Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Άντρας 1ος (τρίτης ηλικίας)


Γαντζωμένος από 'να  βλέμμα, μέρες ολόκληρες σιωρούνταν στην πιο γυμνή κι εκκωφαντική μοναξιά. Γλίτωσε γλιστρώντας σε δυο χοντρά δάκρυα. Χοντρά σαν ζυμωτό καρβέλι. Κάπου κάπου τους κοίταζε. Στα εβδομήντα του ξανάρχισε το κάπνισμα, ρουφώντας το τσιγάρο με τη μια ως τη μέση. Σαν να 'παιρνε απ' τον καπνό ό,τι του χρώσταγε η ζωή.
Καμπούριασαν, λίγνεψαν οι ώμοι του. Μόνο στα μάτια του ξεσπούν συχνά οι καταιγίδες, όταν κάτι στο άγγιγμα της κόρης του ξυπνά τον αποκοιμισμένο πόνο του. Αφήνει τότε τους νεκρούς του και μ' ένα σάλτο πανύψηλο και σταθερό προσεδαφίζεται στο παλιό του χρέος, έτοιμος να δώσει παραγγέλματα και συμβουλές, να επινοήσει καινούριες ιαχές, ν' αναγκαστούν οι Μοίρες να ξανασταθούν πάνω από κείνη την μπλε ξύλινη κούνια. Του κάκου. Στέκει βουβός. Μερεύουν κάποτε τα μάτια του από κούραση και άιντε πάλι στα μνήματα. Βολεύει το λιπόσαρκο κορμί του σ' ένα ξεφτίδι της ζωής. Το λένε καλοσύνη τα ερημωμένα μάτια του. Σώπασαν κι αυτά σαν απόμερα λημέρια. Από το φως τους αποδήμησαν τα αιματηρά φορτία, σκουλήκια που 'γιναν πεταλούδες και πέταξαν κσι τον άφησαν αδειανή φωλιά. Καπνίζει.
Κι ανθίζει η κάφτρα ξαφνικά στα δάχτυλά του και στο χρέος του. Κρατάει σφιχτά την αστραπή
κι όταν οι δεκαοχτούρες διακονούν τα μεσημέρια
αυτός κοιμάται με τον κεραυνό στο χέρι
σαν τον Αϊ-Γιώργη περιμένει το θεριό.
Αλλά στο χέρι του που τρέμει
δεν απειλεί ο κεραυνός.
Ένα απλό τσιγάρο σιγοκαίει
σαν το φουγάρο από πλοίο που ξεμάκρυνε.

Αρετή Γκανίδου
από τη συλλογή Ορυκτό φως, 2011
Ενότητα : Ορυκτά

2 σχόλια:

andrik είπε...

ωραιο το blog σου!!!
Καλως σε βρηκα..!!!

Poet είπε...

Καλωσόρισες, φίλε μου. Μόλις έριξα μια ματιά στο δικό σου και το βρήκα ενδιαφέρον.