Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Η πομπή ή αφήγηση


Και τότε πήραμε το δρόμο προς το σκοταδι
κρατώντας σφιχτά στις χούφτες την καρδιά μας
σαν πρόσφορο για τον εσπερινό.
Μπροστά οι γέροντες, όπως συνηθίζεται
πίσω οι γυναίκες, διπλωμένες στα δυό.
Μετρούσαμε τα βήματα μας, ένα ένα
σαν μεθυσμένους κτύπους ρολογιού. Η σιωπή
έκοβε φύλλα ασήμι και τ' απίθωνε στις πληγές μας...
Ξαφνικά θυμηθήκαμε τους νεκρούς.
« Όχι, όχι αυτό», είπε η γυναίκα με το χάλκινο πρόσωπο
κι έπεσε σε βαθειά συλλογή.
Η Μαρία την κοίταζε γελαστή. Στο βλέμμα της έπλεαν
λευκά προικιά κι' ένα ολάνθιστο νυφικό.
«Γιατί;» ρώτησε η γυναίκα με το χάλκινο πρόσωπο
«Μα, είμαι ακόμα βρέφος, δε βλέπετε,
δεν έχω ακόμα γεννηθεί»
είπε η Μαρία κι άρχισε γυμνή το χορό.
Οι γέροντες σήκωσαν τούς χιτώνες τους στο πρόσωπο.
«Εδώ, είπε ο αρχιερέας, θα φυτέψουμε ένα δέντρο»
Σφήνωσε την οβίδα στο χώμα.
«Ποτίστε, είπε, το δέντρο καλά». Γύρω ήταν μόνο κάρβουνο,
Και στο βάθος ένα καμπαναριό χωρίς εκκλησιά.

 Ένα παιδί φώναζε «μάνα» κι' η μαχαιριά μπήκε ολόισια
στην πληγή του στρατιώτη.
«Μάνα, δώσε μου το άσπρο πουκάμισο»

Ήταν Κυριακή πρωί κι' η Κερύνεια βγήκε φιλάρεσκα
στο σεργιάνι.
Πραματευτάδες, τουρίστες, βαρκάρηδες,
και ψηλά στο κάστρο ένας ποιητής κάνει διάλογο με τη ζωή.
Μια Κυριακή πού μοσχομύριζε ψημένο καφέ και γιασεμιά...
Ρήνα που μάζευες βότσαλο βότσαλο το χαμένο πολιτισμό
τον διπλοκλείδωνες στην κασέλα που σκάλισες η ίδια
με το χέρι.
Ρήνα, η Κερύνεια μας πήρε νύχτα το δρόμο προς το πέλαγο,
βράχηκαν τα πόδια της, ψάρια μπλέχτηκαν στα μαλλιά της,
Το αρχαϊκό καράβι σάλπαρε, τρέχα Ρήνα, να προλάβεις...
Το πρωί η πομπή συνέχισε το δρόμο.
Κρυώνω, είπε η Μαρία, και κουλουριάστηκε στο χώμα
Μια γριά σήκωσε στον ουρανό το κεφάλι.
Το παιδί στρίγγλισε. Δεν είχε πια πρόσωπο
δεν είχε χέρια, μόνο ένα μακρύ
λαιμό κι' ένα μαύρο μαντήλι.

Στην 'Αμμόχωστο σεριανάει η ψυχή σου, Θοδόση.
Δεν βρίσκει ανάπαυλα. Αναζητάει τη Ρήγαινα
ψάχνει στις βενετσιάνικες σκάλες, στις πολεμίστρες,
στα υπόγεια
ακόμα και μέσα στις κόχες των ματιών
του σκοτωμένου παιδιού
Πού είναι οι άνθρωποι, οι ανεμόμυλοι, τα μελίσσια;
Πού είναι ό Πενταδάκτυλος, Παναγιά μου, με τις πληγές του,
Κι η Σαλαμίνα μας, με τούς απόηχους εκείνων των καιρών
Πού είναι η αυγή μας, το σούρουπο
με τα βασανιστικά του ρόδα...
«Αυτό το σκοτάδι», είπε και μπήκε πιο βαθειά στη γη.
Έξω έμειναν τα χέρια της, και μια τούφα από τα μαλλιά της
 χρώμα μελί.

Μπροστά μας, πίσω μας, μέσα μας: Σκοτάδι,
τα κοράκια οσφραίνονται καμένες σάρκες.
Τα σκυλιά πήραν ανθρώπινη λαλιά.
Ψάχνουμε, τραγουδούν λυπημένα,
για μια σειρά μαργαριταρένια ερωτηματικά.
Τώρα πού σας γράφω η πομπή σταμάτησε για λίγο.
Αύριο πάλι;
 
1974, 'Οκτώβρης

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Ο κύκλος της καταγγελίας, 1977

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: