Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Έλλη Παιονίδου. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Έλλη Παιονίδου. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Αποστολέας, Κύπρος "76


Που λες, Βικτωρία, βυθίστηκα ένα βράδυ στη μοναξιά σου
προσέχοντας μη σκοντάψουν τα βήματα μου
στις διάφανες λέξεις σου
σ' είδα να περιφέρεσαι ολόλευκη κι αιώνια νέα
ανάμεσα σε προσφυγιάς αντίσκηνα
να σκύβεις τρυφερά σα νοσοκόμα ή μάνα
πάνω από τον αβάσταχτο μας πυρετό.
Έλα, σε χρειαζόμαστε.

Λοιπόν, Νικηφόρε, ας ρίξουμε μέσα στο ποτάμι
Μπές ένα καράβι στο σχήμα του νησιού να το ταξιδέψουμε
σε κόσμους όπου δεν υπάρχουν σύνορα
ούτε μανάδες μ’ αγριεμένο βλέμμα,
κι' όπου το φως κι' η αγάπη πλέκονται καλάθια
για να προσφέρουν το τραγούδι των πουλιών
τροφή, γι' αυτούς πού περιμένουν τούς χαμένους.
Έλα, σε χρειαζόμαστε.

Λοιπόν, Γιάννη, τα πλατειά στόματα του λαού μας
σε τραγούδησαν
σ' ώρες χαράς και σ' ώρες πένθους
Τιμητική σου δώσαν θέση σε τραπέζια γάμου
και σ' ακουμπήσανε σεμνά σε φέρετρα ηρώων.
Την πέννα βούτηξε μες στο σφυγμό μας, όπως πάντα
κι έλα, σε χρειαζόμαστε.

Κι' εσύ, Ρίτα, των χίλιων σκοτωμένων κοριτσιών
κι εσύ, αθεράπευτε εραστή της Ρωμιοσύνης, Μίκη,
κι' εσείς, Οδυσσέα, Μανώλη, Έλλη, Τατιάνα,
Νότη, Κωστούλα, Ελένη
γνωστά κι' άγνωστα κύτταρα της μήτρας πού μας γέννησε
τώρα πού συντελείται ένας χαλασμός
και μια καινούργια γέννα
ελάτε, σας χρειαζόμαστε.

1976
 
Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Ο κύκλος της καταγγελίας, 1977

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Δεν γράφεις ποίηση πια

(έργο του Ντίνου Παπασπύρου)

Ρομαντικό το σκηνικό, παγκάκι
στο κύμα απάνω
κι η ρόδινη πανσέληνος
λούζεται στο νερό.
Σφουγγάρι πραϋντικό η ώρα
σβήνει με γενναιοδωρία
χρέη, λογαριασμούς, στατιστικές.

«Δεν γράφεις ποί …»
δεν το ‘πες, μα το πέρασες
από το διαδίκτυο των δακτύλων
που μ’ ακουμπήσαν αμυδρά.
Σκίρτησα.
Είχα ξεχάσει
το καίριο
κι ακαριαίο της αφής.

Δεν γράφεις πια
Όπως : δεν είσαι εκείνη πια.

Δεν είμαι εκείνη, αλήθεια
που ατενίζει στη φωτογραφία
κάπου μακριά, τοπίο γαλανό.

Δεν είμαι εκεί –
νη πια. Εδώ είμαι τώρα
σ’ αυτό το «γαλανό» μακριά.
Καλπάζοντας
ασθμαίνοντας
στην πλάτη κουβαλώντας τα επιούσια
έφτασα επιτέλους.

Ξέμειναν πίσω πράγματα, μικρά, μεγάλα
φοβάμαι ξέμεινε κι η ποί-

Δεν γράφεις πια -
Όπως δεν είσαι πια.


