Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Νίκος Ορφανίδης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Νίκος Ορφανίδης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Το παλιό μου σπίτι

(πίνακας του Ντίνου Παπασπύρου)

Το παλιό μου σπίτι κατηφορίζει τις νύχτες
φορτώνεται στον ώμο παράθυρα όνειρα πουλιά
την παλιά φωτογραφία
τις ζωγραφιές στον τοίχο
το κράνος και τ' άρβυλα στη γωνιά
το γιασεμί που σκαρφάλωσε στο μπαλκόνι
με συναντά παράνομα
όταν ο αέρας λυσσομανά
κι εγώ αγωνίζομαι να κρατηθώ
καταγράφω στο τετράδιο τους νεκρούς
καθώς κάθονται αμέριμνοι στο τραπέζι της αυλής
πίνοντας το κρασί ή το ούζο τους.

5 Οκτωβρίου 1989

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Η άλλη βιογραφία, 1999
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009, 2009

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Το υπαίθριο καφενείο

Καθόμαστε όλο το βράδυ στο υπαίθριο καφενείο
οι καρέκλες το στρογγυλό τραπέζι το ούζο
ήλθες χαρούμενη και μού 'πες
πως κάθε βράδυ τα πουλιά
κάνουν αδιάκοπες καταδύσεις στο κύμα
παίρνουν άνθη πορφυρά της θάλασσας
και τ΄αποθέτουν στην ποδιά σου
δεν σε πίστεψα
εγώ τότες μόλις έβγγαινα κουτσαίνοντας από τ' όνειρο
έφευγες μακρυά γελώντας
τα μαλλιά σου ανέμιζαν ατημέλητα στο φως
σημαίες νυχτερινές τύλιγαν το πρόσωπό σου
τη λεωφόρο τ' ανθισμένα μπαλκόνια τους αναστεναγμούς
ένα πλοίο έμπαινε νυσταγμένο στο λιμάνι
άρχισε να μαζεύει τα ιστία του
σε λίγο ξημέρωνε
ξεχαστήκαμε βυθισμένοι ο ένας στο σώμα του άλλου
ομοβροντίες έσκισαν αίφνης τον ουρανό
ψηλά από το Λυκαβηττό
τα κανόνια χαιρετούσαν το πρωινό
που ανέβαινε ξαγρυπνισμένο σιάζοντας τα ρούχα του
μύριζε ακόμα κολώνια και γιασεμί
σου λέω΄
«έλα ν' ανεβούμε μαζί στο σύννεφο»
καθώς άγγιζα το κορμί σου
γέμιζε γαρύφαλλα πουλιά η παλάμη μου
άρχισαν να καίνε πυρσοί
καθώς παιδιά άναψαν τις φωτιές της ανάστασης
είπες τότε ν' αναληφθείς
τυλιγμένη ανέμους αστραπές ουρανούς
τα χέρια σου εξακολουθούσαν ακόμα να καίνε
άρχισαν ν' ανοιγοκλείνουν πόρτες παράθυρα
μ' ένα τρόπο παράξενα εορταστικό
ενώ η μπάντα του δήμου
ετοιμαζόταν να παιανίσει το εωθινό.

1 Μαϊου 1993

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Ο άλλος χειμώνας, 1993
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009,2009
 

