Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Καλόγερος

























Καθόταν στο μισοσκόταδο χαμηλοτάβανου κελιού κι άναβαν γύρω του δώδεκα φλόγες σε άφαντα καντήλια (μύριζε η καπνιά τους ψαλμωδία). Ο ήρεμος καλόγερος τακτοποιούσε τις πτυχές του ράσου του, με τα μακριά λευκά του δάχτυλα. Έκλινε το κεφάλι του αριστερά κι ύψωσε θαλασσινή αύρα τη ματιά του. Τι ομοφιά, σκεφτόμουν, και πόσο πένθιμη.
Σβήστηκαν τότε οι δώδεκα προσευχές κι ένιωσα μες στο σκοτάδι πως ήθελα πολύ να πιστέψω.
Μα έξω απ' το κελί - και στην ψυχή μου - έλαμπε ο ήλιος αδιάντροπος κι ο σκονισμένος δρόμος ανέβαινε στο βουναλάκι με τις οχιές και τα κυπαρίσσια.
Ο αέρας μύριζε ρίγανη και λεβάντα,
τα μιλισσάκια προσπερνούσαν τις καυτές πέτρες της άσπρης παραλίας
κι ανέβαιναν,
ολοένα ανέβαιναν,
σαν τη λαχτάρα μου να ζήσω στις αγέννητες λέξεις
διαβάζοντας το δέρμα που γλυκαίνεται στο χρόνο,
πιο πέρα απ' αμαρτία κι αγιοσύνη. Μεθόρια.


Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Ορυκτά  




3 σχόλια:

θωμαή είπε...

όμορφο ποίημα

καλησπέρα

Poet είπε...

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, Θωμαή. Χαίρεται κανείς αυτή την απλή μουσική ποιητική ομιλία.

Poet είπε...

Η βιβλική μορφή στη φωτογραφία είναι ο θείος του πατέρα (αδελφός της μητέρας του) του φίλου μας Ντίνου Παπασπύρου, που μόνασε για 85 χρόνια στη Σκήτη Αγίας Άννης. Και κάτω μια επιστολή που είχε στείλει παλιά στην οικογένεια.