Έλλη Παιονίδου
δημοσιεύτηκε στο περ. η λέξη,
αφιέρωμα στην κυπριακή ποίηση,
τεύχ. 203 – 204, ιανουάριος – ιούνιος 2010

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Πεύκο της Κύπρου


Αγωνίζεσαι, σαν ηρωικός δρομέας,
να κρατήσεις τη σκυτάλη της αξιοπρέπειας.
Στις γυμνές ανηφοριές σοφός σου σύντροφος
το τζιτζίκι, και το διψασμένο του τραγούδι.
Πεύκο, πεύκο της Κύπρου, σαν και τη ψυχή της
που αγωνίζεται να κρατήσει μιαν αλήθεια
που όλο πάει να της ξεφύγει
εδώ κι αιώνες.  

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Χώμα της Κύπρου, 1971

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Ώρες Αιγαίου (9.00 - 11.00 - 17.00)


9.00
 
Εvα έvα ξεδιπλώvovται τα μυστικά
κι'εσύ θαρρείς πως ότι λάμπει είvαι για σέvα.
Μα για δoκίμασε vα φυλακίσεις
τoυς καθρέφτες τoυ vερoύ
ώρα πρωιvή μαγιάτικη!
Πράσιvες πεταλoύδες, κίτριvα πoυλιά
και στo πoτήρι σoυ μια ιδεα βύσσιvo.

 
11.00
 
Κρέμασε τη χρυσή τoυ λύρα o Φoίβoς
στης ακακίας τov αvθό.
Χoρδές μετάξι απo χλωρό κoυκoύλι.
Ηχoι τρυπoυvε της σιωπής τo πoυπoυλέvιo στρώμα.
Στ'αρχαίo αλώvι oι θυμωvιές κρατάvε τηv αvάσα.
Ωρα μεγάλη καρτερoύv.
Ωρα λεπίδι και πελέκι.


17.00

Λευκό παvί τo καραβάκι και ξεκίvησε.
Βαρύς o ίσκιoς σoυ, δεv τov σηκώvεις άλλo.
Στo βάζo γιασεμιά. Τραπεζoμάvτηλo τριαvταφυλλί.
Εvα τραγoύδι παιδικό κι'εvα παράθυρo αvoιγμέvo.
Χαλκoμαvίες γύρω απ'τηv καρδιά σoυ
βρόχoς και καταφύγιo.
Μα θα ξαvάρθεις, δεv μπoρείς.


Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Ώρες Αιγαίου, 1983
 

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Η πομπή ή αφήγηση


Και τότε πήραμε το δρόμο προς το σκοταδι
κρατώντας σφιχτά στις χούφτες την καρδιά μας
σαν πρόσφορο για τον εσπερινό.
Μπροστά οι γέροντες, όπως συνηθίζεται
πίσω οι γυναίκες, διπλωμένες στα δυό.
Μετρούσαμε τα βήματα μας, ένα ένα
σαν μεθυσμένους κτύπους ρολογιού. Η σιωπή
έκοβε φύλλα ασήμι και τ' απίθωνε στις πληγές μας...
Ξαφνικά θυμηθήκαμε τους νεκρούς.
« Όχι, όχι αυτό», είπε η γυναίκα με το χάλκινο πρόσωπο
κι έπεσε σε βαθειά συλλογή.
Η Μαρία την κοίταζε γελαστή. Στο βλέμμα της έπλεαν
λευκά προικιά κι' ένα ολάνθιστο νυφικό.
«Γιατί;» ρώτησε η γυναίκα με το χάλκινο πρόσωπο
«Μα, είμαι ακόμα βρέφος, δε βλέπετε,
δεν έχω ακόμα γεννηθεί»
είπε η Μαρία κι άρχισε γυμνή το χορό.
Οι γέροντες σήκωσαν τούς χιτώνες τους στο πρόσωπο.
«Εδώ, είπε ο αρχιερέας, θα φυτέψουμε ένα δέντρο»
Σφήνωσε την οβίδα στο χώμα.
«Ποτίστε, είπε, το δέντρο καλά». Γύρω ήταν μόνο κάρβουνο,
Και στο βάθος ένα καμπαναριό χωρίς εκκλησιά.

 Ένα παιδί φώναζε «μάνα» κι' η μαχαιριά μπήκε ολόισια
στην πληγή του στρατιώτη.
«Μάνα, δώσε μου το άσπρο πουκάμισο»

Ήταν Κυριακή πρωί κι' η Κερύνεια βγήκε φιλάρεσκα
στο σεργιάνι.
Πραματευτάδες, τουρίστες, βαρκάρηδες,
και ψηλά στο κάστρο ένας ποιητής κάνει διάλογο με τη ζωή.
Μια Κυριακή πού μοσχομύριζε ψημένο καφέ και γιασεμιά...
Ρήνα που μάζευες βότσαλο βότσαλο το χαμένο πολιτισμό
τον διπλοκλείδωνες στην κασέλα που σκάλισες η ίδια
με το χέρι.
Ρήνα, η Κερύνεια μας πήρε νύχτα το δρόμο προς το πέλαγο,
βράχηκαν τα πόδια της, ψάρια μπλέχτηκαν στα μαλλιά της,
Το αρχαϊκό καράβι σάλπαρε, τρέχα Ρήνα, να προλάβεις...
Το πρωί η πομπή συνέχισε το δρόμο.
Κρυώνω, είπε η Μαρία, και κουλουριάστηκε στο χώμα
Μια γριά σήκωσε στον ουρανό το κεφάλι.
Το παιδί στρίγγλισε. Δεν είχε πια πρόσωπο
δεν είχε χέρια, μόνο ένα μακρύ
λαιμό κι' ένα μαύρο μαντήλι.

Στην 'Αμμόχωστο σεριανάει η ψυχή σου, Θοδόση.
Δεν βρίσκει ανάπαυλα. Αναζητάει τη Ρήγαινα
ψάχνει στις βενετσιάνικες σκάλες, στις πολεμίστρες,
στα υπόγεια
ακόμα και μέσα στις κόχες των ματιών
του σκοτωμένου παιδιού
Πού είναι οι άνθρωποι, οι ανεμόμυλοι, τα μελίσσια;
Πού είναι ό Πενταδάκτυλος, Παναγιά μου, με τις πληγές του,
Κι η Σαλαμίνα μας, με τούς απόηχους εκείνων των καιρών
Πού είναι η αυγή μας, το σούρουπο
με τα βασανιστικά του ρόδα...
«Αυτό το σκοτάδι», είπε και μπήκε πιο βαθειά στη γη.
Έξω έμειναν τα χέρια της, και μια τούφα από τα μαλλιά της
 χρώμα μελί.

Μπροστά μας, πίσω μας, μέσα μας: Σκοτάδι,
τα κοράκια οσφραίνονται καμένες σάρκες.
Τα σκυλιά πήραν ανθρώπινη λαλιά.
Ψάχνουμε, τραγουδούν λυπημένα,
για μια σειρά μαργαριταρένια ερωτηματικά.
Τώρα πού σας γράφω η πομπή σταμάτησε για λίγο.
Αύριο πάλι;
 
1974, 'Οκτώβρης

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Ο κύκλος της καταγγελίας, 1977

 

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Μια γυναίκα της Αμμοχώστου την Κυριακή 14 Ιούλη 1974


Κάθομαι στην αυλή μου, κάτω απ' τον ίσκιο της κληματαριάς
και κοιτάζω χωρίς να βλέπω το σκοτεινό αύριο.
Κάθομαι και μπαλώνω τις κάλτσες του στρατιώτη μου.
Το άσπρο του πουκάμισο περιμένει γαλήνιο
ν' ακούσει το σφύριγμα του.
Η κληματαριά μου ζωγραφίζει κλαίοντας
ανάμεσα στα σκιερά και φωτεινά φυλλώματα
την εικόνα που κοιτώ, μα δε διακρίνω,
πίσω από τον πέπλο της ημέρας που θαρθεί.
Κλείσε, μου λέει, τα μάτια σου σφιχτά να μην ιδείς
το σγουρό του κεφάλι ατή βρώμικη άσφαλτο
τα μάτια του ανοιχτά στον ήλιο...
Το βλέμμα μου αφηρημένο ξεκουράζεται
στο στρογγυλό βασιλικό
θα ρίξω μια κορφούλα στο γλυκό το μόσφυλο
που ετοίμασα για τ' αρραβώνιασμα της θυγατέρας
μοσχοβολάει αγνότη σαν την παρθενιά της.
Νάτη, κεντάει στο πλάι μου, ίδια η Αροδαφνού,
στο λευκαρίτικο τις ρίζες και τα παραπούλια.
Κι εγώ κοιτάω, μα δε θωρώ,
την ψυχή της να σέρνεται, κουρελιασμένη και τρελή.
Τ’ άρωμα του βασιλικού φωνάζει,
φύγετε, αχ, φύγετε θυγατέρες της Σαλαμίνας,
θυγατέρες της Έγκωμης,
τα κουρσάρικα καράβια τέσσερεις χιλιάδες χρόνια
ταξιδεύουν να σάς βρουν
να κι' όλας τα ματωμένα χνάρια τους στη χρυσή αμμουδιά
θρυμμάτισαν τα λυπημένα κουβαδάκια των παιδιών.

Ξεσκονίζω, από συνήθεια το καπνιστήρι της γιαγιάς
κι ακούω, μα δε γροικώ τ' απελπισμένο βογγητό της σκόνης.
Μάζεψε με σα χρυσόσκονη, κρύψε με
φυλακτό στο στήθος σου.
Εγώ αγκάλιαζα το μπρίκι πούψηνες τον απογευματινό καφέ,
και τα προικιά στο σκαλιστό σεντούκι.
Βάλε με κάτω απ' το προσφυγικό προσκέφαλο,
για να σου φέρνω πίσω εικόνες πού σου φεύγουν.
Στ' αριστερά η στα δεξιά να ήταν άραγε
του γάμου η φωτογραφία
απ' το ρολόι του τοίχου που κτυπά, και πάει να σπάσει,
που κτυπά και δεν ακούω την αντίστροφη μέτρηση...

Κάθομαι ήσυχη στην αυλή μου
κάτω απ' τον ήσκιο της κληματαριάς
και τα πολυβόλα είναι κι όλας στη θέση τους
 στημένα ίσια αντίκρυ στην καρδιά μου.

1976, Γενάρης

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Ο κύκλος της καταγγελίας, 1977
 

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

τα μεσάνυχτα το σπίτι μιλά


τα μεσάνυχτα το σπίτι μιλά.
ανοίγει τις φλέβες του, χύνει κρυφή μουσική.
λικνίζεται. πόσα πέρασε κι είδε θυμάται. οι λέξεις
που πέσαν, μετέωρες στροβιλίζονται, κι οι ήχοι
καρφωμένοι στις γωνιές των επίπλων.
θυμοί, στεναγμοί και φωνές,
και πίσω απ' τη σιωπή τροπαιούχος ο θάνατος.
τα μεσάνυχτα το σπίτι μιλά. τυχερός
όποιος μπόρεσε να αρπάξει το νήμα
που αιωρείται, του μαθαίνει πολλά - πιο πολλά
απ' τα βιβλία κι απ' τα λόγια, κι από τη μουσική,
κι απ' τον πόλεμο, η σιωπή του σπιτιού τα μεσάνυχτα
παρουσιά ζωής που ελλοχεύει
πιο πίσω ακόμη απ' τον θάνατο.

΄Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Τραγούδια του χαμένου διόσμου, 1979

 

Μετά την εισβολή


Χαμογελούσανε κι οι δυο μες στη φωτογραφία
(ο φωτογράφος ήξερε καλά να λέει αστεία)
χρόνια χαμογελούσανε στον τοίχο αγκαλιασμένοι
μέχρι που μπήκε ο χαλασμός, μέχρι που μπήκαν ξένοι.

τώρα η φωτογραφία τους καταμεσίς στο δρόμο
(το χέρι προστατευτικά της ακουμπάει στον ώμο)
πάει η φωτογραφία πια, σκισμένη, πατημένη,
μα εκείνο το χαμόγελο πεισματικά πώς μένει.

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Τραγούδια του χαμένου διόσμου, 1979

 

παναγιά η κυπριώτισσα


αναμαλλιάρα πήδηξη απ' το εικονοστάσι η παναγιά.
στην πλάτη βιαστικά το βρέφος της. τσιγγάνα.
πήρε τους δρόμους. το ρούχο της
μακρύ και ξεσκισμένο.
γυναίκα απάντησε στο δρόμο μαυροφόρα.
- η εκκλησιά μου πάει, είπε, η άγια τράπεζα
όπου μοίραζα, καλή νοικοκυρά, κρασί κι αντίδωρο
κοινό αποχωρητήριο. το άγιό μου δισκοπότηρο
πτυελοδοχείο αισχρό.
δε με χωράει ο τόπος.
κι είπε η γυναίκα η μαυροφόρα
- το σπιτικό μου πάει. το νυφικό
κρεβάτι μου κοινό αποχωρητήριο.
το πήλινο σταμνί με το θρουμπί
πτυελοδοχείο αισχρό.
μα με χωράει η τόπος
πέρασε, παναγιά, μες στο τσαντήρι μου
μπες να πλυθείς, ν' αλλάξεις.
κι αν θες κερί σ' ανάβω. το κρατώ
απ' της γιαγιάς της προγιαγιάς το νεκρικό κρεββάτι.
χίλιες γενιές βαστάει και δεν τελειώνει.
κι έκατσε η παναγιά να ξαποστάσει, η πενταγιώτισσα,
η γλυκιώτισσα, η θεοσκέπαστη.
πήρε του ρούχου της την άκρη, σκούπισε
κρυφά και τα ταπεινά το μάτι,
η παναγιά η κυπριώτισσα.

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Τραγούδια του χαμένου διόσμου, 1979
 

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Θάλασσα της Κύπρου


Μη με καλείς, Μη με καλείς.
Την αλμυρή σου πρόσκληση δεν την αντέχω.
Οι γλάροι βιάζονται και το καράβι μπλέχτηκε
στα μυρωμένα φύκια σου, μαλλιά.
Στ' αμπάρι ξεχασμένες οι υδρίες
μ' απολιθώματα καρπών κι' αιώνων.
Κύμα, σοφά μαντάτα φέρνεις
από καιρούς και βάθη.
Μα εγώ γυρεύω την πυξίδα
κι' οι γλάροι βιάζονται.
Μη με καλείς, μη με καλείς.


Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Χώμα της Κύπρου, 1971  

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Και έπεται η συνέχεια

Ρωτάς τι κάνω. Γράφω
το ποίημα που σου υποσχέθηκα
εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα.
Δίπλα μου η Σαπφώ, τα γιασεμιά
κι αυτή η γριά ροδιά που ανθοβολάει
ασύστολα, σχεδόν χυδαία.
Δεν ντρέπονται τα δέντρα βλέπεις
για την ευλογία
μιας όψιμης καρποφορίας.
Οι στίχοι μυρμηγκιάζουνε στις
ρόγες
των δακτύλων.

Κυλούνε στο χαρτί
γίνονται σπέρμα.
Το ποίημα είναι πράξη ερωτική
χαϊδεύοντας τις λέξεις φλέγεσαι
και παίζοντας μαζί τους πυρπολείσαι.
Το δειλινό με καταπίνει, βυσσινί.
Ανάσκελα η θάλασσα, ο λόφος τη βυζαίνει.
Κεφάλαιο πρώτο.

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Κλεψύδρα, 1987

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Πρόσφυγες


Λύσανε τα σαντάλια τους. Τα μέλη αποσταμένα
έγυραν να ξεκουραστούν
σιγά σιγά μην ακουστούν,
βγήκανε τα φαντάσματα, σεριάνι ένα ένα.

