Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Μολέσκης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Μολέσκης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Ήταν πολύ ευγενικοί
























Στον ποιητή Όμηρο Αριτζή

Σαν άνοιξαν τα οδοφράγματα 
πήγα να δω το σπίτι μου
ύστερα από  τριάντα χρόνια. Πέρασα
κάτω από ξένες σημαίες, πλάι σε ξένα αγάλματα,
σε ξένους ανθρώπους, διέσχισα
ερημωμένους δρόμους με εγκαταλειμμένα  σπίτια,
μισογκρεμισμένα,
που με δυσκόλευαν στον προσανατολισμό.

Το έψαχνα μες στην ομίχλη του χρόνου
και σε μνήμες που άρχισαν να ξεθωριάζουν.
Μικρές λεπτομέρειες πρόβαλλαν εδώ κι εκεί,
ξεχασμένες ιστορίες επανέρχονταν
παίρνοντας τις διαστάσεις ενός μύθου που μεγέθυνε 
τα πράγματα και τους ανθρώπους, 
τα πάθη και τις χειρονομίες τους.

Χτύπησα την πόρτα. Άνοιξε.
Μια ολόκληρη οικογένεια ξένων έστεκε μπροστά μου.
«Ελάτε», μου είπαν, «αυτό ήταν το σπίτι σας!…».

Μου έδειξαν τα έπιπλά τους, τα χαλιά στο πάτωμα,
τις φωτογραφίες στους τοίχους… Όλα δικά τους,
με ύφος ανατολίτικο,
που όσο κι αν το νιώθουμε κοντά μας
μας ξενίζει κάποτε.

Έριξα μια ματιά και γύρισα να φύγω,
μα ήταν πολύ ευγενικοί. Με καλωσόρισαν…
Με κάλεσαν να κάτσω… Μου πρόσφεραν καφέ…

Έτσι ακριβώς, όπως κι ο Κλεομένης Αριτζής,
που έφυγε απ’ το σπίτι του στη Θήρα
το χίλια εννιακόσια είκοσι δύο
και σαράντα χρόνια αργότερα επέστρεψε και το βρήκε.
Χτύπησε την πόρτα, του άνοιξαν ξένοι άνθρωποι,
τον υποδέχτηκαν πολύ ευγενικά,
τον κέρασαν καφέ κι ανατολίτικο γλυκό,

ήπιε, τους ευχαρίστησε και βγήκε.

Ήταν πολύ ευγενικοί!

Οκτώβριος - Νοέμβριος 2011

Γιώργος Μολέσκης
αδημοσίευτο

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Σε κάθε πόλη


Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο το όνομά του.

Υπάρχει ένα παγκάκι μ' ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρυα και τύψεις.

Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ' τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.

Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.

Οκτώβριος 2010

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Το ημιτελές ποίημα, 2014
 

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Πικρό τραγούδι

Στους τοίχους του χωριού
μισοδιαβάζονται ακόμη τα παλιά συνθήματα,
προβάλλουν οι σκιές αυτών που ‘φύγαν :
Στο δεξιό σωματείο ο Χατζηκώστας,
στο κεντρώο ο Σουρουλάς,
στο αριστερό ο Κολάνης.
Ο Αυξεντίου άγαλμα στην πλατεία,
ο Μιχάλης Πέτρου ένα στιγματισμένος νεκρός
κι ο Λιασίδης ένας αλλόκοτος ποιητής
που μεταθανάτια επιστρέφει.

Κανένας δεν υπάρχει πια. Έρημος ο δρόμος,
γεμάτος με χαλάσματα σπιτιών
που τριάντα χρόνια τώρα όλο πληθαίνουν.
Κομμένο σύρριζα το κυπαρίσσι
των παιδικών μου χρόνων
ανεβαίνει ευθυτενές τη νύχτα
μες στον ύπνο μου φορτωμένο
πουλιά και τραγούδια άλλων εποχών,
όταν η ποίηση ήταν σημαία
και λάβαρο και θυμίαμα και μοιρολόι.

Τώρα πηγαίνω επίσκεψη σαν ξένος.
Άλλα μνημεία τώρα με υποδέχονται,
άλλα συνθήματα φωνάζουν.
Στρίβει και πάλι αδίστακτα και φονικά
η ιστορία. Εκεί στα ίδια σπίτια
γράφουν ποιήματα ο Γκουργκέντς και ο Τζενάν.

Κοιτάζω γύρω, αμνήμονα μνημεία,
στομφώδη, υπερφίαλα,
τσιμπούρια στο σώμα του μέλλοντος
να σκοτώνουν καθημερινά τη μνήμη.
Κοιτάζουν πίσω και θέλουν
να προχωρούν μπροστά.
Ο χρόνος δολοφόνος του ονείρου,
τελειώνει ο καιρός.

Φεύγουν οι άνθρωποι που θυμούνται,
έρχονται άλλοι που δεν ξέρουν.

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Μες στη ροή, 2009

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Μην τα πυροβολείτε


Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που ταξιδεύουν με τη σοφία αστροναύτη
που σχηματίζουν νι κι ευθείες γραμμές
και άλλα σχήματα αρμονικά στην κίνηση,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που πρώτα γνώρισαν την αρμονία
και την ενότητα του κόσμου,
πώς ο χρόνος κυλά μέσα στο σύμπαν
και παίρνει και φέρνει τη ζωή,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που έρχονται να πιουν νερό
και να γευτούν πράσινο χόρτο,
ξέρουν να φέρνουν με τον ερχομό τους
λίγη χαρά
και λίγη θλίψη
να δίνουνε με το φευγιό τους
υπογραμμίζοντας το πέρασμα του χρόνου.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
κινούν το χρόνο και τις εποχές,
κινούν τη γη, ομορφαίνουν τη ζωή
και ξυπνούνε την κυνηγημένη ελπίδα.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
μην τα πυροβολείτε.

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Μες στη ροή, 2009

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Σαν τον μεταξοσκώληκα


Κάποτε νιώθω σαν τον μεταξοσκώληκα
που χόρτασε φύλλο χλωρό και υφαίνει το μετάξι του.
Ό,τι γράφω είναι πράγματα
που ταξίδεψαν πολύ μέσα μου
και φτάνουν τελικά στον προορισμό τους.
Λέξεις παλιές εμφανίζονται φρέσκιες
σαν τα καινούργια λουλούδια
από παλιά είδη στον κήπο μου
και μου τρυπούν τις αισθήσεις.
Κόσμος πολυποίκιλος παρελαύνει
και τα ασύνδετα συνδέονται,
τα ανόητα νοηματίζονται
και επενδύονται σ' ένα ιστό
που πλέκεται και προχωρεί.

Το ποίημα είναι σαν μια εποχή του χρόνου
που έρχεται και με βρίσκει.
Με λίγο ήλιο, λίγη βροχή, μια γωνιά δάσους,
έναν μισοφωτισμένο δρόμο
κι ένα δωμάτιο για τον έρωτα
μπορείς να φτιάξεις έναν ολόκληρο κόσμο.
Με λίγη ποσότητα θεού
μπορείς να χτίσεις μια θρησκεία,
με λίγες δόσεις απελπισίας μια επανάσταση,
με λίγες λέξεις, λίγα χρώματα
και κάποια αποθέματα συναισθημάτων
ένα ποίημα.

Δεκέμβριος 2010

Γιώργος Μολέσκης
από τη  συλλογή Το ημιτελές ποίημα, 2014
 

Ποδηλατιστές στη Λευκωσία


Σαν χελιδόνια που ορμούν προς την άνοιξη
ένα σμήνος ποδηλατιστών
διασχίζει τους δρόμους της Λευκωσίας.

Με τα απαστράπτοντα ποδήλατά τους,
τις ομοιόμορφες στολές τους,
με το ισορροπημένο μαύρο κι άσπρο χρώμα
και τα μοβ λοφία τους - ίδια πουλιά -
μαζεύονται μπροστά στα φώτα της τροχαίας.
Με το πράσινο ορμούν και φεύγουν
διασχίζοντας τους δρόμους
μιας πόλης κουρασμένης από τη ρουτίνα.
αγχωμένης και βιαστικής,
που όλο σκαλώνει στις ουρές των μηχανών.

Δίχως κλάξον, δίχως εξώστη, δίχως κουδούνι,
σιωπηλοί σαν τα πουλιά τρέχουν μέσα στο φως
να ολοκληρώσουν
την ποδηλατική αποστολή τους.

Και δεν χρειάζεται τίποτε άλλο να πεις,
τίποτε να προσθέσεις
κι ας μείνει το ποίημα ημτελές,
μονάχα μια εικόνα.

Ιούνιος 2010

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Το ημιτελές ποίημα, 2014
 

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Το μυστικό αλφάβητο

                          Στον ποιητή Τόλη Νικηφόρου

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο.
Μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
 και τρέφουνε το λόγο του.

Αλλά τι το ήθελες εκείνο το Σαλιχλί
– τόπο χαμένο μες στη Μικρασία –
να μου θυμίζει τη δική μου Λύση,
 τη χαμένη μέσα στη Μεσαορία…

Εκεί οι ψυχές των θαμμένων μου προγόνων
 γυρίζουν  σαν εικόνες διάφανες μέσα στο φως,
σαν μουσικές μες στον αγέρα,
 κυκλοφορούν σε τόπους που στέκουνε βουβοί
 μες στην ομίχλη του χρόνου.

Τη φυγή στο όνειρο αναζητώ
και τα περασμένα χρόνια
 μες στο όνειρο τα ζωντανεύω.

Περπατώ μέσα σ’ ένα κόσμο
που είναι την ίδια στιγμή
παρελθόν, παρόν και μέλλον,
αύρα θαλασσινή, ήχος από αόρατο κύμα,
δάσος από ανθρώπους,
πράγματα και μνήμες…. 

Πέφτει  βροχή
και κάνει να φυτρώνουνε μες στην ψυχή
λουλούδια χρόνια ξεχασμένα,
που μονάχα μ’ ένα μυστικό αλφάβητο χρωμάτων,
 ήχων και αισθήσεων μπορείς να τα διαβάσεις.

Και όλα προχωρούν για να διαλυθούν 
μέσα στο φως  ετούτο
που κι εμείς θα γίνουμε μια μέρα.

Γιώργος Μολέσκης
αδημοσίευτο 

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Γυμνότητα



















Ανοιξιάτικο τοπίο με νύμφη

του Ντίνου Παπασπύρου


Τα πιο ωραία που γνώρισα και τα πιο πλήρη

ήταν πάντα γυμνά.
Γυμνή καίει η αλήθεια γυμνός πονά ο θάνατος,
γυμνή ανθίζει η χαρά, σαν το νερό
και σαν το πράσινο χορτάρι,
γυμνό το σώμα και το πρόσωπο της αγαπημένης μου.

Ό, τι αποκαλύφθηκε γυμνό
κανένα ντύμα δεν μπορεί να το σκεπάσει.
Γυμνός χορεύει πάνω σε ακονισμένο μαχαίρι ο πόθος
και νόημα θεϊκό δίνει στο ένστικτο.
Γυμνή βαδίζει η ψυχή στη έσχατή της κρίση
ανάμεσα στο Μηδέν και στο Είναι.

Το ωραίο σώμα έχει τη δική του αλήθεια
ακόμη κι αν το ευτελίζουν.
Πέρα από την ασχήμια των σκέψεων και των υπολογισμών
γυμνό προβάλλει τη βαθύτερη απ' το ήθος ηθική του.

Δίχως τις μάσκες των παραστάσεων
και τα κοστούμια των ρόλων,
δίχως τις μάσκες της ψυχής και τα κουρέλια του θανάτου,
γυμνοί όπως ήρθαμε να ζήσουμε,
γυμνοί να φύγουμε μέσα στη μήτρα της γης
και να εμφανιστούμε μπρος στους απογόνους.

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Από το ελάχιστο, 2001

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Το αδέσποτο σκυλί


Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη.
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.
Είχε ένα βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κι ήταν ψηλό κι αδύναμο – μου φάνηκε πεινασμένο.
Το κοίταξα για λίγο – με κοίταξε κι αυτό,
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα.
Του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα,
το κράτησε για λίγο και το άφησε.
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα το δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Έτσι, με τη χειρονομία του αυτή,
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου,
ξεγύμνωσε όλη τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία,
για την ελεημοσύνη μιας δεκάρας.

Θεσσαλονίκη, 13 Οκτωβρίου 2010

Γιώργος Μολέσκης
αδημοσίευτο

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Καταμεσήμερο

Improvisation 31 (Sea Battle), 1913, by Wassily Kandinsky

Σώμα εκρηκτικό, γυμνό σαν αστραπή
καρφώνεται μέσα στην πόλη.
Ορμά από τον ουρανό σαν ελατήριο
εκρηκτικού μηχανισμού, οπλισμένο,
εμπρηστικό, καταλαμβάνοντας
όσους με την ψυχή ανοιχτή κυκλοφορούν.

Κι εγώ με τις λέξεις και μόνο του ποιητή
τεντώνομαι πάνω από τον κόσμο σαν σχοινί,
γίνομαι μια χορδή που παίζει
με το άγγιγμα της κάθε ηλιαχτίδας,
του ανέμου και του κάθε φύλλου.

Ντύνομαι όλα τα χρώματα της ίριδας,
γίνομαι κομμάτια,
τόξα, τρίγωνα, τετράγωνα ...
Εμφανίζομαι ξαφνικά από τον ουρανό,
γεννιέμαι από το νερό και το χώμα
και σε ακολουθώ, μα πώς να σε φτάσω
σώμα αιώνιο, ψυχή του κόσμου μυστική,
ψυχή μου !

Σαν τεντωμένο ελατήριο είσαι
και σε πυροδοτεί ολοένα
σώμα γυμνό που σε καλεί,
σώμα εκρηκτικό, σώμα αστραπή
που καρφώνεται
ανάμεσα στο φως φωτεινότερο
ως την κρυφή ουσία φτάνοντας του κόσμου,
εκεί
που ασταμάτητα,
ερωτικά,
γεννιέται η ζωή.

