Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009
Χλόη Κουτσουμπέλη
Το αφιέρωμα στην ποίηση της Χλόης τελείωσε στις 22 του περασμένου Ιουλίου. Σας συνιστώ όλους θερμά να διαβάσετε τα ποιήματά της που περιλαμβάνονται σ’ αυτές τις θεματικές ανθολογίες. Παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από όσα έγραψα τότε για την ποίησή της.
«Έχω τονίσει κάπου ότι, αν με ρωτούσαν τι είναι ποίηση, θα τους έλεγα να διαβάσουν τα ποιήματα Αρχαίο κόσμημα, Χρόνος, Ροτόντα και μερικά ακόμη. Η μεγάλη δύναμη της Χλόης βρίσκεται στα σύντομα αυτά ποιήματα, στις πυκνές, πρωτότυπες, κρυστάλλινης διαύγειας και εκθαμβωτικής γοητείας συλλήψεις της. Η Χλόη παλεύει με τα παιδικά της τραύματα, με τα φαντάσματά της, με την αίσθηση της ματαιότητας και του θανάτου, με την ίδια την ουτοπία που ονειρεύεται και που είναι για πάντα απαγορευμένη. Παλεύει με πόνο, με πάθος, με μια καταλυτική ερωτική έκσταση.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη φέρει την αδιάψευστη σφραγίδα της δωρεάς. Είναι το αυθεντικότερο ποιητικό ταλέντο που έχω γνωρίσει στη ζωή μου».
Τρίτη 22 Ιουλίου 2008
Χλόη Κουτσουμπέλη
Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε επί 18 χρόνια στην τράπεζα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Σχέσεις σιωπής, 1984, Η νύχτα είναι μια φάλαινα, 1990, Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα, 2004, και Η λίμνη, ο κήπος και η απώλεια, 2006, καθώς και το μυθιστόρημα Ψιθυριστά, 2002. Έχει επίσης γράψει θεατρικά έργα και βιβλία για παιδιά.
Έχω τονίσει κάπου ότι, αν με ρωτούσαν τι είναι ποίηση, θα τους έλεγα να διαβάσουν τα ποιήματα Αρχαίο κόσμημα, Χρόνος, Ροτόντα και μερικά ακόμη. Η μεγάλη δύναμη της Χλόης βρίσκεται στα σύντομα αυτά ποιήματα, στις πυκνές, πρωτότυπες, κρυστάλλινης διαύγειας και εκθαμβωτικής γοητείας συλλήψεις της. Η Χλόη παλεύει με τα παιδικά της τραύματα, με τα φαντάσματα της, με την αίσθηση της ματαιότητας και του θανάτου, με την ίδια την ουτοπία που ονειρεύεται και που είναι για πάντα απαγορευμένη. Παλεύει με πόνο, με πάθος, με μια καταλυτική ερωτική έκσταση.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη φέρει την αδιάψευστη σφραγίδα της δωρεάς. Είναι το αυθεντικότερο ποιητικό ταλέντο που έχω γνωρίσει στη ζωή μου.
Κυριακή 19 Ιουλίου 2009
Χλόη Κουτσουμπέλη
Τις επόμενες μέρες θα έχω τη χαρά να αναρτήσω και άλλα ποιήματα επιλεγμένα από την τελευταία της συλλογή. Πρώτο καταχωρώ και εδώ το ποίημα της που διανυκτερεύει για να περάσει στο σώμα των ανθολογημένων ποιημάτων της.
Το «Χωρίς» είναι το προτελευταίο της συλλογής και φαίνεται να αποτελεί μια πικρή αποδοχή της μοναξιάς της. Υπάρχουν όμως και αγαθές μάγισσες που διώχνουν τις σκοτεινές στιγμές. Μπορεί σύντομα τα χέρια της να αγγίζουν και να γράφουν για μελλοντικές μωβ πλέον (με το ωμέγα ως επιφώνημα) ανεμώνες στη ζωή της.
Χωρίς
«Θα ζήσεις χωρίς»
είπε η μάγισσα
και μου έδωσε το φίλτρο
«τα κοχύλια σου θα γίνουν χέρια για να γράφεις».
«Μα χρειάζομαι τα χέρια για να αγγίζω
μικρές μοβ ανεμώνες να χαϊδεύω
τα μάτια του να ψηλαφώ
τις σκιές στα βλέφαρα κουπιά
το σώμα του να κολυμπώ».
«Δεν κατάλαβες λοιπόν»
είπε η μάγισσα
και το πρόσωπό της ράγισε
χίλιες μικρές ρυτίδες.
«Τα χέρια σου θα γράφουν
αυτά που ποτέ σου δεν θα αγγίξεις»
Χλόη Κουτσουμπέλη
από τη συλλογή Η αλεπού και ο κόκκινος χορός, 2009
Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012
Χλόη Κουτσουμπέλη - Παρουσίαση συλλογής
Την Παρασκευή 9 Νοεμβρίου στις 7.30 μ.μ.
στο βιβλιοπωλείο Βιβλιορυθμός,
Βασ. Ηρακλείου 47, Θεσσαλονίκη
θα παρουσιαστεί η έκτη ποιητική συλλογή της
Χλόης Κουτσουμπέλη
"ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ",
εκδόσεις Γαβριηλίδη 2012.
Θα μιλήσουν οι:
- Ιωάννα Αβραμίδου, μεταφράστρια - φιλόλογος
- Ανδρέας Καρακόκκινος, ποιητής
- Κώστας Παπαθανασίου, ποιητής
Στο πιάνο η Θεοδώρα Κυριακίδου
Υ.Γ. Τη συλλογή αυτή έχω ήδη ανθολογήσει στο Λιβάδι και συνιστώ στους αναγνώστες του ιστολογίου να διαβάσουν τόσο τα ποιήματα που έχω επιλέξει όσο και παλιότερα ποιήματα της εξαιρετικής αυτής ποιήτριας. Και βέβαια να πάνε στην εκδήλωση.
Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008
Κρυστάλλινη διαύγεια, εκθαμβωτική γοητεία (2)
και δύο της Χλόης. Κυρίως ερωτικά, όπως είναι
φυσικό. Όταν διάβασα για πρώτη φορά το «είμαι
κι εγώ μια νύχτα», δάκρυσα. Από τότε θυμάμαι
πάντοτε τη Χλόη με συγκίνηση και αγάπη.
Όταν μ' αγγίζεις ...
Όταν μ' αγγίζεις δεν είμαι ρόδο
Αλλά ρόδι
Σπασμένο στο πλακόστρωτο
Έτοιμη χειροβομβίδα.
Μυρτώ Αναγνωστοπούλου
από τη συλλογή Κυκλικά, 1982
Ποίηση
Κι αυτό οδύνη λέγεται
απρόσμενη φωνή
Να σκάβεις
να φανερωθεί
η ακέραια
μέσα όψη
Μυρτώ Αναγνωστοπούλου
από τη συλλογή Το χρονικό
των υποδόριων γεγονότων, 1995
Για πάντα
Δυο λέξεις φίδια
μεταξωτά
τυλίγονται
γύρω απ΄τον λαιμό μου.
Για πάντα θα μου λείπεις.
Χλόη Κουτσουμπέλη
δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος,
τεύχ. 9, Ιούνιος 2006
Φάσεις φεγγαριού IV
Είμαι κι εγώ μια νύχτα.
Χωρίς χρώμα, χωρίς όνομα
χωρίς απελπισία, χωρίς έκσταση,
χωρίς μυρωδιά, χωρίς ταυτότητα,
χύνομαι και χάνομαι,
κανείς δεν με αιχμαλωτίζει,
και δεν ανήκω κανενός
μα ούτε και στον εαυτό μου.
Μόνο πού και πού,
όταν στα δύο με ξεσκίζει η αυγή,
κλαίω μεθυσμένη
σε μια γωνιά του δρόμου.
Χλόη Κουτσουμπέλη
από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα, 1990
Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016
Παρουσίαση στον Βιβλιορυθμό
Τρίτη 17 Ιουνίου 2008
Γη της επαγγελίας ΙΙΙ

που τούτο το μολύβι
δεν αφήνει μελάνι
αλλά ίχνη από λιωμένο ουρανό
ούτε με φοβίζει
πως αντί για χαρτί
γράφω πάνω στο κορμί σου,
ζεστή αμοιβάδα από μυρωμένο χαμομήλι,
ολόγυρα, παντού.
Με φοβίζει μόνο
που κάποια μέρα,
θα γράφω πάλι σε χαρτί
ποιήματα με μελάνι.
Χλόη Κουτσουμπέλη
από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα, 1990
Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012
Η πρώτη πανσέληνος στον κόσμο
Φορούσα κουρέλια κι έτρεχα στα τέσσερα
είχα τυλίξει τα πληγιασμένα πόδια σε φύλλα δέντρων
πατούσα σε θραύσματα από παλιά ρολόγια
ένας κούκος χτυπούσε διαρκώς μεσάνυχτα
είχα μόλις αντέξει την εποχή των παγετώνων
και το καλοκαίρι έσταζε καυτό ιδρώτα
δεν είχα γονείς ούτε ιστορία
θυμόμουν μόνο το αυγό που έσκασε
και τον κόκκινο κρόκο που ήλιος ξεπήδησε από μέσα
Σε είδα ξαφνικά ψηλό και ακίνητο
στη μέση εκεί του πουθενά
να μου ανοίγεις διάπλατα τα χέρια
Τυφλά χώθηκα στην αγκαλιά σου
και η πρώτη πανσέληνος γεννήθηκε στον κόσμο
Χλόη Κουτσουμπέλη
από τη συλλογή Στον αρχαίο κόσμο
βραδιάζει πια νωρίς, 2012
Σάββατο 14 Ιουνίου 2008
Aρχαίο κόσμημα
ενωμένες ακατάλυτα, τελεσίδικα, διαχρονικά
προαιώνια ιεροτελεστία
να μεταφέρουν μια σταγόνα μέλι στην κυψέλη
Και κάθε άλλο ποίημα για αγάπη ξεθωριάζει.
Από τη συλλογή Η Νύχτα είναι μια φάλαινα (1990)
Σάββατο 21 Ιουνίου 2014
Οι στοιχειωμένοι έρωτες
Για να ξορκίσεις στοιχειωμένο έρωτα
δεν αρκεί να ξαραχνιάσεις το δωμάτιο
να δεθείς γυμνός με ωτοασπίδες
σε κατάρτι σπιτιού που επιπλέει
να υιοθετήσεις κοράκι υπηρέτη
με μαύρη ρεντιγκότα και στιλπνά παπούτσια
για να επιμεληθεί της νεκρικής πομπής.
Οι στοιχειωμένοι έρωτες
κοιμούνται σε σεντούκια
με το ένα μάτι μισόκλειστο
σε αργή αναμονή.
Δεν βιάζονται ποτέ.
Ξέρουν πως το παιχνίδι τους ανήκει.
Πως σε κάθε αναμέτρηση
είναι αυτοί οι βέβαιοι νικητές.
Την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν
και μπήγουν τα λευκά τους δόντια
στην καινούργια σου ζωή.
Χλόη Κουτσουμπέλη
από τη συλλογή Κλινικά απών, 2014
Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008
Τηλέμαχος Αλαβέρας (1926 - 2007)
Για μένα όμως, πάνω απ' όλα, ο Τηλέμαχος Αλαβέρας ήταν στενός φίλος μου. Παραθέτω λοιπόν το δικό μου κείμενο ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη του Τηλέμαχου.
Το δέντρο του δικού μας δάσους
Η Αγνώστου Στρατιώτου και η Μητσαίων ήταν η γειτονιά μας. Απέναντι ακριβώς από το τέταρτο αστυνομικό τμήμα και κάτω απ’ τον Άη Δημήτρη και το Εργατικό Κέντρο στην Ολύμπου. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αρχαία αγορά και όταν η Πλατεία Δικαστηρίων ήταν ακόμη μια απέραντη γυμνή και κακοτράχαλη αλάνα με ένα λυμφατικό πάρκο στη μέση, περιφραγμένο με συρματοπλέγματα. Εκεί, οι τέσσερα - πέντε χρόνια μεγαλύτεροι, όπως ο αδερφός μου, ήταν οι ήρωες μας, οι ακόμη μεγαλύτεροι, πρόσωπα μυθικά.
Αν, λοιπόν, απ’ την εξώπορτά μας στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου 4, ως τη δική του στην οδό Μητσαίων 3, ήταν δεν ήταν πενήντα μέτρα, από τα δέκα δικά μου χρόνια ως τα είκοσι δύο του Τηλέμαχου μεσολαβούσε μια άβυσσος. Η άβυσσος που υπάρχει απ’ τον πιτσιρικά του 22ου τότε δημοτικού σχολείου, γωνία Αγίας Σοφίας και Φιλίππου, απ’ την πάνινη μπάλα ή τη φωνή απ’ τον δρόμο «μαμά, τι φαγητό έχουμε», ως τον έφεδρο ανθυπολοχαγό του εθνικού στρατού κάπου στα βουνά της Ηπείρου, σ’ ένα θανάσιμο αγώνα με «Τ’ αγρίμια του άλλου δάσους». Έτσι, τον Τηλέμαχο τον άκουγα, ίσως και να τον έβλεπα καμιά φορά από μακριά, όταν έπαιζα με την τσακαλοπαρέα μπίλιες, αγιούτο, κρυφτόμπικο και χίλια δυο άλλα αυτοσχέδια παιχνίδια στο χώμα έξω απ’ το παράπλευρο γκαράζ του Μπεμπελέκου, μα δεν τον γνώριζα. Γνώριζα λίγο τη μητέρα του στο παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματος, γνώριζα λιγότερο τον Άγι, τον μικρότερο αδερφό του, μα εκείνος ήταν ψίθυρος μακρινός, ένα δέος.
Τον γνώρισα από σπόντα, περίπου εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, μέσα στη δικτατορία και λίγο μετά την επιστροφή μου απ’ το Λονδίνο. Περνούσα ένα απόγευμα έξω απ’ το βιβλιοπωλείο του Αναγνωστάκη, όταν ο Μανόλης με φώναξε και μου είπε, «ο Συνεργάτης Α. που σου έγραψε την κριτική στον Ελληνικό Βορρά για το Αλμπατζάλ, είναι ο Αλαβέρας. Να του τηλεφωνήσεις και να τον ευχαριστήσεις». Του τηλεφώνησα, τον ευχαρίστησα, με κάλεσε στο γραφείο του στη Βενιζέλου και έτσι γνωριστήκαμε από κοντά, ενήλικες και οι δύο πλέον. Ο Τηλέμαχος θυμόταν τον πατέρα μου, ήξερε την ιστορία της οικογένειάς μας, ενώ τη δική μου ύπαρξη μάλλον την είχε καταλάβει απ’ τα διηγήματά μου. Ακολούθησε η δική μου γνωριμία με τη Ρούλα, η δική του με τη Σοφία, η μετάβαση απ’ τον πληθυντικό στον ενικό, η φιλία. Μεταξύ όλων μας. Ακολούθησαν περίπου τριανταπέντε χρόνια στενής συνεργασίας μας στη Νέα Πορεία, στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρίας Λογοτεχνών, στην επιμέλεια της έκδοσης πολλών βιβλίων μου.