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Νεκρόδειπνος
























Έρχονται και πάλι όλοι οι νεκροί φίλοι
μέσα στα τοπία του φεγγαριού
μες στα γυμνά τοπία του φωτός της σελήνης
μέσα στη δρόσο του αναβλύζοντος φωτός
μες στα λευκά παράθυρα
βγαίνουν μέσα στα φυλλώματα της μνήμης
μαζί με τα πτηνά που ψιθυρίζουν χρωματιστά άσματα
μαζί με τα ελάφια που βγαίνουν άερινα
στις στράτες της νυχτός
μαζί με τα πετεινά του ουρανού
που σκύβουν σ' ασημένιες βρύσες
μαζί με τα άλογα που χλιμιντρίζουν.
Έτσι είνα που ρίχνει «το ψυχρόν της αργύριον η σελήνη»
έτσι είναι που ριγούν τα φυλλώματα των σωμάτων
έτσι είναι που κάθονται στην άκρη της νυχτός
όλοι οι πεθαμένοι φίλοι
πάνω από ανυψούμενα σύννεφα και άσματα μυστικά
έτσι είναι που γυρίζουμε νύχτα στους δρόμους του φεγγαριού
στους δρόμους του θανάτου
«ο Ήλιος εβασίλεψε και το Φεγγάρι εχάθη»
έτσι είναι που κατρακυλάει η μνήμη
σε γυμνά αναχώματα
καθώς λυγίζει το φως σε ανθισμένα δέντρα
κλαδιά.
Έρχονται, λοιπόν, οι πεθαμένοι φίλοι
με το βλέμμα τους βαθύ, λυπημένο
με τα μαλλιά τους που ανεμίζουν στο φως
με τ' άρματά τους
καθόμαστε όλοι μαζί σε γιορτινό τραπέζι
σημαίες φωτός ανεμίζει η σελήνη
τα άσματά της ανεμίζει η νύχτα που μαρμάρωσε
«Ο Ήλιος εβασίλεψε - Έλληνά μου, βασίλεψε -
και το Φεγγάρι εχάθη»
τότε είναι που μας προσπερνά βουβή
καθώς αποσύρεται λευκοπρεπής
μέσα σε τροχοφόρα λεωφορεία
φωνές κι αστραπές
μια παράξενη, ασπροντυμένη γυναίκα
η Λυπημένη είναι πάλι
ενώ έφιππος καλπάζει μακριά στον ορίζοντα
ένας λαμπροφόρος άγιος Αρχάγγελος.

23 Απριλίου 2001
του αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Η Λυπημένη στο μαγεμένο δάσος, 2008
Σύναξις κεκοιμημένων
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009, 2009

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Η μάνα κι ο πατέρας στα λιβάδεια του Θεού

(έργο του Ντίνου Παπασπύρου)
Έτσι, πρωί-πρωί
πήραν το δρόμο του βουνού
η μάνα κι ο πατέρας
κι άλλοι πολλοί της γειτονιάς
μέσα στα παραμύθια χάθηκαν
σε μαγεμένους κόσμους
και με τα ασήμια στα μαλλιά
και τα χρυσά στο στήθος
σε ανοιγμένους τώρα ουρανούς
και φωτισμένες στράτες
κάθε πρωί οδοιπορούν
μες στα κλωνάρια του βουνού
και τις δροσοσταλιές του κάμπου
και το γλαυκό της θάλασσας
λευκοπρεπείς.

Έτσι, πρωί-πρωί περιπατούν
μέσα στους δρόμους του ουρανού
στους δρόμους των ανέμων
στα φωτεινά περιπατούν
στα ξάγναντα διαβαίνουν
σιωπηλοί
όπως εκείνοι οι αντρειωμένοι των τραγουδιών
έτσι είναι που κουβαλούν μαζί τους
σπίτια και παράθυρα
κι ανθώνες μυριστικούς
και γιασεμιά και γλάστρες
για εκείνα τα αόρατα λειβάδια του Θεού.

Έτσι έφυγε, σκέφτομαι, ο πατέρας
αλλά και η μητέρα
έτσι θα φύγω αύριο κι εγώ
με την αυγή θα φύγω
πήραν μαζί το σύννεφο
την απαλή βροχούλα
για τα λειβάδια του Θεού
η μάνα κι ο πατέρας
κι όλοι εκείνοι οι γέροντες
της γειτονιάς μου
μέσα σε φωταψίες
και μελωδίες
κι εμβατήρια
και άσματα εορταστικά
περιπατώντας
μέσα στα ολόφωτα λειβάδια
του Θεού.

