κλίση του λαιμού
Αυτά τα πλήκτρα.
Είναι το δίχτυ από βλέμματα ομίχλης
Στο τέλος μιας μεγάλης ημέρας
Μπροστά σε φρούτα φρεσκοκομμένα,
Σε μια μικρή κούπα γάλα.
Είν’ ο κρυφός περίπατος της σκέψης.
Η φλαμουριά, το κιγκλίδωμα.

Η αθεράπευτη χηρεία της καρδιάς.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών, 1995

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Τραγούδι για κουβάρι και φωνή


Θα τραγουδήσω σιγανά για σένα
Που έχεις κρυφτεί και δεν ακούς.
Και τρως μέσα στη θλίψη τη ζωή σου,
Αν κι έχεις αρχαγγέλου φως.

Η λύπη σου έχει έναν καθρέφτη
Κι όλο κοιτάζεται κι όλο λυπάται.
Μα βρήκα εγώ μες στο πατάρι ένα καλάθι
Όλο κουβάρια και κουμπιά
Κάμποσες άγνωστων φωτογραφίες
Κι ανάμεσα και μια δική σου:

Μαζί βγαίναμε από κάποια εκκλησία.
Οι άλλοι σιγοκλαίγανε και σκύβαν.
Όμως εσύ, στηριγμένος στο χέρι μου,
Κρατούσες το βλέμμα σου ψηλά,
Προς ένα ουρανό που ακόμη
Δεν έχει φθαρεί μες στο χαρτί.

Απ’ αυτήν τη γωνιά της εικόνας
Που τη λησμόνησες ή την οικτίρεις πια,
Εγώ σαν φίλος τώρα σε κοιτάζω,
Σαν κάποιος που σ’ έχει αγαπήσει.

Ω, πώς να μ’ άκουγες που ακόμη
Για σένα τραγουδώ ολομόναχος.
Και που δε βρήκαμε πολλά, αυτός δεν είναι
Λόγος να ζούμε με τα λίγα.
Κάτω απ’ τον άπληστο ουρανό
Γιατί να ντρέπομαι και να φοβάμαι;
Με τα πολλά που τόλμησα να φανταστώ
Πηγαίνω
Και που είναι
-Σαν να τα έχω αξιωθεί-
Μεγάλα.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Η προσευχή του αναιδούς, 1991

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

Με χαρά αρχίζω ένα αφιέρωμα σ’ αυτή την εξαιρετική ποιήτρια της γενιάς του “70 ή τρίτης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς. Ελπίζω και πιστεύω η Δήμητρα Χριστοδούλου να αποτελέσει μία ακόμη αληθινή ανακάλυψη για τους αναγνώστες του ιστολογίου μας. Το αξίζει.

Η Δήμητρα Χριστοδούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε Νομικά και Φιλολογία. Έχει εκδώσει τα βιβλία : Τα άλογα του Μυροβλήτου, 1974, Ηγησώ, 1979, Χώμα, 1985, Η προσευχή του αναιδούς, 1991, Το κυπαρίσσι των εργατικών, 1995, Ακτή στο φως του χειμώνα, 1996 (διηγ.), Φορτίο,1997, Προς τα κάτω, 1999, Ελάχιστα πριν, 2005, Λιμός, 2007. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξενόγλωσσα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες.

«Με ήρεμο και αισθαντικό λόγο και με μια κατά βάθος δραματική αίσθηση του κόσμου, η ποίηση της Χριστοδούλου καταγράφει σκέψεις και συναισθήματα ενός γυναικείου ποιητικού υποκειμένου που διαρκώς αναλογίζεται τη φύση του και ελέγχει τη στάση του έναντι του εαυτού του, των άλλων, του έρωτα, του χρόνου και του θανάτου (Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 2383).