Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τόλης Νικηφόρου - Ημερολόγιο της Οργής και των Θαυμάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τόλης Νικηφόρου - Ημερολόγιο της Οργής και των Θαυμάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Επιτέλους ... φτωχοί !

του Γιάννη Ξανθούλη
(μου το προώθησαν, το προσυπογράφω και το αναρτώ)

Να ξαναγίνουμε φτωχοί. Όπως ήμασταν πάντα. Όπως οι ήρωες των παλιών αναγνωστικών που οι γιαγιάδες έμοιαζαν με γιαγιάδες κι όχι με συνταξιούχες πόρνες. Όπου οι μπαμπάδες επέστρεφαν το μεσημέρι για να καθίσει ΟΛΗ η ελληνική οικογένεια στο τραπέζι και να φάει το σεμνό φαγητό -όσπρια πεντανόστιμα και ζαρζαβατικά με μαύρο ψωμί μοσχοβολιστό- ενώ η γάτα και ο σκύλος περίμεναν στωικά να 'ρθει η σειρά τους ...

Να ξαναγίνουμε φτωχοί όπως ήμασταν πριν σαράντα και πενήντα χρόνια. Τότε που ονειρευόμασταν εν μέσω γκρι, μπλε και μπεζ χρωμάτων, τότε που καμιά Ελληνίδα δεν φιλοδοξούσε να γίνει ψευδοξανθιά, τότε που η λάσπη κολλούσε συμπαθητικά στα παπούτσια μας και οι αυθεντικοί ζήτουλες βρίσκονταν έξω απ' τις εκκλησιές περιμένοντας το τέλος της λειτουργίας και του μνημόσυνου.

Να ξαναγίνουμε φτωχοί πλην τίμιοι, χωρίς κινδύνους να ξεστρατίσουν οι αρχιμανδρίτες προς την ψηφιακή παιδοφιλία. Να βρούμε ξανά τις σωστές μας κλίμακες χωρίς αγωνία παρκαρίσματος και παχυσαρκίας. Να ξαναβρούμε τη γεύση του «μπατιρόσπορου», των ελαχιστοποιημένων αναγκών, να ανακαλύψουμε εκ νέου τον ποδαρόδρομο και το συγκινητικό μοντέλο της «γυναίκας της Πίνδου». Μόνο με τέτοιες ηρωικές διαδρομές ενδεχομένως να ακυρώσουμε το κόμπλεξ μας έναντι του Μπραντ Πιτ και της Ναόμι Κάμπελ.

Να ξαναβρούμε -γιατί όχι- και τους παλιούς καλούς εχθρούς (κυρίως από τα βόρεια) που σήμερα τους έχουμε σκλάβους στα παβιγιόν μας. Να ξετρελαθούμε από την επικοινωνιακή μας υστερία με τα σιχαμένα κινητά τηλέφωνα που κατάργησαν κάθε έννοια ιδιωτικής ζωής. Να σκάψουμε στις αυλές -όσοι έχουν αυλές- και να κάνουμε παραδοσιακούς ασβεστόλακκους για να ασπρίζουμε τα δέντρα έτσι για καλαισθησία και υγεία. Να βρούμε πάλι τη σημασία του χώματος καταργώντας το καυσαέριο του επάρατου τρέχοντος πολιτισμού. Να εφεύρουμε τις παλιές νοσοκόμες που σέρνονταν από σπίτι σε σπίτι ρίχνοντας ενέσεις πενικιλίνης στα οπίσθια ολόκληρου του Έθνους.

Να προσδιορίσουμε ξανά την ντροπή και τον «σεβασμό» προσέχοντας το βλακώδες λεξιλόγιο των τέκνων μας. Επιτέλους, όποιο τέρας βρίζει ή χρησιμοποιεί την πάνδημη και πολυμορφική λέξη «ΜΑΛΑΚΑΣ» πάνω από εκατό φορές την ημέρα να το μπουκώνουμε με «κόκκινο πιπέρι εξόχως καυτερό», όπως τον καιρό της εξαίρετης φτώχειας μας .

Να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα κουλά μας χέρια σε δουλειές που σήμερα δίνουμε του κόσμου τα λεφτά, όπως μεταποίηση ρούχων, αλλαγές γιακάδων στα πουκάμισα, καρικώματα στις κάλτσες, υδραυλικές και σχετικές εργασίες. Να απαγορευτεί διά ροπάλου το γκαζόν που για μας τους πρώην φτωχούς δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Στη θέση του να φυτευτούν λαχανικά ή και οπωροφόρα για να μην καλοσυνηθίζουμε την κάστα των μανάβηδων. Κάποτε ο μαϊντανός, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα ήταν τα βασικά καλλωπιστικά των κήπων μας .

Να επανακτήσουμε το κύρος μας, χρησιμοποιώντας βέργες κι ό,τι τέλος πάντων απαιτούσε ο βασικός σωφρονιστικός κώδικας τα χρόνια της περήφανης ανέχειας ... Σταματήστε τις ψυχολογίες και τις παραφιλολογίες για τα «τραύματα» των παιδιών. Μόνο λύσεις γήινες και πρακτικές -χωρίς ενστάσεις από τον Ρομπέν της ευαισθησίας, τον ΣΥΡΙΖΑ- θα αποκαταστήσουν την τρέλα και το χάος που υπαινίσσονται οι στατιστικές.

Να θυμηθούν οι Νεοέλληνες πως προέρχονται απ' τον Μεγαλέξανδρο, από τον Μιλτιάδη, τον Αριστείδη και προφανώς απ' τον... Αλκιβιάδη, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να βάλουν σε ενέργεια τον «δίκαιο θυμό» αν συμπέσουν με ληστές τραπεζών, περιπτέρων, σούπερ μάρκετ και κοσμηματοπωλείων. Κανένας δισταγμός. Τα παλιά χρόνια για ψύλλου πήδημα σε μπαγλάρωναν. Θυμήσου και κόψ' τους τα χέρια ή και τα αχαμνά. Επιτέλους ας σταματήσουμε την ευρωπαϊκή μας ψυχοπάθεια ...

ΠΟΤΕ κανένας Έλληνας δεν έγινε σωστός Ευρωπαίος. Ούτε καν ο Αβραμόπουλος ούτε καν ο Σημίτης και άλλοι τέτοιοι που μου διαφεύγουν. Απ' τον καιρό που σταματήσαμε να θυμώνουμε σωστά, την πατήσαμε. Σταματήστε το «ντόπινγκ» με το τσουλαριό των λαϊκών ασματομουλάρων. ΠΟΣΟΥΣ ΠΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΧΩΡΑ Η ΕΛΛΑΣ, κύριοι καναλάρχες της πλάκας; Δεν είναι καιρός να ξεβρωμίσει ο τόπος απ' τους εκφραστές του τραγουδιστικού Κάμα Σούτρα; ΠΟΙΟΣ θα μαζέψει τις ελιές στα περιβόλια όταν ο κάθε πικραμένος ονειρεύεται να γίνει αφίσα στη Συγγρού; Ποιος θα καθαρίσει τη Συγγρού απ' το αίσχος της καψουρικής ταπετσαρίας, κύριοι δήμαρχοι; Οι τραβεστί; Οι καημένες οι τραβεστί έχουν άλλες υποχρεώσεις ...

Μη φοβάστε τη φτώχεια. Η πατρίδα μας είναι ευλογημένη έστω κι αν δεν παράγει λαμαρίνες αυτοκινήτων ή καλής ποιότητας νάρκες και όπλα για τριτοκοσμικούς. Θυμηθείτε την ευλογία του ελαιόλαδου, της κορινθιακής σταφίδας, του χαλβά Φαρσάλων, των εσπεριδοειδών, της σαρδέλας και των λατρεμένων ραδικιών. Λάδι, χόρτα, ελίτσες, λίγο τυρί και ψωμί ζεστό, να φρεσκάρουμε στο μνημονικό μας το παλιό αναγνωστικό του Δημοτικού. Το ξέρω πως είναι ζόρι να κόψουμε το σούσι απότομα, όμως ήρθε ο καιρός να αναβιώσουμε την όπερα της πεντάρας, της δεκάρας και των άλλων χρηστικών μας αξεσουάρ. Μια δοκιμή νομίζω πως θα μας πείσει ...

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ και ο θεός των μικρών πραγμάτων μαζί μας.

Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Ένα λογοτεχνικό καφενείο


Τα λογοτεχνικά καφενεία έχουν μεγάλη ιστορία στην Ελλάδα. Εδώ κι ένα χρόνο περίπου λειτουργεί ένα ακόμη, με δεόντως αναρχοαυτόνομο τρόπο, στο βιβλιοπωλείο του Κυριακίδη,
Αγίας Σοφίας 40, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Υπεύθυνος (και καφετζής) ο σούπερ βιβλιοπώλης Ιορδάνης Τουρσόγλου.

Στο συνωμοτικά φιλόξενο (καπνιστικό) πατάρι του (ανεβαίνει κανείς από σιδερένια σκάλα), συγκεντρώνεται κάθε Σάββατο πρωί μια ανδρική παρέα, με κατά διαστήματα εκλεκτές γυναικείες παρουσίες (όσες αντέχουν το λεξιλόγιο). Εκτός από μένα, άλλοι τακτικοί θαμώνες από τον λογοτεχνικό χώρο είναι ο πεζογράφος (και δημοσιογράφος) Ηλίας Κουτσούκος, ο ποιητής Σταύρος Ζαφειρίου, ο πεζογράφος Σίμος Οφλίδης, ο ποιητής (και δημοσιογράφος) Γιώργος Καλιεντζίδης, που έχει τη λογοτεχνική εκπομπή Βουστροφηδόν στον FM 9.58. Την εμφάνιση τους έχουν κάνει κατά διαστήματα οι ποιήτριες Χλόη Κουτσουμπέλη, Έλσα Κορνέτη, Κατερίνα Καριζώνη, Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, η πεζογράφος Λένα Οφλίδου και ο ποιητής Ανδρέας Καρακόκκινος,

Ο φωτογράφος μας είναι ο Φώτης, ο γιατρός μας ο Τάσος και άλλα εκλεκτά μέλη ο Γιώργος, ο Σήφης και ο Σωκράτης. Σατιρικός ποιητής της παρέας είναι ο φιλόλογος Άρης Μπιτσιώρης. Αφήνω τον Άρη να επισημάνει στιχουργικά ένα από τα μέγιστης σοβαρότητας θέματα που μας απασχολούν (πέρα από την επίλυση των παγκόσμιων προβλημάτων).

Κουλτούρα και τσόντα

Απ’ το στέκι του Ιορδάνη
έλειψα ένα Σάββατο
και μου φάνηκε πως ήταν
το φαϊ ανάλατο.

Που ‘ναι ο Γιώργος, που ‘ναι ο Φώτης
Τόλης, Σίμος και Γιατρός
Σήφης, Σταύρος και Σωκράτης
κι ο Ηλίας ο κοντός.

Εμβαπτίστηκα μαζί τους
σε κουλτούρας νάματα
ποίηση, φωτογραφία
λόγο και θεάματα.

Πλάι τους την Ιλιάδα
όλη την ξεσκόνισα,
στον αστερισμό της Τζούλιας
πλήρως αυτομόλησα.

Δίπλα τους εν κατακλείδι
έλαβα το μήνυμα :
«η κουλτούρα και η τσόντα
είναι αδέρφια δίδυμα»

Άρης 13.3.2010

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

Ο διάπλους του καθρέφτη (10 - τελευταίο)

Η ποίηση εκπορεύεται από την ενόραση, η επιστήμη βασίζεται στην επαλήθευση των φυσικών φαινομένων, αλλά και οι δύο είναι θαυμαστές μορφές της ανθρώπινης γνώσης. Και ας εκτιμήσουμε ακόμα όσα είπε για την ποιητική εμπειρία μ’ έναν έξοχο τρόπο ένας διαπρεπής δημιουργός, ο Octavio Paz. «Η ποιητική εμπειρία όπως και η θρησκευτική είναι ένα πήδημα θανάτου, μια φυσική μεταβολή που είναι επίσης μια επάνοδος στην καταγωγική μας φύση. Κάθε γλωσσική περιπέτεια παρουσιάζει ένα χαρακτήρα καθολικό, ο άνθρωπος ολόκληρος παίζει τη ζωή του σ’ ένα μόνο λόγο. Η ποίηση είναι ένα επικίνδυνο άλμα ή δεν είναι τίποτα. Είπαν πως η ποίηση είναι ένα μέσο που διαθέτει ο άνθρωπος για να πει όχι σε όλες τις εξουσίες που, καθώς δεν είναι ικανοποιημένες με το να διαθέτουν τη ζωή μας, θέλουν επίσης να καθυποτάξουν τη συνείδησή μας».

«Αφοσιωμένος λοιπόν ο ποιητής σε μια παρόμοια εμπειρία, ταυτόσημη με την παλίρροια του όντος», για να επικαλεστώ πάλι τον Octavio Paz, σε μια τέτοια γνωστική περιπέτεια μέσα σ’ έναν τόσο παγερό και αφιλόξενο κόσμο, προσπαθεί ν’ αντλήσει από τα βάθη του εαυτού του, να ανακαλύψει μέσα του τους τρόπους για να ζήσει και να αναπνεύσει και επομένως η οποιαδήποτε έκφρασή του δεν μπορεί να απεικονίζει παρά την αγωνία ενός ανθρώπου που αγωνίζεται να σπάσει το τζάμι του στενού κελιού όπου τον έχουν φυλακίσει για να μην πεθάνει από ασφυξία. Ο Andre Gide προσδιόρισε περίφημα αυτό το τραγικό αδιέξοδο της τέχνης και της ποίησης στην εποχή μας: «η τέχνη», γράφει «αρχίζει εκεί όπου η ζωή δεν επαρκεί πια να εκφράσει τη ζωή …Σ’ αυτούς τους απελπιστικούς καιρούς είναι λιγότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά, ένα επάγγελμα, μια τέρψη, ένα βίτσιο…Ακόμη λιγότερο μια κοινωνική εξυπηρέτηση. Είναι ένας τρόπος ύπαρξης, μια απόπειρα να αναπνεύσει κανείς μέσα σ’ έναν αποπνικτικό κόσμο».

Τάκης Βαρβιτσιώτης
από το βιβλίο του Ο διάπλους του καθρέφτη, 2008,
Σημειώσεις για την ποίηση

Κυριακή 23 Αυγούστου 2009

Δεν έχει ελπίδα αυτός ο τόπος


Εκλέγουμε κυριολεκτικά γελοία υποκείμενα που έχουν ψηφίσει τη δική τους ατιμωρησία και μας κοροϊδεύουν με τις δηλώσεις τους και ιδίως με τις πράξεις τους. Εκλέγουμε ανίκανα υποκείμενα που δεν μπορούν να μοιράσουν δυο γαϊδάρων άχυρο και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να εξασφαλίσουν τα συμφέροντά τους και να διαιωνίσουν το είδος τους.
Εκλέγουμε ευτελέστατα υποκείμενα που πρωταγωνιστούν στον χορό της διαφθοράς, της απόκρυψης και της παραγραφής των δικών τους αδικημάτων και των αδικημάτων της παρέας τους ή, καλύτερα, της σπείρας τους. Εκλέγουμε ιδιοτελέστατα υποκείμενα κινούμενοι από ιδιοτέλεια και εμείς οι ίδιοι.

Η χώρα είναι βυθισμένη σε μια απίστευτη νάρκη και εξευτελισμό των πάντων. Μοναδική φιλοδοξία των πολιτών είναι η κατανάλωση, μοναδική μέθοδος η εκπόρνευση. Όσοι έντιμοι έχουν απομείνει, εκείνη η έρμη άλλη Ελλάδα, εργάζονται φιλότιμα, αγωνίζονται κάτι να διασώσουν, κάτι να αλλάξουν, μάταια βέβαια.

Αυτές τις μέρες καίγεται πάλι η Αττική. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν το περίμενε; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι τον είχε πείσει η αιώνια ψευδολογία των αρμοδίων; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν θα χτίσουν για μια φορά ακόμη στα καμένα; Δεν θυμάμαι άλλη περίοδο τόσο βαθιάς σήψης, τόσο εκτεταμένης διαφθοράς, τόσο μεγάλης απελπισίας.

Δεν έχει ελπίδα αυτός ο τόπος.


Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Δυο λόγια για τα λογοτεχνικά περιοδικά - Η Πάροδος

Είναι αυτονόητο ότι τα λογοτεχνικά περιοδικά έχουν μεγάλη σημασία για τη λογοτεχνία μιας χώρας. Εκεί εμφανίζονται οι νέες φωνές που υπόσχονται πολλά και αργότερα καταξιώνονται, εκεί δημοσιεύονται για πρώτη φορά πολλά ποιήματα, πεζά, μελέτες και δοκίμια, εκεί ανθολογείται το έργο γνωστών λογοτεχνών, εκεί κρίνονται τα ποιητικά και τα πεζά κείμενα, εκεί πάλλεται ο λογοτεχνικός σφυγμός της χώρας.

Στην Ελλάδα υπήρξαν πολλά σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά τον 20ο αιώνα. Έχουν γίνει ειδικές μελέτες, συνέδρια, συναντήσεις και συζητήσεις για τον ρόλο τους και τη συμβολή τους. Και σήμερα κυκλοφορούν δεκάδες αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά. Στον ιστότοπο του Χρήστου Δημάκη, Σύγχρονη ελληνική ποίηση, είναι καταχωρημένα 58 λογοτεχνικά περιοδικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλα. Και χωρίς να υπολογίζονται τα επίσης αξιόλογα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, μια πρόσφατη τεχνολογική εξέλιξη.

Το κάθε λογοτεχνικό περιοδικό είναι τις περισσότερες φορές έργο ενός ανθρώπου. Ενός καλού ποιητή συνηθέστερα ή πεζογράφου, συγκινητικά αφοσιωμένου στην έκδοση του περιοδικού, που έχει τη βοήθεια μιας συντακτικής επιτροπής αλλά είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να τα κάνει σχεδόν όλα. Από το πιο «πνευματικό» αντικείμενο ως τις πιο ταπεινές χειρονακτικές εργασίες. Από την ανάγνωση αναρίθμητων χειρογράφων, βιβλίων και περιοδικών και την επιλογή των προς δημοσίευση ή κριτική κειμένων, ως το σφουγγάρισμα του χώρου (όπως έχει αναφέρει ο Γιώργος Κορδομενίδης για το υπόγειο του Εντευκτηρίου). Από την αντίσταση σε πιέσεις, παρακλήσεις, παράπονα, ως τη συσκευασία και την αποστολή των τευχών στους συνδρομητές του. Πώς μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς και να τιμήσει μια τέτοια προσφορά;

Από τα πολλά σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά που άρχισαν να εκδίδονται μετά το 1950 και πιο συχνά μετά το 1980, θα αναφέρω εδώ ενδεικτικά μερικά που παρακολουθώ τακτικά και γνωρίζω καλύτερα.

Στη Θεσσαλονίκη, τη Νέα Πορεία του πεζογράφου Τηλέμαχου Αλαβέρα, που ολοκλήρωσε τη διαδρομή της πρόσφατα μετά τον θάνατο του εκδότη της, τη Διαγώνιο του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου που και αυτή έχει πάψει να εκδίδεται, το Τραμ του πεζογράφου Γιώργου Κάτου που και αυτό δεν κυκλοφορεί πλέον μετά τον θάνατο του εκδότη του, το Εντευκτήριο του πεζογράφου Γιώργου Κορδομενίδη. Ακόμη, το Ενώπιον του ποιητή Γιώργου Γιαννόπουλου που άρχισε να εκδίδεται πρόσφατα και κάνει μια αξιέπαινη προσπάθεια ποιοτικής αναβάθμισης.

Στην Αθήνα, την Ευθύνη του ποιητή Κώστα Τσιρόπουλου, τη Λέξη των ποιητών Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχου, τον Μανδραγόρα του ποιητή Κώστα Κρεμμύδα, την Οδό Πανός του ποιητή Γιώργου Χρονά, την Πανδώρα του πεζογράφου Γιώργου Ρωμανού, την Ποίηση (Ποιητική τώρα) του ποιητή Χάρη Βλαβιανού. Ακόμη, τα πιο γνωστά περιοδικά Νέα Εστία και Διαβάζω.

Στην Κέρκυρα εκδίδεται ο Πόρφυρας από τους ποιητές Δημήτρη Κονιδάρη και Περικλή Παγκράτη, στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας το Εμβόλιμον από τον ποιητή Γιώργο Χ. Θεοχάρη, στα Γιάννενα η Φηγός από τετραμελή συντακτική επιτροπή, στη Λαμία η Πάροδος από τον ποιητή Κώστα Ριζάκη.

Το λογοτεχνικό περιοδικό Πάροδος διανύει τώρα τη δεύτερη περίοδό του. Εκτός από την κανονική σειρά τευχών με ποικίλες συνεργασίες, εκδίδονται και τεύχη αποκλειστικά αφιερωμένα σε ποιητές κυρίως, στα οποία γράφουν διάφοροι κριτικοί, ποιητές και πεζογράφοι. Τα τεύχη φέρουν κοσμήματα, σχέδια και πίνακες ζωγραφικής γνωστών ζωγράφων και γλυπτών.

Όλα αυτά είναι έργο του Κώστα Ριζάκη, ενός άξιου ποιητή αφοσιωμένου ολόψυχα όχι μόνο στο ποιητικό του έργο αλλά και στη σημαντική αυτή άλλου είδους προσφορά. Στο τεύχος που εικονίζεται παραπλεύρως η δική μου συμμετοχή ήταν ελάχιστη και μάλλον απρόθυμη. Ο Κώστας Ριζάκης σκέφτηκε, οργάνωσε και διεκπεραίωσε τα πάντα μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Μετανιώνω τώρα που δεν τον βοήθησα περισσότερο. Ας δεχτεί τουλάχιστον ένα μεγάλο ευχαριστώ.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου


Θα μου επιτρέψετε, φίλοι αναγνώστες του ιστολογίου, να παρεμβάλω στην ανάρτηση των ποιημάτων το δελτίο τύπου της Νεφέλης για την κυκλοφορία του νέου μυθιστορήματός μου. Το βιβλίο άρχισε να διανέμεται σήμερα στα βιβλιοπωλεία και δεν έχει φτάσει ακόμη στα δικά μου χέρια.

Είναι μεγάλη συγκίνηση να απιθώνει κανείς στην αριστερή του παλάμη ένα καινούριο βιβλίο του. Να κοιτάζει το νιογέννητο με έκπληξη, ύστερα να χαϊδεύει απαλά το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλό του, να το ξεφυλλίζει. Να το αφήνει δίπλα για λίγο και να το ξαναπιάνει. Είναι μεγάλη ερωτική συγκίνηση, ακόμη κι όταν είναι κανείς πολύτεκνος όπως εγώ.

Αυτή τη συγκίνηση, που ήδη νιώθω νοερά, θέλησα να μοιραστώ μαζί σας απόψε. Και να σας πω, όπως η κουκουβάγια για τα παιδιά της, ότι σίγουρα είναι ένα πολύ όμορφο βιβλίο.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Το ποίημα που διανυκτερεύει

Κάτι σαν ανακοίνωση. Ή σαν φως. Από σήμερα, μέρα των Χριστουγέννων, θα αναρτάται πάνω δεξιά στο ιστολόγιο για μια βδομάδα περίπου «Το ποίημα που διανυκτερεύει». Δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν είναι ποίημα του Καβάφη ή του Σεφέρη, ή ποίημα ενός εντελώς άγνωστου ποιητή από την τελευταία γωνιά αυτής της χώρας. Θα είναι ένα ποίημα εκλεκτό. Ένα από τα καλύτερα του 20ου αιώνα ανάμεσα στα χίλια περίπου που έχουν δημοσιευτεί σ' αυτές τις θεματικές ανθολογίες και στα άλλα τόσα ή περισσότερα που πρόκειται να δημοσιευτούν. Πάντα κατά την προσωπική μου γνώμη.

Όλοι έχουμε ανάγκη από ένα χέρι αδερφικό. Από μια εξομολόγηση, μια ανάσα, ένα χάδι στην ερημιά μας. Έρχεται λοιπόν η ποίηση να παρηγορήσει για μια φορά ακόμη την πονεμένη ανθρωπότητα, έρχεται να μας θυμίσει πως, μέσα στο σκοτάδι της εποχής, υπάρχει ομορφιά, υπάρχει ρίγος, υπάρχει αλήθεια.

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

Τα παιδιά της γειτονιάς

Παραμονή Χριστουγέννων ήδη και υποκύπτω στον πειρασμό να παρεμβάλω στο αφιέρωμα στον Μανόλη Ξεξάκη ένα σύντομο διήγημά μου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος μαζί με το ποίημα, Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα, το 2006 την ίδια μέρα. Με τις πιο θερμές ευχές μου σε όλους τους φίλους του ιστολογίου να ξαναζήσουν για λίγο έστω το ανεκτίμητο άρωμα των παιδικών τους χρόνων. Υγεία, αγάπη και δημιουργία, αδέρφια.



Για εκείνον δεν υπήρχε άλλη γιορτή. Οι αργίες ήταν βέβαια πολλές και ευπρόσδεκτες, την άνοιξη με το Πάσχα, το καλοκαίρι με τις διακοπές στη θάλασσα, το φθινόπωρο με τα βαθιά ηδονικά του χρώματα, τις εθνικές επετείους με λόγους, στρατιωτικές μπάντες και παρελάσεις. Όλα ωραία στον δικό τους χρόνο, ανάσα ζωτική απ’ το μαγγανοπήγαδο, εκδρομές, συγγενείς και φίλοι, πανηγύρια, εκλεκτά εδέσματα, τα πάντα. Όμως πραγματική γιορτή υπήρξε πάντα μόνο μία. Απ’ τον Νοέμβρη άρχιζε να αχνοφέγγει η προσμονή. Κι όσο πλησίαζαν οι μέρες, όσο το κρύο ξυπνούσε το αίμα και τα χιόνια έστηναν τον γνώριμο λευκό διάκοσμο, τόσο πιο έντονα άστραφταν μέσα του οι αναμνήσεις, αναβίωνε ο χαμένος παράδεισος της γειτονιάς.

Δεύτερος όροφος Αγνώστου Στρατιώτου με Μητσαίων γωνία, μπροστά του η απέραντη και κακοτράχαλη τότε Πλατεία Δικαστηρίων, στη μέση ένα λυμφατικό παρκάκι τριγυρισμένο με συρματοπλέγματα, στο βάθος η ονειρική Παναγία Χαλκέων, από το χώμα να αναδύεται στο φως, λίγο πιο κάτω τα λουτρά Παράδεισος, λίγο πιο πάνω το Εργατικό Κέντρο και ο Άη Δημήτρης. Και πάνω απ’ όλα άρχοντας ο χειμωνιάτικος βαρδάρης, θηρίο παγερό και ασυγκράτητο, να κατεβαίνει απ’ την κοιλάδα του Αξιού, να αφήνει τις προφυλακές του να ξεχυθούν στην Αριστοτέλους ως τη θάλασσα και τα ψαροχώρια στην απέναντι ακτή, με μια πνοή να καταλαμβάνει γη κι ουρανό. Να σκορπίζει τα σύννεφα, να στροβιλίζει χαρτιά και σκόνη, να κάνει τους διαβάτες να σκύβουν το κεφάλι βαθιά μέσα στα πέτα. Να αναμετρά τα σκοτεινά μέγαρα και να μπαίνει ουρλιάζοντας στις πίσω αυλές, να πετάει κάτω γλάστρες και να αναποδογυρίζει καρέκλες, τεντζερέδες, ετερόκλητα αντικείμενα, να βροντάει τις πόρτες, τα ανασφάλιστα παντζούρια, να μπαίνει από κάθε άνοιγμα και χαραμάδα.

Εκείνος να τα ακούει όλα, όλα να τα βλέπει από το παρατηρητήριό του, θαμπώνοντας το τζάμι με το χνώτο του κι αφήνοντας τα ίχνη απ’ την παλάμη και τα δάχτυλα, να κρύβει στην καρδιά του μια προσμονή μεθυστική σαν μπίλιες ολοκαίνουριες, σαν τζιτζιλόνια στις τσέπες του κοντού πανταλονιού. Να ανασαίνει το άρωμα, να αισθάνεται στα χείλη του τη γεύση, να τον τυλίγει σαν κύμα η θαλπωρή.

Αποβραδίς να ζητάει απ’ τον πατέρα του να τον ξυπνήσει οπωσδήποτε το πρωί της pαραμονής, να ντύνεται τουρτουρίζοντας πριν ακόμα εκείνος φέρει τα ξύλα για τη φωτιά, ακόμη νυσταγμένος να βγαίνει χαράματα στη γειτονιά με τα άλλα πιτσιρίκια. Σε σκάλες που ανεβοκατέβαιναν, σε πόρτες που χτυπούσαν και σπάνια δεν τους άνοιγαν, σε πρόσωπα προσφυγικά, σκαμμένα, σε μαυροφορεμένες χαμογελαστές γιαγιάδες πλάι στη σόμπα. Για κάλαντα παράφωνα με το τρίγωνο και μ’ όλη τους την καρδιά, για ευχές, σταφίδες, κουλουράκια, κανένα μανταρίνι, για πενταροδεκάρες. Και για να νοικιάσει μετά ποδήλατο απ’ τον κυρ-Βασίλη, να κάνει και να ξανακάνει τη γύρα των δύο τετραγώνων, απ’ τη Φιλίππου στην Αγνώστου Στρατιώτου, στην Ολύμπου, στην Αμύντα κι τέλος στη Μητσαίων με τα κουδούνια και στα δυο χερούλια να ηχούν θριαμβευτικά.

Το βράδυ της παραμονής να ακούγεται ξαφνικά το ποδοβολητό στις σκάλες και τα μουσικά προμηνύματα από τη χορωδία των φίλων του μεγάλου του αδελφού. Να χτυπάει ύστερα το κουδούνι, «καλησπέρα σας, κύριε Νίκο», και «να τα πούμε;». Να ψάλλουν δυνατά τα κάλαντα με ακορντεόν και φυσαρμόνικα και μ’ ένα καραβάκι στα χέρια του μεσαίου, ενώ από το βάθος του σπιτιού τους φώτιζαν αχνά τα κεράκια του δέντρου κι εκείνος έτρεχε να κρυφτεί πίσω απ’ την πλάτη του πατέρα του. «Και του χρόνου, και του χρόνου, παιδιά».

Του χρόνου που δεν ξανάρθε ποτέ από τότε. Όπως ποτέ δεν ένιωσε ξανά κείνο το τρέμουλο, δεν αναδύθηκε υγρό κείνο το θάμπωμα στα μάτια. Κι ας πέρασαν πολλά Χριστούγεννα, όλη του η ζωή σχεδόν. Κι ας έψαξε μες στην ψυχή και μ’ όλη την ψυχή του να τα ξαναβρεί. Στην πόλη του και σε ταξίδια, σε μέρη μικρά και μεγαλύτερα, στα ξένα. Σε τεράστια έλατα στολισμένα, σε πλούσια σπίτια, σε λεωφόρους με χίλια χρώματα, σε καταστήματα κατάφωτα που ξεχείλιζαν από ακριβά τρόφιμα, ρούχα, παιχνίδια, χίλια δυο αγαθά. Σε εκκλησίες και λειτουργίες κάθε δόγματος, σε χρυσάφια κι ασήμια, σε καταπληκτικές ορχήστρες και σε ουράνιες παιδικές χορωδίες.Η αλήθεια ήταν ότι, ναι, συχνά ένιωθε ικανοποίηση, ακόμη και χαρά. Τη λειψή όμως, συγκρατημένη χαρά του μεγάλου, που όλα τα έχει διαβάσει, όλα τα έχει δει κι όλα τα έχει ζήσει. Εκείνου που, ανεπαίσθητα, έχει πετρώσει μέσα του ένας κόμπος, που κάτι απροσδιόριστο του σφίγγει από παλιά το στήθος, τον εμποδίζει και τον σταματά.

Αυτά σκεφτόταν και πάλι φέτος καθώς πλησίαζαν οι μέρες, αυτά που είχε κουραστεί να σκέφτεται και μάταια να περιμένει. Τώρα που είχε μείνει πια μόνος και τα χιόνια απ’ το καμπαναριό είχαν σκεπάσει το κεφάλι του. Με αυτά λοιπόν τα μακρινά, μια πίτσα κι ένα μπουκάλι κρασί, με την πλαστική ευτυχία στο πρόγραμμα της τηλεόρασης τον πήρε εκείνο το βράδυ, γερμένο στον καναπέ, ένας βαθύς και άβολος ύπνος χωρίς όνειρα. Και δεν ήταν καθόλου παράξενο ότι ξύπνησε το πρωί της παραμονής απ’ το κουδούνι της εξώπορτας, σκεβρωμένος και άδειος.

Έφτιαξε βιαστικά τα ρούχα του, έψαξε για ψιλά, και άνοιξε την πόρτα. Κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Να τα πούμε, κύριε;» ακούστηκε το τιτίβισμα απ’ έξω. Είδε σκούφους, μπουφάν, κασκόλ, είδε μυτούλες κόκκινες και σκανταλιάρικα χαμόγελα, μάτια να λάμπουν. Και είδε να φορούν τις μαγικές τους μπότες. Ταυτόχρονα, του φάνηκε πως είδε τον Τάκη τον ψηλέα απ’ την παλιά του γειτονιά, πλάι του τον Αχιλλάκο τον αδύνατο με τα σημάδια από τη μπάλα στα καλάμια, κι από την άλλη τον Γιάννη και τον Τάσο να του νεύουν συνωμοτικά. «Ε, όχι, δα», συνήλθε, «θα είμαι ζαλισμένος ακόμη από τον ύπνο, αυτά είναι τα αλβανάκια από απέναντι, αγόρι και κορίτσι, κι οι άλλοι δύο μπόμπιρες, τα ελληνόπουλα της κυρά Μαρίας από πάνω».

Αμφέβαλλε ακόμη κι όταν λύθηκε ο κόμπος, όταν έσπασαν τα φράγματα, όταν τον τύλιξε η χαρά και το μεθυστικό άρωμα από τότε. Αμφέβαλλε έως ότου τους αναγνώρισε όλους οριστικά μέσα στον χρόνο, έως ότου παραδέχτηκε «ναι, είναι ο Τάκης, ο Αχιλλέας και οι άλλοι», έως ότου άνοιξε αυθόρμητα μια τεράστια αγκαλιά και τύλιξε όλα τα παιδιά, έως ότου, κλαίγοντας και γελώντας κι εκείνος σαν παιδί, τους είπε, «να τα πείτε, να τα πείτε». Χριστούγεννα.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

Η γνωστή ψευδής εικόνα και η πραγματικότητα

Σήμερα ήμουν καλεσμένος στο 2ο γυμνάσιο/λύκειο Καλαμαριάς για να συζητήσω με τους μαθητές το ποίημά μου Όταν πεθαίνει ένα παιδί, που περιλαμβάνεται στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Β’ Γυμνασίου. Δεν ήταν η πρώτη φορά μου εκεί. Πριν από τρία χρόνια είχα μιλήσει με τους μαθητές του λυκείου.

Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν άριστη. Παρόλο που είχε προηγηθεί κατάληψη του σχολείου, τα πάντα ήταν πεντακάθαρα, χωρίς την παραμικρή ζημιά, η βιβλιοθήκη πλούσια, οι νέες καθηγήτριες ενημερωμένες και δραστήριες, η φιλοξενία άψογη.

Η δεύτερη εντύπωσή μου ήταν ακόμη καλύτερη. Η παρουσίασή μου ήταν σύντομη, εγώ είπα ελάχιστα εισαγωγικά και οι δύο σχολικές ώρες αφιερώθηκαν αρχικά σε φιλική συζήτηση για τα παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα ή από σφαίρα και, στην συνέχεια, σε διάφορες πλευρές της συγγραφικής εργασίας αλλά και σε φλέγοντα θέματα που απασχολούν τα παιδιά. Παιδιά ευγενικά, εύγλωττα, χαριτωμένα, με τη συστολή της ηλικίας τους, προσωπάκια λαμπερά, τα παιδιά μας.

Στις καθηγήτριες έκανε εντύπωση ότι, στο τέλος της εκδήλωσης, τα παιδιά δεν ήθελαν να φύγουν. Αρκετά μάλιστα ήρθαν και κάθισαν γύρω από το τραπέζι μου για να συνεχίσουμε τη συζήτηση για μία ώρα ακόμη. Γύρισα στο σπίτι μου πιο χαρούμενος και πιο αισιόδοξος.