Θα μπορούσα άνετα να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο για όλα αυτά και για πολλά άλλα. Και πάλι να αφήσω τα μισά απ’ έξω. Δεν πρόκειται βέβαια ποτέ να το χωνέψω ότι ο Τηλέμαχος δεν θα είναι εκεί. Ψηλός, ευγενικός, αυστηρός μα και οικείος, περιτριγυρισμένος από στοίβες βιβλία, περιοδικά, χειρόγραφα, εκείνος που ήξερε σχεδόν τους πάντες και τα πάντα στον χώρο μας κι εκείνος που αισθανόταν ταγμένος να υπηρετήσει απαρέγκλιτα το «δέον» στη λογοτεχνία. Δεν πρόκειται να χωνέψω ποτέ ότι δεν θα μπορώ πλέον, περνώντας απ’ τη Βενιζέλου, να ανεβώ επάνω για έναν καφέ και μια φιλική κουβέντα. Για να τον ακούσω να μου διαβάζει ένα καινούριο διήγημά του.
Έμαθα πολλά απ’ τον Τηλέμαχο. Έμαθα για τη γειτονιά μας, για κείνους που είχαν προηγηθεί, για όσα είχαν γίνει στην Κατοχή και αργότερα. Γεγονότα και λεπτομέρειες απίθανες απ’ τα βιβλία του και ιδίως προφορικά απ’ τον ίδιο. Έμαθα για τις παλιές λογοτεχνικές παρέες στην πόλη μας, έμαθα ότι το «καλό» είναι μεγάλη κουβέντα για ένα βιβλίο, έμαθα ακόμα να μην υποκύπτω στις ευκολίες, να είμαι ο πρώτος και ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Να προσπαθώ να τιθασεύσω την οργή που φούντωνε μέσα μου από την προκλητική αδικία, από την άγνοια και την ανοησία στον περίγυρο, την περίφημη «ελληνική πραγματικότητα». Άσχετα αν ήταν αδύνατον να τα εφαρμόσω πάντοτε κι αν, με την έκρηξή μου, έχανα συχνά το δίκιο μου.
Έμαθα ακόμη να συνεργάζομαι αρμονικά με έναν αληθινό επαγγελματία της τέχνης, που είχε διαφορετική οπτική, διαφορετική στάση στη ζωή. Έμαθα. Κι ας αμφισβητούσα τα πάντα, κι ας πίστευα ότι δεν είχα πια τίποτα να μάθω. Όχι ότι δεν είχαμε τις διαφωνίες μας και ότι δεν είχε επικρατήσει μεταξύ μας για ένα διάστημα μια βουβαμάρα. Όμως, πάντοτε υπερίσχυε η εκτίμησή μου για κείνον και η δική του, πιστεύω, τρυφερότητα για μένα. Πάντοτε υπερίσχυε όχι η οποιαδήποτε λογοτεχνική σκοπιμότητα ή συμφέρον, αλλά η ζεστασιά, η θαλπωρή της γειτονιάς, κάτι σαν το καθαρό χαλάκι στην εξώπορτα, εκείνο το φευγαλέο άρωμα απ’ τα περασμένα.
Όλα αυτά τα χρόνια, τον υπερασπίστηκα όπως μπορούσα το δίκιο του και με υπερασπίστηκε εκείνος στο δικό μου. Χάρη δεν θέλησα ποτέ και χάρη δεν μου έκανε. Εκτός ίσως από την κατανόηση, την εγκαρτέρηση που έδειχνε στις απόλυτες αντιλήψεις μου και σε μερικά ξεσπάσματά μου. Και κάθομαι και σκέφτομαι τώρα τι ήταν ο Τηλέμαχος και τι έχει απομείνει, τι θα απομείνει από τον ίδιο και το έργο του. Συχνά έλεγε σκωπτικά ότι «στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν στρατιώτες, όλοι είναι στρατηγοί». Συχνά έλεγε ακόμη ότι «όσο ζει κανείς, έχει καλώς, όταν πεθάνει, όλοι βιάζονται να τον ξεχάσουν». Κι έφερνε για παράδειγμα τον σπουδαίο Σπανδωνίδη και άλλους. Ε, λοιπόν, πέρα απ’ την οποιαδήποτε αποτίμηση των ειδικών για το έργο του και τη γενικότερη προσφορά του, για μένα ο Αλαβέρας ήταν ένας κυβόλιθος. Από κείνους που θεμελιώνουν μια συνέχεια στον μεγάλο δρόμο της λογοτεχνίας. Μπορεί όσοι πατάνε αργότερα αυτόν τον δρόμο να μην τον προσέχουν ιδιαίτερα, να θεωρούν τη θέση και τη δύναμή του φυσική και αυτονόητη. Ωστόσο, αυτός και μερικοί ακόμη σαν κι αυτόν είναι που στηρίζουν τα δικά τους βήματα.
Ύστερα, με τρόπο παράξενο, έρχεται στο μυαλό μου ένα παιδί της γειτονιάς που πια μεγάλωσε, το χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει και η λάμψη στα μάτια του που δεν κρύβεται. Αυτό είναι που επιμένει και η φράση «έλα τώρα, ρε μπαγάσα». Και λέω τότε ότι ο Τηλέμαχος ήταν ένα ψηλό δέντρο με βαθιές ρίζες, που αντλεί απ’ τη γη κι από τον ουρανό. Το δέντρο του δικού μας δάσους.
Κυριακή 5 Αυγούστου 2012
Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009
Ένας τόπος χωρίς γεωγραφία
Σ’ αυτή τη διάσταση της δημιουργίας ο καλλιτέχνης δεν είναι ποτέ μόνος κι όμως ζει την απόλυτη μοναξιά. Δεν υπάρχει τίποτε πιο προσωπικό από τα όνειρα ή τους εφιάλτες μας, τίποτε πιο προσωπικό από την τέχνη. Και τίποτε πιο καθολικό, τίποτε που να συνδέει τα ανθρώπινα όντα περισσότερο από την τέχνη. Γιατί η τέχνη αναπαριστά τα όνειρα και τους εφιάλτες που μας κατοικούν, τους αρχέγονους φόβους, τις πρωταρχικές μας ανάγκες, τη βαθιά μοναξιά μας, την ανάγκη μας να αγγίξουμε τον Άλλον, αυτόν που μας γνέφει μέσα από τους καθρέφτες, στην άλλη όχθη της Λίμνης.
Όταν γράφω ονειρεύομαι και όταν ονειρεύομαι γράφω. Υπάρχει ένας τόπος και ένα χρόνος κοινός, ένας τόπος χωρίς γεωγραφία κι ένας άχρονος χρόνος, μια κοινή περιοχή του ασυνείδητου ατομικού και συλλογικού, μια θάλασσα από λάβα και σύννεφα και χαμένα πουλιά και έντονα χρώματα και πληγές και τεράστιες ματωμένες πεταλούδες και μικρές πολικές αρκούδες στο μέγεθος του δάχτυλου και εσύ μια σκιά της ψυχής μου, η ίδια μου η ψυχή.
Όταν γράφω ή ζωγραφίζω ή παίζω αυλό ή λύρα ή με κοφτερή πέτρα χαράζω ζώα στις σπηλιές, δεν είμαι εγώ, δεν είμαι εκεί, είμαι μέσα στο όνειρο, στον εφιάλτη μου, μέσα στην Τέχνη.
Χλόη Κουτσουμπέλη
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέο Επίπεδο,
τεύχος 33/5, Μάιος 2009
Τρίτη 17 Ιουνίου 2008
Παιδική ηλικία
Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008
Διάλογος

- Μέσα από
παράθυρο κλειστό
βλέπω ένα κορίτσι
με ματωμένα φτερά
πετάει μες στο σπίτι
και το βάφει κόκκινο,
φοράει παπούτσια από δάκρυα
χαράζει τις φλέβες με ξυράφι.
- Μύρισέ με.
- Είσαι βελούδινη
κι επικίνδυνα γλιστρώ
στα τοιχώματα της ορχιδέας
έτοιμος να γκρεμιστώ
στην πιο βαθιά σχισμή του εγώ σου.