15 Δεκεμβρίου 2011
του αγίου Ελευθερίου
και της Ανθής της μητρός αυτού

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Εις οδόν αναψυχής, 2013

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

ΟΙ γυναίκες που αγάπησα ή Η πόλη που έφυγε

Η πόλη αθόρυβα είπε επιτέλους ν' αποδράσει
εγκατέλειψε αναπάντεχα το τοπίο της
ανέβαινε αγκομαχώντας τον ουρανό
σαν αργοπορημένο σύννεφο σαν τρένο
ή σαν τραυματισμένο ελάφι
ήλθε έξαφνα η Σοφία και κάθησε αμίλητη δίπλα μου
έφτασε ασθμαίνοντας με το κόκκινο της φόρεμα η Ελένη
ήλθε κι η Ειρήνη
το βλέμμα της ένα βαθύ πράσινο χρώμα του βυθού
κι η Μαρία κι η Άννα κι η Βασιλική
η πόλη μόλις είχε αποδημήσει
«τι κάνετε;» τους φώναζα
«δεν βλέπετε πως η πόλη μου έχει φύγει;»
αυτές εκεί
η Σοφία με τα μαλλιά από σέλινο
κι η Ελένη με το σκοτάδι στα πόδια
κι η Ειρήνη με τις σημαίες στο βαθύ στήθος της
κι Μαρία κι η Άννα κι η Βασιλική
η πόλη όλο ανέβαινε ανασαίνοντας δύσκολα τον ουρανό
εγώ άρχισα να κλαίω
η Σοφία βροχή στα κλαδιά των δέντρων
η Ελένη ένα δάσος σκοτωμένα χελιδόνια
κι η Ειρήνη φύκια νεκρά στο σώμα της
κι η Μαρία κι η Άννα κι η Βασιλική.
Όλες οι γυναίκες που αγάπησα έχουν πεθάνει.

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Ο άλλος χειμώνας, 1993

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Το εωθινόν

Όλη τη νύχτα η πολιτεία βογγούσε ασταμάτητα
τα τροχοφόρα περιφέρονταν στους έρημους δρόμους
τα πουλιά κρύβονταν τρομαγμένα στις στέγες
τυλιγμένα σε κατακρεουργημένα σύννεφα
μια γυναίκα γύριζε στις καπνισμένες πλατείες στα στενά
φωνάζοντας εφιαλτικά ονόματα
Γιώργο Μιχάλη Λοϊζο
όλα τα παιδιά φευγάτα
στους τοίχους μόνο τ' αποτυπώματά τους
ήλθες και μού 'πες
τι κάθεσαι εδώ, τι περιμένεις επιτέλους;
εγώ ακουμπισμένος στα γόνατά σου να κλαίω
ύστερα πλάκωσαν οι παρελάσεις
οι φιλαρμονικές τα εμβατήρια
οι επίσημοι στις εξέδρες
χαιρετούσαν όλοι μ' ένα παράξενο τρόπο
τα διερχόμενα λάβαρα τα εορτάζοντα πλήθη
ζητωκραύγαζαν ανεμίζοντας σεντόνια καπνούς
τα παιδιά ξυπνούσαν νωρίς για το εωθινό
τριγύριζαν παντού χωρίς να ξέρουν
για το φόρεμά σου που ξεχάστηκε στη θάλασσα
για τα μαλλιά σου που ανεμίζαν την επερχόμενη βροχή
για το πρόσωπό σου που επέμενε ακόμα
σ' ένα θλιβερό πένθιμο σκοπό.

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Ουρανοδρόμιο, 1994
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009, 2009
 

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Θάνατος Γ΄

Ο θάνατος είναι ένας παλιός γνώριμος
που στέκεται με τις ώρες στο στενό
σε περιμένει βαρυεστημένος στο σκοτάδι
βήχει βρίζοντας τον καιρό
ανάβει τσιγάρο ξενυχτά
έξω φυσά ένας δαιμονισμένος άνεμος
ανασηκώνει το γιακά της καμπαρντίνας του
τυλίγεται στο βρώμικο του κασκόλ
οι λιγοστοί διαβάτες τον προσπερνούν αδιάφορα
τα λεωφορεία άδεια κουβαλούν αγκομαχώντας
τους τελευταίους επιβάτες

εσύ κάθεσαι αμέριμνος στην τηλεόραση δίπλα στο τζάκι
χαϊδεύεις το γυμνό σώμα της αγάπης σου
η αγάπη σου σε κοιτάει ατέλειωτα στα μάτια
ένα βλέμμα βαθύ που σε διαπερνά, ανατριχιάζεις
χάνεσαι στα άγρια της μαλλιά στο στητό στήθος της
ψιθυρίζεις
ολοένα αναβάλλεις να φύγεις
ωστόσο ο θάνατος σε περιμένει
με το τσιγάρο να του καίει τα δάχτυλα
γιατί κάποια στιγμή οπωσδήποτε θα βγεις
κι εσύ στο δρόμο
είτε για τσιγάρα στο περίπτερο που διανυχτερεύει
είτε για να πάρεις λίγο αέρα
είτε για να γυρίσεις κρυφά στο άδειο σου σπίτι
και τότε οπωσδήποτε θα τα πείτε οι δυο σας
σαν παλιοί γνώριμοι
όπως τους φίλους από το στρατό
ή τους συμμαθητές στο Γυμνάσιο
που έχουν ασπρίσει ή καμπουριάσει από τον καιρό.

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Ουρανοδρόμιο, 1994

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Ελένη Β'


















Καθώς αναχωρείς περίλυπη
τα πουλιά σε αναρπάζουν στους ώμους
σ' αποθέτουν σε ξεχασμένα μπαλκόνια
στη θάλασσα με τα καλάμια και τη βροχή
ύστερα έρχονται όλοι οι νεκροί
στριμωγμένοι μπροστά στις εξέδρες
ανεμίζουν λάβαρα μαντήλια ουρανούς
χελιδόνια φωλιάζουν στα μαλλιά σου
ο τελευταίος χειμώνας ασήκωτος
ξεσηκώνει αντένες πουκάμισα φιλιά
το πράσινό σου παλτό ξεχασμένο στο υπόγειο
καθώς οι πολυβολισμοί φράζουν το σκοτάδι
τα φορτηγά το πρωί με σημαίες νυσταγμένες και αίματα
διασχίζουν αγκομαχώντας τους δρόμους
μαζεύουν τα πληγωμένα σώματα
τις γυμνές γυναίκες τα βεγγαλικά
τους σβησμένους φανούς θυέλλης
ενώ χιλιάδες διαβάτες
εισέρχονται ανύποπτοι
με νικηφόρα άσματα στην πλατεία.

22 Ιουλίου 1990

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Η άλλη βιογραφία, 1999
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009, 2009

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη Λευκωσία

Εισέρχεται έφιππος στην πόλη ο Γεώργιος Καραϊσκάκης
ντυμένος τη στολή εφέδρου αξιωματικού
μπαίνει κρυφά στο στενό δρομάκι
εισβάλλει έπειτα λαμπρός στη λεωφόρο
μεσάνυχτα ανεβαίνει καβαλλάρης στον ουρανό
ταξιδεύει με τον άνεμο με τα πουλιά με τ' άστρα στο πέτο.

Κι εμείς βαδίζαμε όλη μέρα
έτσι
με τα λεωφορεία και τα ταξί
με τις γυναίκες μας που γρατσουνάγανε το τζάμι
με τα σκοτωμένα σπουργίτια
με το κόκκινο χρώμα στη μνήμη
με το αίμα που στράγγισε στο πουκάμισο
με τα μαλλιά της αγάπης μας
που χύνονταν στις ριπές του φεγγαριού
με την ανάμνηση που σπαρταρούσε.