Αλλά και πιο οργισμένος. Αυτή είναι η αντιπροσωπευτική, η πραγματική εικόνα των παιδιών και των νέων, της νέας γενιάς γενικότερα, κύριοι της τηλεόρασης και των άλλων Μ.Μ.Ε. Όπως το έχω διαπιστώσει και από χιλιάδες επαφές με νέους κατά την επαγγελματική σταδιοδρομία μου και όπως το έχω πει κατ’ επανάληψη, η γενιά αυτή είναι από κάθε άποψη η ωραιότερη γενιά που αξιώθηκε αυτός ο τόπος ως τώρα. Φτάνει η κατασυκοφάντησή της.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Κρυστάλλινη διαύγεια, εκθαμβωτική γοητεία (2)

Τέσσερα ακόμη κομψοτεχνήματα, δύο της Μυρτώς
και δύο της Χλόης. Κυρίως ερωτικά, όπως είναι
φυσικό. Όταν διάβασα για πρώτη φορά το «είμαι
κι εγώ μια νύχτα», δάκρυσα. Από τότε θυμάμαι
πάντοτε τη Χλόη με συγκίνηση και αγάπη.

Όταν μ' αγγίζεις ...

Όταν μ' αγγίζεις δεν είμαι ρόδο
Αλλά ρόδι
Σπασμένο στο πλακόστρωτο
Έτοιμη χειροβομβίδα.

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου
από τη συλλογή Κυκλικά, 1982


Ποίηση

Κι αυτό οδύνη λέγεται
απρόσμενη φωνή
Να σκάβεις
να φανερωθεί
η ακέραια
μέσα όψη

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου
από τη συλλογή Το χρονικό
των υποδόριων γεγονότων, 1995


Για πάντα

Δυο λέξεις φίδια
μεταξωτά
τυλίγονται
γύρω απ΄τον λαιμό μου.

Για πάντα θα μου λείπεις.

Χλόη Κουτσουμπέλη
δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος,
τεύχ. 9, Ιούνιος 2006


Φάσεις φεγγαριού IV

Είμαι κι εγώ μια νύχτα.
Χωρίς χρώμα, χωρίς όνομα
χωρίς απελπισία, χωρίς έκσταση,
χωρίς μυρωδιά, χωρίς ταυτότητα,
χύνομαι και χάνομαι,
κανείς δεν με αιχμαλωτίζει,
και δεν ανήκω κανενός
μα ούτε και στον εαυτό μου.
Μόνο πού και πού,
όταν στα δύο με ξεσκίζει η αυγή,
κλαίω μεθυσμένη
σε μια γωνιά του δρόμου.

Χλόη Κουτσουμπέλη
από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα, 1990

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2008

Κρυστάλλινη διαύγεια, εκθαμβωτική γοητεία

Αφορμή μου δίνει το ποίημα της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου, Ars Poetica. Είχα τονίσει κάπου αλλού αλλά και στην παρουσίαση της Χλόης Κουτσουμπέλη στο ιστολόγιο αυτό ότι, αν με ρωτούσαν τι είναι ποίηση, θα τους έλεγα να διαβάσουν τα ποιήματα Χρόνος, Αρχαίο κόσμημα, Ροτόντα και μερικά ακόμη. 

Οι δύο αυτές σπουδαίες ερωτικές ποιήτριες της Θεσσαλονίκης εκπροσωπούν δυο διαφορετικές γενιές, τη γενιά του "70 και τη γενιά του "80, αλλά μοιάζουν σε πολλά. Η μεγάλη δύναμή τους βρίσκεται στα σύντομα αυτά ποιήματα, στις πυκνές, πρωτότυπες, κρυστάλλινης διαύγειας και εκθαμβωτικής γοητείας συλλήψεις τους. Παραθέτω τα τρία ποιήματα της Χλόης χωρίς άλλα σχόλια. 

Χρόνος

Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
που αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό.




Αρχαίο κόσμημα

Δυο μέλισσες ηλιοστάλακτες
ενωμένες ακατάλυτα, τελεσίδικα, διαχρονικά
προαιώνια ιεροτελεστία
να μεταφέρουν μια σταγόνα μέλι στην κυψέλη

Και κάθε άλλο ποίημα για αγάπη ξεθωριάζει.


Ροτόντα

Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.
Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008

Βλέμμα απλανές, αναπαυτικό εύρος στη λεκάνη, γυαλάδα ανατριχιαστική στα πανταλόνια.

Μια και οι τράπεζες είναι η τελευταία αφορμή για την καθιερωμένη υστερία και τον πανικό του έλληνα πολίτη και πριν παρατηρηθούν οι πρώτες έφοδοι στα σούπερμάρκετ, παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημά μου, Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου, που αναφέρεται, βεβαίως με τον δέοντα σεβασμό, στις μεγάλες φίλες μας.

Τράπεζα είναι ένας χώρος συναλλαγών με άψογη διαρρύθμιση, λιτή διακόσμηση και υψηλή λειτουργικότητα. Ένα πιστωτικό ίδρυμα που χρηματοδοτεί τη βιομηχανία, το εμπόριο, τις υπηρεσίες, και κάθε άλλο κύριο ή δευτερεύοντα τομέα, και συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της οικονομίας. Χορηγεί επιπλέον δάνεια για την αγορά κατοικίας και καταναλωτικά δάνεια για να ικανοποιήσει ο κάθε πολίτης τις ανάγκες του. Τις γνωστές και καθιερωμένες και όσες άλλες καθημερινά ανακαλύπτονται. Είναι ακόμη ένας μεγάλος εργοδότης που παρέχει την επαγγελματική αποκατάσταση σε χιλιάδες νέους. Μια σίγουρη υπαλληλική σταδιοδρομία, με ικανοποιητικό μισθό και πρόσθετες παροχές, πλήρη ασφαλιστική κάλυψη και καλή σύνταξη.

Κατά μία άλλη διαμετρικά αντίθετη άποψη, τράπεζα είναι το όνειρο και η μετεξέλιξη κάθε παλιού ληστή. Που δεν κρύβεται πλέον σε σκοτεινές σπηλιές και δεν ενεδρεύει σε βουνά και σε λαγκάδια. Που άφησε τις πιστόλες και τις χατζάρες, λούστηκε και ξεψειριάστηκε, ξύρισε τη γενειάδα του, κατέβηκε στην πόλη και εκσυγχρονίστηκε, φόρεσε κοστούμι και γραβάτα, έπιασε χαρτί και μολύβι, κάθισε μπροστά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έγινε έτσι νόμιμος και μπορεί πλέον να επιδίδεται στις ίδιες ακριβώς άκρως επικερδείς δραστηριότητες με απόλυτη ελευθερία. Με πλήρη κοινωνική καθιέρωση και καταξίωση.

Κατά έναν τρίτο, ανεξάρτητο και ψυχρό παρατηρητή, τράπεζα είναι ένα ψηλοτάβανο πάρε-δώσε, μια αποθήκη χρήματος και πλήξης με απαστράπτοντα μάρμαρα και παράδοξες επιτύμβιες επιγραφές. Με γυάλινα, μεταλλικά, πλαστικά, και ξύλινα έπιπλα, συσκευές και αντικείμενα, με ντουλάπια και συρτάρια, φοριαμούς και αρχειοθήκες, με μετρητές, χρηματοκιβώτια, κλειδαριές, λουκέτα, κωδικούς αριθμούς, και βέβαια με πολλές οθόνες υπολογιστών. Με στοίβες χαρτονομισμάτων κάθε χρώματος και αξίας και με εγγυημένη εχεμύθεια και ασφάλεια.

Ο απρόσωπος αυτός μηχανισμός είναι θαυμάσια μεταμφιεσμένος και εξωραϊσμένος με διαφημιστικά τεχνάσματα, με άψογη ενδυμασία και απολιθωμένα χαμόγελα, με μοναδικό σκοπό να προσελκύσει τους μελλοντικούς οφειλέτες του και να τους αιχμαλωτίσει για να τους αφαιρέσει έντεχνα εκείνο το περίφημο κομμάτι σάρκας. Όχι εφ άπαξ και ασφαλώς όχι αιματηρά όπως το επιθυμούσε κάποτε ο πρωτόγονος σεξπηρικός τοκογλύφος της Βενετίας, όχι θεατρικά και υψηλόφωνα, αλλά με όλους τους κανόνες της χειρουργικής, επιστημονικά και επαγγελματικά, τακτικά και σταδιακά, αν είναι δυνατόν και ισόβια.

Εκτός από τις χρηματικές συναλλαγές, εδώ συμπληρώνονται καθημερινά, υπογράφονται και κυκλοφορούν, σε τεράστιο αριθμό και με ομοιόμορφες κινήσεις, πίσω από τα γκισέ και από γραφείο σε γραφείο, ποικιλόχρωμα έγγραφα που παράγουν, αργά αλλά σταθερά, το τριπλό σήμα κατατεθέν του οργανισμού. Βλέμμα απλανές, αναπαυτικό εύρος στη λεκάνη, γυαλάδα ανατριχιαστική στις φούστες και τα πανταλόνια.

