Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

παναγιά η κυπριώτισσα


αναμαλλιάρα πήδηξη απ' το εικονοστάσι η παναγιά.
στην πλάτη βιαστικά το βρέφος της. τσιγγάνα.
πήρε τους δρόμους. το ρούχο της
μακρύ και ξεσκισμένο.
γυναίκα απάντησε στο δρόμο μαυροφόρα.
- η εκκλησιά μου πάει, είπε, η άγια τράπεζα
όπου μοίραζα, καλή νοικοκυρά, κρασί κι αντίδωρο
κοινό αποχωρητήριο. το άγιό μου δισκοπότηρο
πτυελοδοχείο αισχρό.
δε με χωράει ο τόπος.
κι είπε η γυναίκα η μαυροφόρα
- το σπιτικό μου πάει. το νυφικό
κρεβάτι μου κοινό αποχωρητήριο.
το πήλινο σταμνί με το θρουμπί
πτυελοδοχείο αισχρό.
μα με χωράει η τόπος
πέρασε, παναγιά, μες στο τσαντήρι μου
μπες να πλυθείς, ν' αλλάξεις.
κι αν θες κερί σ' ανάβω. το κρατώ
απ' της γιαγιάς της προγιαγιάς το νεκρικό κρεββάτι.
χίλιες γενιές βαστάει και δεν τελειώνει.
κι έκατσε η παναγιά να ξαποστάσει, η πενταγιώτισσα,
η γλυκιώτισσα, η θεοσκέπαστη.
πήρε του ρούχου της την άκρη, σκούπισε
κρυφά και τα ταπεινά το μάτι,
η παναγιά η κυπριώτισσα.

Έλλη Παιονίδου
από τη συλλογή Τραγούδια του χαμένου διόσμου, 1979
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: