Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Γυναίκα 1η (τρίτης ηλικίας)


Τα σπουργίτια απ΄το πρωί ροκάνιζαν τον αέρα. Και στα ορύγματα που άνοιγαν τα ράμφη τους, ησύχαζαν οι μέλισσες κι οι πεταλούδες. Στις πυκνές φυλλωσιές ένα αεράκι ανεβοκατεβαινε στα κλαδιά ατίθασο, γελώντας ανέμελα. Οι πέτρες στη σκάλα και στο φαρδύ σαν μπαλκόνι πλατύσκαλο ήθελαν γυάλισμα. Να ζωντανέψει το λιπόθυμο χρώμα τους. Με προσοχή όμως.
Να μη χαθούν ολότελα οι λέξεις, που αχνοφαίνονται στα σκαλοπάτια σκόρπιες.
Ήταν τα ξωτικά της, που κάθε βράδυ ένα ένα ή όλα μαζί σηκώνονταν σκονισμένα, μισεμένα μα πάντα πειραχτήρια, και της ανιστορούσαν αστείες ιστορίες απ' τον καιρό που οι δικοί της έφτασαν απ' τη Βάρνα. Ήταν αυτές οι ιστορίες που την κράτησαν στη ζωή, ώσπου ξεβράστηκε στα εξήντα οχτώ της χρόνια σε μια φτενή κι αδύναμη αγάπη. Φτενή κι αδύναμη, μα αγάπη. Και μια νύχτα, που θαύμαζε τη γέρικη ζωή της και γλύκαινε η μετάνοια παλιές κακίες, άφησε κι η ίδια τη λέξη της στο πρώτο σκαλοπάτι. Δυσδιάκριτη.
- ΜΟΝΗ. Μόνη; Επι-μονή. Υπο-μονή. Κατά-μονη;
Άλλες θ' ακούνε, χρόνια μετά, αυτό το ξωτικό τα βράδια και θα αποβιβάζονται σε δροσερό πρωί με τα αγριολούλουδα του Αυγούστου ν' ανθίζουν ατάραχα
το μπλε-λιλά τους στο λιβάδι
και να το κάνουν αδιαπέραστο στη θλίψη.

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Ορυκτά

Δεν υπάρχουν σχόλια: