Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωσταβάρας Θανάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωσταβάρας Θανάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

Κανείς δεν ξέρει τι μέλλει να ακολουθήσει


Ήρεμη ώρα λίγο πριν να πέσει το βράδυ.
Γλυκειά σιωπή ανάμεσα στη γαλήνη
και την ψιλή βροχούλα
που έχει προηγηθεί.

Και το πουλί αντίκρυ ραμφίζοντας
το νοτισμένο χώμα.

Α, όμορφη κι ανεπανάληπτη μέρα
που πέρασες πάνω μας.
Πόσο ακόμα οι πράσινες ώρες σου
θα θροϊζουν στα μάτια;
Κι ως πότε η μνήμη θ' ακουμπάει να δροσίζεται
σε μυρωμένο τραγούδι.

Ας ήταν μια φορά μόνο στη ζωή μας να δούμε
το ξερό δέντρο ν' ανθίζει.
Κι ας ήταν ακόμα μια φορά
να περιπλανηθούμε στην κρυμμένη όψη του κόσμου.
Σε μέρη μακρινά
που καμιά γεωγραφία δεν τα ορίζει.

Εκεί όπου αρχίζουν τα παιδικά όνειρά μας.
Κι ας είναι φερμένα απ' το τίποτα.
Ας πηγαίνουν στο πουθενά.

Στ' απροσδόκητα μάγια.
Και στα κρυφά φωτεινά χαμόγελα
πίσω απ' τα μάταια θαύματα.
Και πίσω απ' τα υγρά λυπημένα μάτια.

Θανάσης Κωσταβάρας
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας,
τεύχ. 38, Απρίλιος 2008

Πρόκειται για το δεύτερο από τρία ποιήματα από το πλούσιο αρχείο που άφησε ο Θανάσης Κωσταβάρας, τα οποία δόθηκαν για δημοσίευση στον Μανδραγόρα από τον γιο του ποιητή, Κωνσταντίνο Κωσταβάρα. Γραμμένο τα τελευταία δύσκολα χρόνια, είναι ένα από τα αγαπημένα του. Ένας εναλλακτικός τίτλος που είχε δοθεί σε κάποια από τις χειρόγραφες μορφές του είναι «Μια ευτυχισμένη στιγμή».

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Τόσο πολύ σ' αγάπησα


Τόσο πολύ σ' αγάπησα
που πίστεψα πως είχα αγγίξει την αθωότητα.
Κι ενώ ήμουνα λύκος
ερχόμουν να γρατσουνήσω την πόρτα σου.
Να βγεις να μου ρίξεις έστω μόνο μια τρυφερή σου ματιά
και να βουρκώσουν από ευτυχία τα μάτια μου.

Τόσο πολύ σ' αγάπησα
που πίστεψα πως έγινα αόρατος.
Έγινα αέρας να βρίσκομαι πάντα κοντά σου.
Να σ' αγγίζω με τους θρύλους του δάσους
να σου περιγράφω τους ίσκιους της θάλασσας.
Και να σου φανερώνω τα λόγια
τα μαγικά λόγια που ζητάει για να ανοίξει ο Παράδεισος.

Τόσο πολύ σ' αγάπησα
που πίστεψα πως είμαι αθάνατος.
Πως κανένα χιόνι δεν μπορεί να μ' αγγίξει, κανένα σκοτάδι
κανένας φόβος του θανάτου
δεν μπορεί να περάσει απ' τη ζεστή μου καρδιά.

Έξω απ' το φόβο πως ίσως μια μέρα θα με ξεχάσεις.
Θα περάσεις πλάι μου σαν να μην υπήρξα, να μη σ' άγγιξα.
Να μην ήρθα κοντά σου, σαν ένα θρόισμα του δάσους,
σαν ένας αέρας
σαν ένας λύκος που δεν ζητάει τίποτ' άλλο
παρά μια τρυφερή σου ματιά.

Τόσο πολύ σ' αγάπησα.
Τόσο που πίστεψα πως μόνον όταν σε χάσω
τότε μόνον θα μπορέσει να μ' αγγίξει ο θάνατος.

Θανάσης Κωσταβάρας
από τη συλλογή Η μακρινή άγνωστη χώρα, 1999

Η μακρινή άγνωστη χώρα που τη ζωγραφίζει ένα πουλί

Tight Rope Walker, 1923, by Mkondo Chimimba

Πάνω σε τεντωμένο σκοινί έχω περάσει
όλη μου τη ζωή.

Μούγκριζε κάτω το ποτάμι.
Κι απάνω μαύριζε και γύρω μου
η φοβερή σιωπή.

Μα εγώ κοιτούσα πέρα απ' την άπιαστη γραμμή
του ορίζοντα.
Εκεί όπου έβλεπα ν' ασπρίζει
φανταστικό ξημέρωμα.
Εκεί όπου τα όνειρα μου άχνιζαν.
Κι ένας άλλος αέρας
θα 'κανε να θροΐζουν ήρεμα τα φύλλα των δέντρων.

Πάνω απ' τη μαύρη άβυσσο έχω χτίσει τις μέρες μου.
Με τη βροχή και το χιόνι να μου ξεσκίζουν τα μάτια.
Και το βαρύ σφυρί που το κρατάει ο ύπουλος φόβος
να μου τσακίζει τα γόνατα.

Εγώ όμως μέσα στις άγριες νύχτες άκουγα
γλυκό τραγούδι της Αγάπης.
Κι ένιωθα κάτι σαν άγγιγμα από φτερούγα στους ώμους.
Σαν να 'ταν ένας Άγγελος
που με κρατούσε όρθιον και με καθοδηγούσε.

