Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

IV (Ο Θάνατος ατάραχος αντίκρυ ...)















Ο Θάνατος ατάραχος αντίκρυ.
Κοιτάω ολόγυρα, συνεχίζω την αγάπη μου.
Αυτός εκεί.
Αργές κινήσεις. Σίγουρος.
Τίποτα δεν τον βιάζει. Πράος.
Αβρός, ωστόσο αντίκρυ.
Φορώ την αθώρητη μνήμη του - τι γενναιδωρία -
και παλιώνω. Μεθόρια,
με στολίζει μ΄Ελλάδα επιστήθια,
λεβέντικο έαρ και γλυκύ.
Ρωμυλία.
Γλέντι και πένθος, τα ίδια πατήματα.
Φτάνουν στην κόρη μου. (Της τα δείχνω
να μαγεύει τον φόβο της.)
Μ' αυτήν τη μισοξεχασμένη προίκα τον ζυγώνω
αντίδωρα σε μιαν εγγύτητα που άρχισα να απολαμβάνω.
(Σκέφτηκα να τον πω Κυρ Θάνατο, να του υποκριθώ, ξέρεις,
πως τον γνωρίζω.)
Σαν δάσκαλος μεγάθυμος στο μισοσκόταδο
διόρθωνε με τρυφερότητα τον τρόμο μου,
μου 'δειχνε πότε πότε την πατρίδα του στον χάρτη,
λίγο λίγο, να το αντέξω,
με ημέρευε.
Κι ως να το νιώσω,
χειροτεχνούσα αντίκρυ και μαζί του τη ζωή μου.
Παντοτινός.

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Φιλοξενία

2 σχόλια:

Margo είπε...

"χειροτεχνούσα αντίκρυ και μαζί του τη ζωή μου" παντοτινά, όσο κρατά η ζωή κι αυτός αντάμα.
Σήμερα με ρώτησε η κόρη μου, γιατί οι μεγάλοι πιστεύουν το Θεό; Γιατί φοβούνται τον θάνατο ήθελα να της πω αλλά δεν μπόρεσα.

Καλή Ανάσταση αγαπημένε μου ποιητή. Να είσαι καλά εσύ και οι αγαπημένοι σου συνοδοιπόροι!

Poet είπε...

Δεν πειράζει, ας μάθει τη σκληρή αλήθεια η κορούλα σου λίγο αργότερα. Το αιώνιο δίπολο, η ζωή και ο θάνατος ή ο έρωτας και ο θάνατος.

Σε ευχαριστώ θερμά, Μαρία μου. Καλή Ανάσταση μέσα στο φως της αγάπης. Να είστε όλοι καλά.