ετούτο βγήκε απ' τα προικιά της πρώτης θυγατέρας
εκείνο από την τσιμινιά
και σμίχτηκε στη γειτονιά
με τις χαρούμενες φωνές που κουβαλά ο αέρας.

φαντάσματα, φαντάσματα του χτεσινού μας κόσμου
γιατί δε χάνεστε κι εσείς
μέσα στα βάθη της ψυχής
κι αβάσταχτη μας φέρνετε ευωδιά χαμένου διόσμου;

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Τραγούδια του χαμένου διόσμου, 1979

 

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Έμπορος ποιητής

Γράφεις ποίηση σαν να κάνεις παράνομο έρωτα
στα περιθώρια των λογαριασμών
ανάμεσα στο «Πιστωτές» και στο «Χρεώστες».
Γίνεσαι μάρτυρας δολοφονίας
ή αυτουργός
ενός στίχου τουλάχιστον σε κάθε πράξη.
Στρατός οι μελλοθάνατοι να στραγγαλίζονται
σε χάρτινες λωρίδες υπολογιστών
μπροστά στα μάτια σου.
Κι εσύ δεν έκανες ποτέ ισολογισμό
του δούναι και λαβείν
της μέτριας καριέρας σου.

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Κλεψύδρα, 1987

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Συλλαλητήριο "76


Το πρόσωπο του λαού μου καθαρό
σαν τον ουρανό μας, δε μπορείς να τ' αντικρίσεις
κατάματα. Πίσω από τις ρυτίδες του μετώπου του,
λάμπει τ' αστέρι του Ευαγόρα.
Ο λαός μου άφησε σήμερα τις σκαλωσιές και την τσάπα
και μαζώχτηκε έξω από την κυψέλη του.
Ανοίγω την ποίησή μου σεντόνι διάπλατο
να σκεπάσω του λαού μου το θρίαμβο
μην τον ιδεί μοίρα κακή και τον ζηλέψει.
Ο λαός μου έβγαλε σήμερα την ετυμηγορία του:
Η ελιά κι ο κέδρος είναι αιωνόβια.

1976, Γενάρης
 
Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Ο κύκλος της καταγγελίας, 1977

 

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Ώρες Αιγοίου (21.00 - 23.00 - 5.00)


21.00
 
Μoύσες και Νύμφες κι Ωρες και Νηρηίδες.
Πoτάμια σκoτειvα, κλαδια κι'αστέρια.
Χάδι τoυ φεγγαριoύ και σιγαvo κλάμα τωv φύλλωv.
Κλωστές στα σκαλoπάτια απo vερό κι'ασήμι.
Μια παρoυσία και μια ερημιά. Βυθίζoμαι.


23.00

Χvoύδι στo μάγoυλo τoυ Νάρκισoυ
Καμπύλες δελφιvιώv πρασιvωπές.
Κoιμάται τo βoυvό κι'η θάλασσα τo vαvoυρίζει.
Κι'εσύ πoυ μέvεις άγρυπvoς μετράς
της Αρκτoυ τηv υπoμovή.
Αγγίζεις τα μαλιά της vύχτας
κι'αvατριχιάζoυv τ'αμπελόφυλλα.
Τ'αηδόvια κάvoυv έρωτα στov oυραvό
κι'εγκυμovoύv oι σαύρες.


5.00

Διαμάντια κρέμονται από τις πευκοβελόνες
Η Περσεφόνη δρασκελά τη νύχτα
Τα βότσαλα βρεγμένα, νυσταγμένοι
φαροφύλακες τα βράχια
Η ορχήστρα στη σκηνή. Όλοι στη θέση τους.
Πρώτο βιολί και δεύτερο και βιόλα.
Σε λίγο θα φανεί ο μαέστρος.
Ανοίγουν οι παλάμες για το χειροκρότημα.
Έτοιμοι ,.,, Πάμε !

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Ώρες του Αιγαίου, 1983