Οι μελαγχολικοί πολιτικοί κρατούμενοι, αρχειοθετημένοι κι αυτοί όπως τα έντυπα, πλην όμως πρόωρα και πριν ο χρόνος καταχωρίσει επάνω τους τα χαρακτηριστικά του ίχνη, συνήθως κάθονται γερμένοι ελαφρά προς τα εμπρός και όταν σπάνια κινούνται μοιάζουν με υπνοβάτες, χρησιμοποιούν ένα πρωτόγονο τυποποιημένο λεξιλόγιο, καμιά φορά καταφέρνουν να γελάσουν σπασμωδικά πίσω απ’ την παλάμη τους αλλά σπάνια διανοούνται να αποπειραθούν απόδραση. Όσοι επιδεικνύουν καλή διαγωγή και εναρμονίζονται απόλυτα με το περιβάλλον, καμιά φορά προάγονται από τις τάξεις των απλών καταδίκων σε αυστηρά ευγενικούς δεσμοφύλακες με σφιγμένα χείλη και περιορισμένη εξουσία.

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται ....


... και εμπνέει τη Μαρία. Αφού είναι το κορίτσι που οδηγήθηκε εδώ από τα μονοπάτια της σκοτεινής βροχής. Μπορεί να λείπει τώρα αλλά δεν θα φύγει. Μπλέχτηκε μέσα στο όνειρο και θα μείνει εδώ για πάντα.

Η Μαρία μας, λοιπόν, μου έστειλε δυο καταπληκτικές φωτογραφίες. Δεν μένει παρά κι εμείς να εμπνευστούμε και να γράψουμε λίγες λέξεις .... σαν μικρά ποιήματα. Ένα παιχνίδι είναι η ζωή, ας παίξουμε κι εμείς πριν κοιμηθούμε. Και, ποιος ξέρει, μπορεί να γεννηθεί ένα θαύμα !!!

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

Είναι πολλά τ' αδέρφια μου, δεν είμαι μόνος !

Σύνδεσμος Φιλόλογων Ν. Ημαθίας
Σχολικός Σύμβουλος Φιλόλογων

Λογοτέχνες και Γραφές
Ο ποιητής και πεζογράφος Τόλης Νικηφόρου
συναντά τους φιλόλογους
στη Βιβλιοθήκη του 5ου Λυκείου Βέροιας

Παρουσίαση Θανάσης Μαρκόπουλος
Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008, 7 το βράδυ

Φιλόλογοι με δίδαξαν και με μεγάλωσαν, φιλόλογοι μελέτησαν αργότερα τη λογοτεχνική μου εργασία, την ανέλυσαν και την έκριναν, φιλόλογοι μετέφρασαν τα ποιήματά μου σε ξένες γλώσσες. Όπου κι αν βρίσκονται λοιπόν, από την πόλη μου ως την πιο μακρινή επαρχία και ως τα πέρατα του κόσμου, αυτοί είναι οι δικοί μου άνθρωποι, τ’ αδέρφια μου, η οικογένειά μου.

Έτσι, δεν είναι παράξενο που ήταν όλοι εκεί χτες το βράδυ, στην κατάμεστη αίθουσα της βιβλιοθήκης. Δεν είναι παράξενο που ήρθαν, πριν και μετά από την εκδήλωση, να τους αφιερώσω τα βιβλία μου. Κυρίως τα κορίτσια. Με μια συστολή και ευγένεια, με ένα χαμόγελο, με μια συγκινητική λάμψη στα μάτια, ιδίως αυτή. Δεν είναι παράξενο που δεν έφτασαν ούτε για ορεκτικό οι δύο σακούλες βιβλία που είχα φέρει μαζί μου για να τους χαρίσω. Δεν ήταν παράξενο που μου έκαναν πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις, που άκουγαν με προσοχή και σημείωναν τις απαντήσεις. Δεν είναι παράξενο που η εκδήλωση κράτησε ως αργά και πέρα από το προβλεπόμενο ωράριο. Δεν είναι παράξενο που ζήτησαν κι άλλα βιβλία μου και που με κάλεσαν να μιλήσω σε δύο τάξεις τους την ερχόμενη άνοιξη. Και δεν είναι παράξενο που, όταν βρεθήκαμε αργότερα σε μια ταβέρνα, γίναμε εγκάρδιοι φίλοι ακαριαία.

Παράξενο δεν ήταν τίποτα χθες το βράδυ. Ήταν απλώς σπάνιο έως μοναδικό. Σπάνια έως μοναδική ήταν η άκρως ευσυνείδητη και πληρέστατη προετοιμασία που έκανε ο Θανάσης Μαρκόπουλος για την εκδήλωση. Οι δημοσιεύσεις στον τοπικό τύπο, η ανακοίνωση στους φιλόλογους, η συγκέντρωση και επεξεργασία των στοιχείων, ένα ολόκληρο τεύχος με βιογραφικό μου, πληροφορίες, ποιήματα, κριτικές που ετοίμασε ο Θανάσης από τον ιστότοπό μου και άλλες πηγές και μία έκθεση των 26 βιβλίων μου. Μαζί με επισημάνσεις για τα ουσιώδη και τα σημαντικά της ποίησής μου. Μαζί με αναφορές στους ιστότοπους του Τρανσλάτουμ και τον δικό μου και στα ιστολόγια της Βίκυς Παπαπροδρόμου και το δικό μου, όπου βρίσκεται μια ανθολογία των ποιημάτων μου.

Σπάνια έως μοναδική ήταν η παρουσίαση από τον Θανάση. Με γνώση, κρίση και ωριμότητα, με ευγλωττία και απλότητα, με συμβουλές και οδηγίες προς τους φιλόλογους, με προβολή όλων των πληροφοριών, στοιχείων και ποιημάτων, των φωτογραφιών στην οθόνη κατά την εκδήλωση. Σπάνιο έως μοναδικό ήταν το συνολικό επίπεδο της εκδήλωσης, μιας από τις 2 -3 καλύτερες από τις δεκάδες που έχουν γίνει για μένα και τις εκατοντάδες που έχω οργανώσει εγώ ή έχω παρακολουθήσει. Αυτή η εκδήλωση μου θύμισε παλιές ευτυχισμένες στιγμές αγνότητας και αγώνα. Ανθρώπων με ιδεολογία, με ανιδιοτέλεια, με πάθος και αγάπη.

«Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου, δεν είμαι μόνος», όπως λέει ο Ανέστης. Μέσα στην αποξένωση και την ερημιά της σύγχρονης μεγαλούπολης, μέσα σε εκείνους που εκποιούν τα πάντα και ιδίως την ψυχή τους, ας μην το ξεχνάμε αυτό. Σ’ ευχαριστώ, Θανάση, σας ευχαριστώ Ευγενία και Βαρβάρα, σας ευχαριστώ όλους εσάς που ήσασταν χθες εκεί. Δεν θα σας ξεχάσω.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Four quartets by T.S.Eliot

Ας περιμένουν λίγο ακόμη οι έλληνες ποιητές και ας αρχίσει η εβδομάδα με ένα διαμάντι. Με έναν από τους πιο αγαπημένους μου ποιητές και ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία μου. Ένα απόσπασμα από την αρχή.

I

Time present and time past
Are both perhaps contained in time future,
And time future contained in time past.
If all time is eternally present
All time is unredeemable.
What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.
Footfalls echo in the memory
Down the passage which we did not take
Towards the door we never opened
Into the rose-garden. My words echo
Thus, in your mind.

But to what purpose
Disturbing the dust on a bowl of rose-leaves
I do not know.
Other echoes
inhabit the garden, Shall we follow?
Quick, said the bird, find them, find them,
Round the corner. Through the first gate,
Into our first world, shall we follow
The deception of the thrush? Into our first world.
There they were, dignified, invisible,
Moving without pressure, over the dead leaves,
In the autumn heat, through the vibrant air,
And the bird called, in response to
The unheard music hidden in the shrubbery,
…………………………………………………….

Go, said the bird, for the leaves were full of children,
Hidden excitedly, containing laughter.
Go, go, go, said the bird : human kind
Cannot bear very much reality.
Time past and time future
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

Το πιο ωραίο βιβλίο

Ανηφορίζοντας την Τσιαπάνου για τη Λέσχη Ανάγνωσης της Άνω Τούμπας κατά το σούρουπο την περασμένη Δευτέρα, είδα πέντε πιτσιρίκια να έχουν ανεβεί το χαμηλό πεζούλι και να είναι γαντζωμένα από τα κάγκελα του λυκείου της γειτονιάς μου. Τρία κοριτσάκια και δυο αγοράκια, μάλλον της πρώτης δημοτικού. Τιτίβιζαν χαρούμενα σαν σπουργίτια και, καθώς περνούσα δίπλα τους, γύρισαν όλα μαζί και μου χαμογέλασαν με πρόσωπα που έλαμπαν. Ή μήπως τους είχα χαμογελάσει πρώτος εγώ; Δεν έχει σημασία.

Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι συνέχισα τον δρόμο μου με το ίδιο χαμόγελο, ενώ με είχε πλημμυρίσει μια απίστευτη ευφροσύνη (ναι, αυτή είναι η σωστή λέξη). Ευφροσύνη. Σαν κάπου μακριά να είχε κιόλας ξημερώσει. Σίγουρα η βραδιά στη Λέσχη Ανάγνωσης θα ήταν ενδιαφέρουσα. Εγώ όμως είχα ήδη διαβάσει το πιο ωραίο βιβλίο.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Τηλέμαχος Αλαβέρας (1926 - 2007)

Μόλις κυκλοφόρησε το 22ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Πάροδος, που εκδίδει στη Λαμία ο ποιητής Κώστας Ριζάκης, με ένα αφιέρωμα στον Τηλέμαχο Αλαβέρα, τον πεζογράφο, εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Πορεία επί 52 χρόνια και σχεδόν ισόβιο πρόεδρο της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει 23 κείμενα γνωστών ποιητών, πεζογράφων και κριτικών για την πολλαπλή και εξαιρετικά σημαντική προσφορά του στην ελληνική λογοτεχνία. Μεταξύ των συγγραφέων των κειμένων περιλαμβάνονται οι ποιητές της Θεσσαλονίκης Μαρία Κουγιουμτζή, Άννυ Κουτροκόη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Νίκος Μυλόπουλος και Τόλης Νικηφόρου.