Και προχωρούσα.
Κι ας έλεγαν όλα πως δεν υπάρχει εκείνη η μακρινή χώρα
όπου το μυθικό πουλί που έρχεται απ' το φωτεινό λιβάδι
κεντάει τους στίχους του με μια κλωστή από μουσική
και από όνειρο.

Και τραγουδάει τον Έρωτα.
Και τραγουδάει την πίστη, το θάρρος, την υπομονή.
Και την γλυκιάν ελπίδα που κρατάει εκείνους
που ονειρεύονται
- εκείνους που μπορούν ακόμα να ονειρεύονται -
όρθιους πάνω απ' το βάραθρο.

Κι απ' το βαθύ σκοτάδι.

Θανάσης Κωσταβάρας
από τη συλλογή Η μακρινή άγνωστη χώρα, 1999

Στο σπίτι του πατέρα


Είμαι στο σπίτι του Πατέρα.

Κρύος αέρας περνάει μέσα από τις ραγισμένες πόρτες.
Κι έξω στον κήπο, μαύρο ξεσέλωτο άλογο
γδέρνει με την οπλή του το χώμα.
Ανεβαίνει την πέτρινη σκάλα χρεμετίζοντας.

Κι εγώ είμαι μόνος στο σπίτι.
Τόσο μόνος όσο δεν ήμουν ποτέ μου.

Ξάφνου, Άγγελος Κυρίου στέκει αντίκρυ.
Ταξιδεμένος Άγγελος στέκει και με κοιτάζει θλιμμένος.

Κι ανάμεσά μας περνούν άσπρα φύλλα του φθινοπώρου.
Άσπρα φύλλα του φθινοπώρου και του χειμώνα περνούν
τα περασμένα μου χρόνια.
Τα κερδισμένα και τ' άλλα, τα πριν από σένα, τ' αόριστα.

Στέκω και τον κοιτάζω. Και μέσα στο πρόσωπό του
απορημένος βλέπω το πρόσωπό σου,
μπορώ πίσω από το φόβο να ξεχωρίσω το ωραίο σου
πρόσωπο.

Δεν λέω τίποτα.
Σε κοιτώ μόνο, σαν να 'σαι το τελευταίο πρόσωπο
που πρόκειται ν΄αντικρίσω.

Κι όπως πέφτει το βράδυ κι ο ίσκιος σου χάνεται
γέρνω στο φευγαλέο μου όνειρο
κι απελπισμένος κλαίω.

Θανάσης Κωσταβάρας
από τη συλλογή Στο βάθος του χρώματος, 1993

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2008

Η αγάπη δεν είναι ζάλη

Ίσως αγάπη δεν είναι παρά η ανάγκη
να υποφέρουμε κάποτε.


Η αγάπη δεν είναι ζάλη.
Δεν είναι άνθος που μεθάει απ' το φιλί της άνοιξης.
Μυρωμένο τραγούδι που απλώνεται πάνω στη
σάρκα γλυκά.

Η αγάπη είναι φόβος.

Δεν είναι ένα σώμα που ζητάει να βρει παρηγοριά.
Τρυφερή άβρα που λικνίζει τα νοσταλγικά απογεύματα.

Είναι ένα ποτάμι που περνάει μέσα από μαύρα λιβάδια.
Άγριος αγέρας που σπάζει τα κλαδιά στους κήπους
και στα όνειρα.

Δεν είναι ζάλη η αγάπη. Δεν είναι σιγανή φωτιά.
Ούτε χωράει στα κλειστά, στα σίγουρα βράδια.

Βγαίνει έξω και χτυπιέται με το δαίμονα.
Παλεύει όλη νύχτα στ' αναμμένα αλώνια.
Βαδίζει πάνω σε τεντωμένο σύρμα.
Όταν κάτω απ' τα πόδια ανοίγονται
τα κοφτερά φαράγγια.

Όμως δεν είναι ζάλη η αγάπη.

Αγάπη είναι ο τρόμος που η ζωή μετράει το ανάστημα της.
Μετριέται με το άδειο πρόσωπο που βγαίνει απ' το σκοτάδι.

Θανάσης Κωσταβάρας
από τη συλλογή Τα ερωτικά, 1986

Η γοητεία του απλού ποιήματος ή Ταπεινή προσευχή την ώρα που βραδιάζει


Θεέ της ποίησης και των ποιητών
χάρισέ μου ένα ποίημα.
Ένα απλό, στρογγυλό, ευανάγνωστο ποίημα.
Γιατί τα βαρέθηκα όλα αυτά τα στρυφνά και
τα δύσπεπτα.
Σαν τα θολά ποτάμια περνούν, βαριά και ακατάδεχτα
πηγαίνουν στη θάλασσα.
Κι ούτε το τραγούδι του νερού ακούει κανένας
ούτε τη δροσιά χαίρεται του καθαρού ρυακιού.
Παρά μονάχα αναρωτιέται πόσο σκοτεινά είναι
τα χρόνια που έρχονται
και πόσο δύσκολα ήταν πάντα τα πράγματα.
Κι έτσι παίρνει το δρόμο πίσω
γυρίζει πάνω στα ταπεινά φυλλαράκια τα μάτια του
και τότε σκέφτεται πως η ζωή στο βάθος είναι ωραία
πως ακόμα κι αν είναι απελπισμένος
σκίζει σαν ένα αστραφτερό σαξόφωνο
το μαύρο ντέρτι του θανάτου, ο έρωτας.

Θανάσης Κωσταβάρας
από τη συλλογή Στο βάθος του χρώματος, 1993