- Γνώρισέ με.
- Τότε στον Κήπο
ήμασταν Δέντρο
οι ρίζες μας χώνονταν στο χώμα
δεν ξεχώριζε ο κορμός,
ύστερα ο Μεγάλος Ξυλοκόπος
μας χώρισε στα δυο.
Τώρα βουτώ το δάχτυλο στο στόμα σου
γεύση κανέλας και πιπερόριζας με μέλι.
Σε θυμάμαι.
- Κράτησέ με.
- Κάτω από την αμασχάλη
υπάρχει μια φωλιά
μόνο για σένα,
αποδημητικό πουλί του πόνου.
- Μην φύγεις.
- Το υπόσχομαι.
Στις πασχαλίτσες των μεγάλων ταξιδιών
στα σαλιγκάρια των ασημένιων φεγγαριών
στον μικρό γίγαντα
που πιπιλάει το δάχτυλο
κάτω από τη βελανιδιά
και το μικρό κορίτσι
που ψάχνει τη μαμά του στο σκοτάδι.
- Τι σημαίνει για πάντα;
- Εμείς.
Χλόη Κουτσουμπέλη
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πανδώρα, τεύχ. 22,
5.2008 - 11.2008
Δευτέρα 19 Απριλίου 2021
Απειλή
Τρίτη 28 Ιουνίου 2016
Ο στρόβιλος
Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.
Οι δικοί μου νεκροί καθονται
μπροστά σ' ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματα της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνονται τότε τα γυαλιά στη μύτη.
Θροϊζει ο αέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.
Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.
Χλόη Κουτσουμπέλη
από τη συλλογή Οι ομοτράπεζοι μιας άλλης γης, 2016
Τρίτη 15 Ιουλίου 2008
Επιστροφή

Woman in the Wilderness
by Kazuya Akimoto
Η Γυναίκα επέστρεψε στο σπίτι,
άναψε το τζάκι,
έβαλε την τσαγιέρα στη φωτιά,
άρχισε να ζυμώνει το ψωμί.
Κάποιος μπορούσε να μετρήσει
του κόκκους σκόνης
που φώτιζε η ηλιαχτίδα
πάνω στο ξύλινο τραπέζι.
Ο Άντρας μπήκε στην κουζίνα
πλύθηκε βιαστικά
δεν την άγγιξε καθόλου
τα παιδιά έφαγαν πρωινό.
Όλα ήταν ίδια όπως πριν.
Εκτός από μια γαλάζια τούφα
ουρανού στα μαύρα της μαλλιά.
Χλόη Κουτσουμπέλη
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο,
τεύχ. 80, Ιανουάριος - Μάρτιος 2008
Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008
Χωρίς

Ύπουλα, κάθε μέρα
και κάτι έχανα.
Από μια τρυπούλα στο πουλόβερ
χυνόταν λίγο λίγο η καρδιά,
σαν βρύση που στάζει.
Κι ύστερα μια μέρα ξαφνικά.
Απροειδοποίητα,
όπως πάντα συμβαίνει,
αυτό πάτησε στα ακροδάχτυλα,
είδαμε τις πατημασιές αργότερα
στα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές,
πίεσε το πρόσωπό μου αθόρυβα
σ' ένα άσπρο μαξιλάρι,
ύστερα,
κρώξιμο γλάρων στη θάλασσα,
μαύρα κοράκια στους πύργους,
ταξίδι στην Ιρλανδία,
στη χώρα των χαμένων ποιητών
οι ποιητές χάνονται και βρίσκουν,
κομμάτια χαλάζι στα μάτια,
φίλοι σε διπλανά κρεβάτια
χωρίς πάπλωμα,
η μοναξιά του απορροφητήρα στην κουζίνα,
μία κότα αφήνει τα ορνιθοσκαλίσματά της
στο λευκό χαρτί,
και τότε αυτό υπεισέρχεται
τα κάστρα πέφτουν πάντα από μέσα,
η οικοδέσποινα με χάρη παραδίνει
την αρμαθιά με τα βαριά κλειδιά
περασμένη μες στη ζώνη.
Και έτσι το χωρίς εγκαταστάθηκε
στο σπίτι της οδού Καραολή,
φόρεσε την λευκή του νυχτικιά
και ξάπλωσε κοντά μου στο κρεβάτι.
Χωρίς συναίνεση,
χωρίς συμπόνοια,
χωρίς δράματα.
Απλά.
Σαν από την αρχή
αυτό να ήμουν εγώ
κι εγώ αυτό.
Χωρίς.
Χλόη Κουτσουμπέλη
από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα, 2004
Τρίτη 15 Ιουλίου 2008
Εκούσια

Revenge of the Goldfish, 1981
ceramic fish, furniture, live models
Ι
Στην αρχή συνέβαινε μονάχα στα όνειρα.
Κάποιος άνοιγε την πόρτα του κορμιού της
και γλιστρούσε μέσα του.
Ποτέ δεν του παραχωρούσε από μόνη της
το κλειδί της μυστικής της κρύπτης.
Όμως αυτός το ανακάλυπτε,
μία ελιά στον αριστερό της ώμο
ή ένα μικρό δελφίνι κάτω από τον ομφαλό.
Όταν αυτή ξυπνούσε,
το πρώτο που έκανε
ήταν να ψάξει για χρυσόψαρα.
Απ' αυτά που πλέουν στο δωμάτιο
και στροβιλίζονται αθόρυβα
σαν φωτεινοί κόκκοι από σκόνη.
Μετά, όταν θυμόταν,
δεν ένιωθε πόνο ή ενοχή.
Μόνο ανακούφιση
σαν κάτι παλιό και χαμένο
απρόσμενα να βρέθηκε,
ή σαν να θυμήθηκε κάτι
ανέλπιστα οικείο.
ΙΙ
Στην αρχή συνέβαινε μόνο στα όνειρα.
Ύστερα συνέβαινε γενικά.
Αυτός την συναντούσε,
κάτω από τα δέντρα το σούρουπο,
ή όταν κεντούσε στο μπαλκόνι της.
Δεν πάλευε ποτέ, δεν του αντιστεκόταν.
Την γοήτευε που αυτός γνώριζε τόσο το κορμί της.
Αναρωτιόταν μόνο πόσο παλιά ήταν η γνώση του.
Αναρωτιόταν αν την αγαπούσε.
ΙΙΙ
Βαθιά μες τα κύματα
με τα μαλλιά λυτά
και τότε αυτός
μόνο κοίταζε
μαύρα,
μαύρη νύχτα τα μάτια του
και αυτή χωρίς
και αυτός την κοίταζε
κι ύστερα την άγγιζε
και εισχωρούσε, εμβάθυνε,
διαπερνούσε,
έπαιζε,
χωρίς
ναι
τότε
τώρα
ξανά
πάλι
πόνος
βαθιά
πάνω στα κύματα χόρευε
και ο πόνος μέσα της
βάθαινε
γιατί τα χρυσόψαρα
δεν ξέρουν να πετούν
και αυτός γνώριζε το κορμί της
αλλά η ψυχή
η ψυχή ήταν άπιαστη
η ψυχή ήταν χρυσόψαρο
απ' αυτά που
τις νύχτες
μπλέκονται στα όνειρα.
ΙV
Ύστερα χώρισαν.
Παντρεύτηκαν, ταξίδεψαν, κάναν πολλά παιδιά,
ζήσαν καλά κι εμείς καλύτερα.
Έπαψε να έρχεται στα όνειρα της,
έπαψε να μπαίνει στο κορμί της.
Μεγάλωσε, μίκρυνε, άλλαξε.
Κι αυτή.
Ούτε που μπόρεσε να ξαναδεί χρυσόψαρα
στα δέντρα του ασημένιου κήπου.
Χλόη Κουτσουμπέλη
δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος,
τεύχ. 6, Ιούλιος 2005