Έτσι βαδίζαμε όλη μέρα
μαζί κι ο Γεώργιος Καραϊσκάκης
που εισέρχεται έφιππος στην πόλη
κεραίες ασθενοφόρα πτηνά σύννεφα
καράβια μαρμαρωμένα πανιά
αστραπές λυγμοί πολυβολισμοί ριπές
ανεβαίνει ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ντυμένος
την παράξενη στολή
έφιππος ανηφορίζει στα σύννεφα
καίγεται μαζί με το φεγγάρι με τα καράβια
με το σώμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
που εγκαταλείπει την πόλη
όρθιος με ένα τραγούδι
κι ένα χαμόγελο απέραντα λυπημένο
ως το θάνατο.

13 Ιουνίου 1995

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Πάρθεν ή τα φτερά των πουλιών, 1999
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009, 2009
 

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Επιστροφή ΄Δ'

























Καθώς επιστρέφεις στο άδειο δωμάτιο
και κουβεντιάζεις με όλους τους φίλους
που έφυγαν ξαφνικά
με τους γείτονες στο απέναντι σπίτι
με τα πουλιά που μαρμάρωσαν στο καλώδιο
των τηλεφώνων
με τη γυμνή γυναίκα
με όσα αγάπησες
όπως το σκοτάδι στο σινεμά τα λαϊκά τραγούδια το πικάπ
ανοίγει η πόρτα της αυλής
και μπαίνουν θριαμβευτικά οι διαδηλωτές
φορτωμένοι αφίσσες χρώματα λάβαρα λυγμούς

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Η άλλη βιογραφία, 1999
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα, 1970-2009, 2009

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Ώρες στη Λευκωσία


















Και κάθομαι εδώ
μέσα στους ξένους ανέμους που περπατούν το κορμί σου.
Λευκωσία Λευκωσία
σε κυνηγώ μέσα στ' ατέλειωτα φώτα της νύχτας σου
μες στους ιριδισμούς των ηλεκτρικών
που τυραννούν την ψυχή μου
απόψε τα ηλεκτρόφωνα ξεχασμένα μου τρυπάνε τη θύμηση
σε κυνηγώ
μες στις σειρές των σκοτωμένων συντρόφων
βγαίνουν τις νύχτες με φαγωμένο το πρόσωπο
κτυπάνε τις πόρτες
Πράσινη Γραμμή Φυλακισμένα Μνήματα
η μνήμη του θανάτου σου με κομματιάζει
χρόνια τώρα φονικό στο φονικό
οι δρόμοι σου γέμισαν φαρμάκι και αίμα
τώρα ανεβαίνουν στις στέγες σου φωτεινές επιγραφές
αναδύεσαι μισή στο φως μισή στο σκοτάδι
οι νεκρές γειτονιές σου μας συσκοτίζουν
Λευκωσία Λευκωσία
σε κυνηγώ
μες στο μεθυστικό σου άρωμα που μου τινάσσει τη μνήμη
απόψε που ένα σύννεφο πουλιά
κατηφορίζει τις νεκρές λεωφόρους σου.

24 Αυγούστου 1980

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Εντός των τειχών, 1983
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009, 2009

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Πέντε ποιήματα για τη Λευκωσία




















Ετούτη η πόλη
γυναίκα
στη μέση του έρημου κάμπου.
Ψηλά η νύχτα
εγκλωβίζει τη σιωπή.

Στην αυλή του μουσείου
οι φοινικιές ανασαίνουν
την ερημιά σου.
Μέσα τα σπασμένα αγάλματα
ταξιδεύουν στις φλέβες
του μεσημεριού.

Η πόλη
ταξιδεύει
με κομμένη την ανάσα
της νύχτας της.
Από μακριά
οι δρόμοι
ανάπηροι την παρακολουθούν.

Στους φωταγωγημένους δρόμους
τα ηλεκτρόφωνα
σκοτώνουν
και τον τελευταίο ψίθυρο της
νύχτας.
Την αυγή
ο ιδρώτας του θανάτου
σμίγει
με τη λεηλασία της μέρας
που έρχεται.

Στο κέντρο της πόλης
τα σπίτια μοιρασμένα
αγκομαχούν.
Από κοντά
η πλατεία με τα λεωφορεία
φορτώνει
την ανάπηρη
πίκρα της.

5 Απριλίου 1979

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Τα τραγούδια της Περσεφόνης, 1979
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009, 2009

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Η έρημος
















Βγήκε ο άγιος της σκήτης στην έρημο
νεκρές πολιτείες να του κλείνουν το δρόμο
ξεψυχισμένες λυχνίες να του σκιάζουν τα βήματα
πολιτικοί κι έμποροι να διαλαλούν την πραμάτειά τους
επιτύμβιες εξέδρες και πινακίδες περίλυπες
να τον κοιτάζουν.
Κι αυτός
μέσα από βιτρίνες κι εναέρια καλώδια
λύκοι και ερπετά να τον ακολουθούν
πολυτελείς περιφορές και λαμπρά άμφια
ν' ανεβαίνει σε θρυμματισμένα κεραμίδια σπιτιών
παιδιά να γλιστρούν στους δρόμους
γλάστρες φωτός ν' αναρριχώνται στους τοίχους.

«Δοξασμένο τ' όνομά σου, Κύριε», είπε
και κόβοντας ένα κλωνί βασιλικό
χιλιάδες παιδικά βεγγαλικά
διέσχισαν τη νύχτα.

15 Αυγούστου 1984

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Ανατολική θάλασσα, 1989
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009,2009

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Ανατολική θάλασσα
























«Δεν είναι αυτός ο τόπος μου», είπες
«με τα ξεριζωμένα κυπαρίσσια
και τα βουνά από μπετόν
που χάσκουν στη μέση του κάμπου».

Κι ύστερα είπα να σε γυρέψω
σε κρυμμένες αυλές
ασπρισμένες στην άκρη της μνήμης
πίσω από παρατηρητήρια αγγέλων
που κάποτε ξετύλιγαν τη σιωπή
σημαίες φωτός ν' αγκαλιάζουν το σώμα σου
μια οπτασία διάφανη
να μας ανασταίνει.

Κι εσύ
με το κορμί φαγωμένο απ' τον καιρό
νυσταγμένα βλέφαρα να σε σκεπάζουν
τα στήθη αφημένα στους ανέμους
κι εκείνο το άγγιγμα της νύχτας
να σε πονεί.
Τα μαλλιά ν' ανεμίζουν στο σκοτωμένο φως
να ταξιδεύεις περίλυπη
μέσα από παράξενες φυσιογνωμίες ανθρώπων
μ΄ένα κομμένο λαιμό πρωινής απουσίας στα δάχτυλα
τα νεκρά φύκια της θάλασσας
να σε περισφίγγουν
γυμνή
κι εσύ ν' αδειάζεις
κομμάτι κομμάτι το κορμί σου
μολυσμένο πύο σε μια ξεχασμένη πληγή
στους εξώστες να παραδέρνει η τρέλα
και τούτη η ανάμνηση των πουλιών
που μας σκοτώνει.

«Δεν είναι αυτός ο τόπος μας».
Με τα παράθυρα να εκβάλλουν
στη σάπια θάλασσα
συρματοπλέγματα και φυλάκια
κάτω από τη επιφάνεια του νερού
μολυσμένες εξαγωγές αποχετεύσεων
ξενοδοχεία για το ζευγάρωμα της πίκρας
το καράβι που βούλιαξε τα νειάτα μας
να ταξιδεύει στην απέναντι ακτή.

«Δεν είναι αυτός ο τόπος μας», είπες.

