Που λες, Βικτωρία, βυθίστηκα ένα βράδυ στη μοναξιά σου
προσέχοντας μη σκοντάψουν τα βήματα μου
ανάμεσα σε προσφυγιάς αντίσκηνα
να σκύβεις τρυφερά σα νοσοκόμα ή μάνα
πάνω από τον αβάσταχτο μας πυρετό.
Έλα, σε χρειαζόμαστε.
ούτε μανάδες μ’ αγριεμένο βλέμμα,
κι' όπου το φως κι' η αγάπη πλέκονται καλάθια
για να προσφέρουν το τραγούδι των πουλιών
τροφή, γι' αυτούς πού περιμένουν τούς χαμένους.
Έλα, σε χρειαζόμαστε.
Τιμητική σου δώσαν θέση σε τραπέζια γάμου
και σ' ακουμπήσανε σεμνά σε φέρετρα ηρώων.
Την πέννα βούτηξε μες στο σφυγμό μας, όπως πάντα
κι έλα, σε χρειαζόμαστε.
κι' εσείς, Οδυσσέα, Μανώλη, Έλλη, Τατιάνα,
Νότη, Κωστούλα, Ελένη
γνωστά κι' άγνωστα κύτταρα της μήτρας πού μας γέννησε
τώρα πού συντελείται ένας χαλασμός
και μια καινούργια γέννα
ελάτε, σας χρειαζόμαστε.