Για μένα όμως, πάνω απ' όλα, ο Τηλέμαχος Αλαβέρας ήταν στενός φίλος μου. Παραθέτω λοιπόν το δικό μου κείμενο ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη του Τηλέμαχου.

Το δέντρο του δικού μας δάσους

Η Αγνώστου Στρατιώτου και η Μητσαίων ήταν η γειτονιά μας. Απέναντι ακριβώς από το τέταρτο αστυνομικό τμήμα και κάτω απ’ τον Άη Δημήτρη και το Εργατικό Κέντρο στην Ολύμπου. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αρχαία αγορά και όταν η Πλατεία Δικαστηρίων ήταν ακόμη μια απέραντη γυμνή και κακοτράχαλη αλάνα με ένα λυμφατικό πάρκο στη μέση, περιφραγμένο με συρματοπλέγματα. Εκεί, οι τέσσερα - πέντε χρόνια μεγαλύτεροι, όπως ο αδερφός μου, ήταν οι ήρωες μας, οι ακόμη μεγαλύτεροι, πρόσωπα μυθικά.

Αν, λοιπόν, απ’ την εξώπορτά μας στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου 4, ως τη δική του στην οδό Μητσαίων 3, ήταν δεν ήταν πενήντα μέτρα, από τα δέκα δικά μου χρόνια ως τα είκοσι δύο του Τηλέμαχου μεσολαβούσε μια άβυσσος. Η άβυσσος που υπάρχει απ’ τον πιτσιρικά του 22ου τότε δημοτικού σχολείου, γωνία Αγίας Σοφίας και Φιλίππου, απ’ την πάνινη μπάλα ή τη φωνή απ’ τον δρόμο «μαμά, τι φαγητό έχουμε», ως τον έφεδρο ανθυπολοχαγό του εθνικού στρατού κάπου στα βουνά της Ηπείρου, σ’ ένα θανάσιμο αγώνα με «Τ’ αγρίμια του άλλου δάσους». Έτσι, τον Τηλέμαχο τον άκουγα, ίσως και να τον έβλεπα καμιά φορά από μακριά, όταν έπαιζα με την τσακαλοπαρέα μπίλιες, αγιούτο, κρυφτόμπικο και χίλια δυο άλλα αυτοσχέδια παιχνίδια στο χώμα έξω απ’ το παράπλευρο γκαράζ του Μπεμπελέκου, μα δεν τον γνώριζα. Γνώριζα λίγο τη μητέρα του στο παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματος, γνώριζα λιγότερο τον Άγι, τον μικρότερο αδερφό του, μα εκείνος ήταν ψίθυρος μακρινός, ένα δέος.

Τον γνώρισα από σπόντα, περίπου εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, μέσα στη δικτατορία και λίγο μετά την επιστροφή μου απ’ το Λονδίνο. Περνούσα ένα απόγευμα έξω απ’ το βιβλιοπωλείο του Αναγνωστάκη, όταν ο Μανόλης με φώναξε και μου είπε, «ο Συνεργάτης Α. που σου έγραψε την κριτική στον Ελληνικό Βορρά για το Αλμπατζάλ, είναι ο Αλαβέρας. Να του τηλεφωνήσεις και να τον ευχαριστήσεις». Του τηλεφώνησα, τον ευχαρίστησα, με κάλεσε στο γραφείο του στη Βενιζέλου και έτσι γνωριστήκαμε από κοντά, ενήλικες και οι δύο πλέον. Ο Τηλέμαχος θυμόταν τον πατέρα μου, ήξερε την ιστορία της οικογένειάς μας, ενώ τη δική μου ύπαρξη μάλλον την είχε καταλάβει απ’ τα διηγήματά μου. Ακολούθησε η δική μου γνωριμία με τη Ρούλα, η δική του με τη Σοφία, η μετάβαση απ’ τον πληθυντικό στον ενικό, η φιλία. Μεταξύ όλων μας. Ακολούθησαν περίπου τριανταπέντε χρόνια στενής συνεργασίας μας στη Νέα Πορεία, στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρίας Λογοτεχνών, στην επιμέλεια της έκδοσης πολλών βιβλίων μου.

Θα μπορούσα άνετα να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο για όλα αυτά και για πολλά άλλα. Και πάλι να αφήσω τα μισά απ’ έξω. Δεν πρόκειται βέβαια ποτέ να το χωνέψω ότι ο Τηλέμαχος δεν θα είναι εκεί. Ψηλός, ευγενικός, αυστηρός μα και οικείος, περιτριγυρισμένος από στοίβες βιβλία, περιοδικά, χειρόγραφα, εκείνος που ήξερε σχεδόν τους πάντες και τα πάντα στον χώρο μας κι εκείνος που αισθανόταν ταγμένος να υπηρετήσει απαρέγκλιτα το «δέον» στη λογοτεχνία. Δεν πρόκειται να χωνέψω ποτέ ότι δεν θα μπορώ πλέον, περνώντας απ’ τη Βενιζέλου, να ανεβώ επάνω για έναν καφέ και μια φιλική κουβέντα. Για να τον ακούσω να μου διαβάζει ένα καινούριο διήγημά του.
Έμαθα πολλά απ’ τον Τηλέμαχο. Έμαθα για τη γειτονιά μας, για κείνους που είχαν προηγηθεί, για όσα είχαν γίνει στην Κατοχή και αργότερα. Γεγονότα και λεπτομέρειες απίθανες απ’ τα βιβλία του και ιδίως προφορικά απ’ τον ίδιο. Έμαθα για τις παλιές λογοτεχνικές παρέες στην πόλη μας, έμαθα ότι το «καλό» είναι μεγάλη κουβέντα για ένα βιβλίο, έμαθα ακόμα να μην υποκύπτω στις ευκολίες, να είμαι ο πρώτος και ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Να προσπαθώ να τιθασεύσω την οργή που φούντωνε μέσα μου από την προκλητική αδικία, από την άγνοια και την ανοησία στον περίγυρο, την περίφημη «ελληνική πραγματικότητα». Άσχετα αν ήταν αδύνατον να τα εφαρμόσω πάντοτε κι αν, με την έκρηξή μου, έχανα συχνά το δίκιο μου.

Έμαθα ακόμη να συνεργάζομαι αρμονικά με έναν αληθινό επαγγελματία της τέχνης, που είχε διαφορετική οπτική, διαφορετική στάση στη ζωή. Έμαθα. Κι ας αμφισβητούσα τα πάντα, κι ας πίστευα ότι δεν είχα πια τίποτα να μάθω. Όχι ότι δεν είχαμε τις διαφωνίες μας και ότι δεν είχε επικρατήσει μεταξύ μας για ένα διάστημα μια βουβαμάρα. Όμως, πάντοτε υπερίσχυε η εκτίμησή μου για κείνον και η δική του, πιστεύω, τρυφερότητα για μένα. Πάντοτε υπερίσχυε όχι η οποιαδήποτε λογοτεχνική σκοπιμότητα ή συμφέρον, αλλά η ζεστασιά, η θαλπωρή της γειτονιάς, κάτι σαν το καθαρό χαλάκι στην εξώπορτα, εκείνο το φευγαλέο άρωμα απ’ τα περασμένα.

Όλα αυτά τα χρόνια, τον υπερασπίστηκα όπως μπορούσα το δίκιο του και με υπερασπίστηκε εκείνος στο δικό μου. Χάρη δεν θέλησα ποτέ και χάρη δεν μου έκανε. Εκτός ίσως από την κατανόηση, την εγκαρτέρηση που έδειχνε στις απόλυτες αντιλήψεις μου και σε μερικά ξεσπάσματά μου. Και κάθομαι και σκέφτομαι τώρα τι ήταν ο Τηλέμαχος και τι έχει απομείνει, τι θα απομείνει από τον ίδιο και το έργο του. Συχνά έλεγε σκωπτικά ότι «στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν στρατιώτες, όλοι είναι στρατηγοί». Συχνά έλεγε ακόμη ότι «όσο ζει κανείς, έχει καλώς, όταν πεθάνει, όλοι βιάζονται να τον ξεχάσουν». Κι έφερνε για παράδειγμα τον σπουδαίο Σπανδωνίδη και άλλους. Ε, λοιπόν, πέρα απ’ την οποιαδήποτε αποτίμηση των ειδικών για το έργο του και τη γενικότερη προσφορά του, για μένα ο Αλαβέρας ήταν ένας κυβόλιθος. Από κείνους που θεμελιώνουν μια συνέχεια στον μεγάλο δρόμο της λογοτεχνίας. Μπορεί όσοι πατάνε αργότερα αυτόν τον δρόμο να μην τον προσέχουν ιδιαίτερα, να θεωρούν τη θέση και τη δύναμή του φυσική και αυτονόητη. Ωστόσο, αυτός και μερικοί ακόμη σαν κι αυτόν είναι που στηρίζουν τα δικά τους βήματα.