Αγιανάπα-Λευκωσία, 31 Ιουλίου 1984

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Ανατολική θάλασσα, 1989
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009, 2009

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Κερύνεια



















(painting: la poitrine 1960, by René Magritte)


Πόλη
με τις νεκρωμένες θάλασσες
και την κατακόρυφη θλίψη
καρτέρι
της ανερμάτιστης σιωπής
πόλη
με τα γυμνά παράθυρα
και τις λεηλατημένες πλατείες
πόλη
της απουσίας και του χαμού
εδώ
που ξαγρυπνά ο θάνατος
και σκίζεται η πίκρα οριζόντια
εδώ
που οι νεκροί
αναζητούν την τελευταία περίπτυξη
της μέρας
πόλη
των σκοτωμένων περιπλανήσεων
εδώ
η σφαγμένη σου θύμηση
μας αναθεματίζει.

15-16 Ιουλίου 1977

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Τα τραγούδια της Περσεφόνης, 1979
συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1970-2009, 2009

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Γρηγορίου Αυξεντίου ανάληψις

Έρχεται και με βρίσκει ίδια απαράλλαχτος
εξαίσιος μέσα στη λύπη του
ο Γρηγόρης Αυξεντίου
νύχτα είναι
το φως της σελήνης του πλένει το καμένο του κορμί
κι η νύχτα δακρύζοντας ασημώνει τα ξέπλεκα μαλλιά του
δάσος στοιχειωμένο το σώμα του
ρίζες τα πόδια του
τα χέρια του κλαδιά
ο Γρηγόρης ταξιδεύει αμίλητος μέσα στο φως
μέσα στο στοιχειωμένο φως του δάσους
λούζεται ο Γρηγόρης
εισέρχεται ολόλευκος
τα δέντρα σκύβουν και τον προσκυνούν
τα ελάφια και οι λαγοί του χαϊδεύουν τα πόδια
κι αυτός εξαίσιος μέσα στη λύπη του
με τα μαλλιά του δοσμένα στο ασήμι της νυχτός
ανεμίζει τους φθόγγους της φωνής
τις φλόγες ανεμίζει που τον στοίχειωσαν
τον θάνατο ανεμίζει
ο Γρηγόρης εξαίσιος
μέσα στους στοιχειωμένους φθόγγους της νυχτός
συλλαβίζει τον έρωτά του
έφηβος είναι ο Γρηγόρης
λουσμένος ολόκληρος στο φως
το στοιχειωμένο δάσος τον προϋπαντά
τα δέντρα τον σκεπάζουν
σμήνος ελάφια τον ακολουθούν
το άλογο της νύχτας χλιμιντρίζει
καθώς ανεβαίνει μαζί του στο φως
στο φως της σελήνης ανεβαίνει ο Γρηγόρης
έφιππος τροπαιοφόρος
μαζί με τις φλόγες
μαζί με το ασήμι της νυχτός
μαζί με τα πουλιά
που μαρμάρωσαν στα κλαδιά του δάσους
μαζί με την πάχνη της αυγής
που σκέπασε τα άνυδρα τοπία μας.

10 Απριλίου 2001

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Η Λυπημένη στο Μαγεμένο Δάσος,
ενότητα Σύναξις Κεκοιμημένων, 2008


Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Ο πατέρας αναπαύεται

Είναι ο πατέρας που αναπαύεται τώρα
στα κλαδιά των δέντρων.

Έρχονται οι νεράιδες
και του τραγουδούν.
Έρχεται η νύχτα
και του χορεύει.
Έρχονται τα πουλιά
και τον σκεπάζουν μην κρυώσει.
Έρχεται η μητέρα με τα πέπλα της
και του ψιθυρίζει παραμύθια και τραγούδια
για να κοιμηθεί.

«Ήτανε μια φορά ένα δράκος
που πήρε το νερό της πηγής …»
ή μάλλον, όχι,
«Ήτανε, μια φορά κι ένα καιρό, ένας βασιλιάς,
μ’ ένα απέραντο βασίλειο
και δέντρα μαγεμένα
και νερά και πηγές κι ελάφια
και μια όμορφη βασιλοπούλα …»

Όλα αυτά δεν τ’ ακούει ο πατέρας
που αναπαύεται τώρα στα τοπία του δάσους
που απλώνει τα πόδια στα κλαδιά των δέντρων
για να κοιμηθεί
που σκύβει στο μαλαματένιο νερό της πηγής
που αγκαλιάζει την πεντάμορφη βασιλοπούλα
που κουβεντιάζει με τα πουλιά και τα ελάφια
και τους λαγούς του δάσους
που ακούει τ’ άλογο να χλιμιντρίζει
που μελετά τις πατημασιές του στο χιόνι
που τον σκεπάζει, επιτέλους,
το πολύχρωμο πέπλο της αυγής.

Ο πατέρας είναι στα κλαδιά των δέντρων.
Αναπαύεται επιτέλους ο πατέρας.
Δεν ακούει τα τροχοφόρα
δεν βλέπει πια τους καπνούς
ούτε αναπνέει τη μοναξιά των δρόμων.

Έρχονται τα πουλιά και τον χαιρετούν
κοτσύφια πέρδικες αηδόνια
έρχεται κι η βασίλισσα του δάσους
έρχεται και ο Ερημίων από τη σκήτη του
με την προβιά
την τρίχινή του ζώνη
του φέρνει μέλι και ακρίδες
και μάννα του ουρανού.

Ο πατέρας στα κλαδιά των δέντρων αναπαύεται.
Κι η μητέρα του διαβάζει παραμύθια για να κοιμηθεί
.

26 Νοεμβρίου 2006

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Η Λυπημένη στο Μαγεμένο Δάσος,
ενότητα Η είσοδος του πατέρα στο μαγεμένο δάσος, 2008

Τα πατήματα των αλόγων

Έτσι είναι που ψηλαφώ συνωμοτικά
τα πατήματα των αλόγων.
Στο θόλο τ’ ουρανού ταξιδεύουν
όλα τα άλογα των αντρειωμένων της γης
οι οπλές τους ηχούν παράξενα τις νύχτες
έρημη η πόλη κι οι δρόμοι άφαντοι.
Έτσι είναι που ανεβαίνω μαζί τους
στο θόλο του ουρανού
έπαψα πια να κρύβομαι πίσω από τις πόρτες
ύμνοι και ικεσίες και φωνές μας ακολουθούν
κι εκείνα τα τραγούδια που ακούγαμε παιδιά.

Έτσι είναι που το τραγούδι της μητέρας επιστρέφει
χαρωπό
γυρνώ και πάλι με τα τραγούδια
που κουβαλούν στους ώμους οι αρματωλοί
να κι η αυλή μας να κι ο δρόμος να και το στενό
σε τούτο το στενό ξεψύχησε η ζωή μας
να κι ο Άη - Γιώργης
που όπου να ‘ναι θα φανεί
έφιππος
έφιπποι εισέρχονται
οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι του ουρανού
ολόλαμπρος εισέρχεται στα τοπία της νυχτός
ο στρατηλάτης άγιος
μαζί κι οι άγγελοι κι οι αρχάγγελοι του ουρανού.

Η μητέρα και πάλι τραγουδάει τον Άη-Γιώργη
τον καβαλλάρη
εμείς κλαίμε
μαζί μας κι ο άρχοντας του παραμυθιού
κι η κόρη η μονάκριβη
που πάει για τα σπίτια του δράκου
να κι ο καβαλλάρης
που φτάνει έφιππος με το κοντάρι του
όλα τα πτηνά φεύγουν μακριά πανικόβλητα
φεύγουν και τα ερπυστριοφόρα και τα άλλα πουλιά
έτσι είναι που ηχούν χαρμόσυνες οι καμπάνες του ύπνου
και το τραγούδι
με ένα τρόπο παιδικό, ανάλαφρο
της μητέρας.

7 Ιουνίου 2009

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Τα Χαρωπά Τραγούδια της Μητέρας, 2009