Ύστερα, με τρόπο παράξενο, έρχεται στο μυαλό μου ένα παιδί της γειτονιάς που πια μεγάλωσε, το χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει και η λάμψη στα μάτια του που δεν κρύβεται. Αυτό είναι που επιμένει και η φράση «έλα τώρα, ρε μπαγάσα». Και λέω τότε ότι ο Τηλέμαχος ήταν ένα ψηλό δέντρο με βαθιές ρίζες, που αντλεί απ’ τη γη κι από τον ουρανό. Το δέντρο του δικού μας δάσους. 

Ο Μωβ Μαέστρος

Πριν από λίγο γύρισα από τη Λέσχη Ανάγνωσης στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Άνω Τούμπας, όπου είχαμε τη χαρά να υποδεχτούμε τη δημοσιογράφο και πεζογράφο, Σοφία Νικολαΐδου, και να συζητήσουμε μαζί της το μυθιστόρημά της, Ο Μωβ Μαέστρος, Εκδόσεις Κέδρος, 2006.

Το βιβλίο άρεσε πολύ στα 14 παρόντα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης. Μερικά από τα σχόλια τους ήταν ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα έξυπνο και καλογραμμένο, με γλώσσα σύγχρονη, λιτή και δραστική, ότι σκιαγραφούνται δύσκολες οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις με τρόπο άμεσο και ειλικρινή, αλλά και πρωτότυπο έως αιρετικό, ότι τα πρόσωπα είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα και, γενικά, ότι το βιβλίο διαβάζεται απνευστί.

Άρεσε πολύ όμως στα μέλη και η ίδια η Σοφία Νικολαΐδου. Μια συμπαθέστατη νέα συγγραφέας που, εκτός από τις πολύ αξιόλογες σπουδές της και τις μεγάλες συγγραφικές της δυνατότητες, είναι ένα κορίτσι της πόλης μας, χαμηλόφωνο, απλό και θερμό. Νομίζω ότι μας κέρδισε όλους, γι’ αυτό και η συζήτηση τελείωσε αργά τη νύχτα.

Το πρόσθετο στοιχείο της εκδήλωσης ήταν η αφήγηση της Σοφίας για το ταξίδι της στη Ρουάντα, τη συνεργασία της με τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα, τις συγκλονιστικές εμπειρίες της από τα παιδιά και βρέφη που είναι θύματα συστηματικών βιασμών και από τη γενικότερη αθλιότητα που επικρατεί στην αφρικανική αυτή χώρα.

Πιστεύω ότι η εκδήλωση αυτή ήταν μία από τις καλύτερες ως τώρα στη Λέσχη Ανάγνωσης. Επόμενη συνάντηση την Κυριακή, 12 Οκτωβρίου, με το αριστούργημα του J. D. Salinger, Catcher in the Rye (Φύλακας στη Σίκαλη). Όσοι πιστοί προσέλθετε.

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

O μαρκήσιος

Η Μαλακοπή, στο τέρμα της Άνω Τούμπας, περίπου ένα χιλιόμετρο πιο πάνω από το γήπεδο του Π.Α.Ο.Κ, κάποτε ήταν πολύ άγρια γειτονιά. Από κείνες που χρειάζεται διαβατήριο για να περάσεις. Τα δύο λύκειά της έπαιζαν πετροπόλεμο μεταξύ τους για πλάκα, το πρώτο κοντά στο σπίτι μου είχε κερδίσει το παγκόσμιο πρωτάθλημα μπάσκετ και ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλων των άλλων μαθητών στην πόλη.

Αργότερα, η περιοχή γέμισε πολυκατοικίες, τράπεζες, κάθε είδους καταστήματα, καινούρια αυτοκίνητα. Τα παιδιά μάλλον υπέκυψαν κι αυτά στην εξέλιξη και την κατανάλωση, έγιναν καθώς πρέπει. Όπως ο γιος μου που, με πλάκα τα παράσημα από παρατηρήσεις και αποβολές στο λύκειο και 12,5 στο απολυτήριό του, έφτασε να πάρει και τα δύο του πτυχία με διάκριση και να ενταχθεί στη γενιά των 700 ευρώ.

Κάπου στο μεσοδιάστημα, έκανε τη διακριτική του εμφάνιση στον δρόμο μας και ο μαρκήσιος. Δρόμο με ακούσια ευγενικές προθέσεις αφού φέρει το όνομα του ποιητή Γεωργίου Στρατήγη. Την ιδιότητα του οποίου βεβαίως αγνοούν παντελώς όλοι σχεδόν οι κάτοικοί του.

Όταν λοιπόν πάω για εφημερίδες και τσιγάρα στο περίπτερο της φίλης μου τσαγκής Αλέκας απέναντι, βλέπω πάντοτε τον μαρκήσιο στη τελευταία οικοδομή, κοντά στη διασταύρωση με την Περραιβού. Εκεί που μια σκυθρωπή κυρά με νυχτικιά φιλοξενεί δεκάδες γάτες και πλένει συνεχώς το πεζοδρόμιο με το λάστιχο. Τον βλέπω να κάθεται στο κεφαλόσκαλο της εισόδου, λίγο πιο κάτω στο πεζούλι ή κάπου εκεί κοντά.

Είναι γκριζόμαυρος, μεγαλόσωμος με μάλλον κοντά πόδια και μια συμπαθητική χοντρή και υγρή μουσούδα. Είναι σοβαρός, ελαφρά επιφυλακτικός, σπανίως γαυγίζει και ακόμη σπανιότερα κουνάει την ουρά του. Διαλογίζεται, ρεμβάζει, ή λιάζεται απλώς και μισοκοιμάται. Επιπλέον, δεν δίνει δεκάρα για τις γάτες, δεν δίνει δεκάρα για μένα, δεν δίνει δεκάρα για το όνομά του και για τον μάλλον ασεβή χαιρετισμό μου, όταν περνάω από μπροστά του.

Έχω την εντύπωση ότι η αρχοντική αξιοπρέπεια του μαρκήσιου τιμά τη γειτονιά μας. Ότι είναι σκύλος αντάξιος του ποιητή που τον φιλοξενεί στον δρόμο του. Ότι είναι καλύτερος από πολλούς που τον προσπερνάνε αδιάφοροι. Και πιο αριστοκρατικός από τους διάφορους ευγενείς της ιστορίας. Έχω την εντύπωση ότι του αξίζει απόλυτα το προσωνύμιο που του έδωσα αυθόρμητα για τη φυσική ευγένειά του.

«Γεια σου, ρε μαρκήσιε !»

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Ένα χαμόγελο όλο ψυχή !

Τι κοστίζει ένα χαμόγελο; Όσο κι ένα μικρό θαύμα.

Σκέφτομαι καμιά φορά ότι είμαι εντελώς ανίσχυρος μπροστά σ' ένα χαμόγελο. Ιδίως των μικρών παιδιών. Μα, και οποιουδήποτε άλλου. Το λέω γιατί ξαφνικά πριν από λίγο μου ήρθε στον νου ο φίλος μου, ο Γιάννης Μάριος. Έχω γράψει την ιστορία του σε κάποιο από τα βιβλία μου, του έχω αφιερώσει ένα διήγημα σε κάποιο άλλο. Όλα αυτά όμως δεν είναι τίποτα μπροστά στην εικόνα του. Χαμογελάω κι εγώ τώρα.

Είμασταν 19 χρονώ, καθόμασταν πλάι-πλάι στον τελευταίο όροφο της τράπεζας και κάναμε την πιο εξοντωτικά βλακώδη εργασία που έχει επινοήσει ποτέ ο άνθρωπος. Κάτω από το πιο σαδιστικά στυγνό καθεστώς που έχει επινοήσει ποτέ η αποθήκη χρήματος και πλήξης που ονομάζεται τράπεζα. Εγώ άλλοτε ήμουν μελαγχολικός, άλλοτε έβριζα, άλλοτε χτυπούσα τα χέρια μου στο γραφείο. Ο Γιάννης όμως χαμογελούσε και μου έδινε κουράγιο. Μην κάνεις έτσι, Τολάκη, έλεγε, θα περάσει αυτή η φάση. Θα πάρουμε το πτυχίο μας κι όλα θα στρώσουν μετά.

Ο Γιάννης ήταν φίλος με ένα τρόπο απλό και φυσικό, λες και η ζεστασιά πήγαζε από μέσα του.
Παρέβλεπε τα ελαττώματά μου με μια κίνηση του χεριού, έδινε έμφαση στα προτερήματά μου, ήταν πάντοτε εκεί όταν τον χρειαζόμουν. Κι είχε κάνει διάφορα μικροπράγματα για μένα, χωρίς να του τα ζητήσω.

Αυτά όμως, όπως είπα, δεν ήταν τίποτα μπροστά στο χαμόγελό του. Ένα χαμόγελο φωτεινό, γεμάτο έκπληξη, ευθυμία, χαρά της ζωής. Γεμάτο ανώδυνη ειρωνεία, ζεστασιά και φιλία.
Χαμογελούσαν τα μάτια του, χαμογελούσε το πρόσωπό του, χαμογελούσε ολόκληρος. Και κατάφερνε να με κάνει κι εμένα να χαμογελάσω.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χαμόγελο του Γιάννη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Γιάννη Μάριο που πέθανε στα 27 του χρόνια.