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Το νερό της μνήμης, 1998

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Ο νεκρός της άνοιξης

Ο νεκρός εκείνης της άνοιξης ήταν νέος
κι ωραίο παιδί, καμάρι των γονιών του
κι έρωτας κρυφός των κοριτσιών.

Μα τόσο νέος πώς να κρατηθεί μέσα στην κάσα του!
Άδεια την κουβαλήσανε στην εκκλησιά,
άδεια την κατεβάσανε στον τάφο.
Αυτός βγήκε κρυφά και γύριζε στους δρόμους
ντυμένος την πιο καινούρια του αλλαξιά,
με πρόσωπο βαθιά θλιμμένο
και μια πληγή ανοιχτή κάτω απ' το στήθος
απ' όπου βγήκε και του 'φυγε η ψυχή.

Με παρουσίες που όλο πύκνωναν τα βράδια
γέμισαν οι δρόμοι.
Λέξεις πολλές μέσα στον λόγο των ανθρώπων
άρχισαν να σημαίνουν θάνατο.
Έγινε κι αυτός πρόσωπο του χωριού,
σαν το γέροντα του διπλανού σπιτιού,
τον ιερέα, το δάσκαλο ή το μαύρο γύπα
στην κορυφή του κυπαρισσιού στο κοιμητήρι.

Από τότε κάθε άνοιξη
πεθαίνει μέσα μου ένας νέος.
Ο θάνατος ειρωνεύεται την ταραχή μου
κι ο θεός αθέατος σιωπά.

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Μες στη ροή, 2009

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Τα αδιάβαστα βιβλία


Περιφέρομαι ανάμεσα στα ράφια της βιβλιοθήκης
και κοιτάζω τα βιβλία: όλος ο κόσμος μαζεμένος
και ριγμένος εδώ κι εκεί, με δίχως σύστημα.
Ανακατωμένα όλα: χώρες, εποχές, θρησκείες,
γλώσσες, άνθρωποι ...
Όλα όσα έγιναν μες στους αιώνες
για να υπάρξει αυτή η μέρα,
όλα όσα πέρασαν και στέκει τώρα
μετέωρη αυτή η μέρα.

Τα πιο παλιά βιβλία τα έχω όλα σχεδόν διαβάσει,
κοιτάζω μερικές γραμμές, κάποτε μια σελίδα,
και πολλά πράγματα επανέρχονται στη μνήμη μου.

Με ενοχλεί, ωστόσο, που δεν μπορώ να επιστρέψω
και να τα διαβάσω όλα αυτά ξανά,
να ξαναδώ τον κόσμο άλλη μια φορά
από μια άλλη θέση, από μια καινούργια γωνιά.

Περισσότερο όμως με ενοχλεί που τα τελευταία χρόνια
πλήθυναν και εξακολουθούν να πληθαίνουν
τα αδιάβαστα βιβλία, και που ξέρω
πως δεν θα μπορέσω ποτέ να τα διαβάσω,
πως δεν θα μπορέσω ποτέ να μάθω
τι είναι και πού πάει αυτός ο κόσμος,
τι είναι και πού πάει αυτός ο άνθρωπος.

Ιανουάριος 2011

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Το ημιτελές ποίημα, 2014
 

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Λουλουδιάζει ο χρόνος

Περπατήσαμε πολύ δρόμο
ζήσαμε μεγάλο μέρος της ζωής,
πεθάναμε μεγάλο μέρος του θανάτου.
Πού είμαστε τώρα;
Τι είναι παρελθόν,
τι είναι παρόν
και τι είναι μέλλον
και πού ισορροπούν;

Λουλουδιάζει ο χρόνος.
Όπου να 'ναι
θα δούμε ρίζες να γεννιούνται
λευκές μες στο ουδέτερο ...

... φτερά της ψυχής,
οιμωγές της καρδιάς,
ρανίδες του λόγου
που τόλμησε και πόνεσε
κι έπεσε.

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Μες στη ροή, 2009

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Το μεγάλο όνειρο

Eternity by George Gaden

Ο δρόμος προς τα έσω είναι ατέλειωτος.
Με τις λέξεις της ποίησης καταδύεσαι
ως εκεί που η φωτιά και το νερό,
ο λύκος και το πρόβατο,
είναι αδέρφια κι ακόμη πιο βαθιά,
σε σκοτεινούς λαβύρινθους, που μόνο
με μιαν έκτη αίσθηση μπορεί να αγγίξεις.

Πορεία ετών φωτός επιχειρεί η ποίηση,
πέρασμα μέσα από το καμίνι
και τον καταψύκτη του κόσμου.
Με εκρήξεις φωτός άκαυτου
να πάρει υπόσταση το ασήμαντο
δίοδος ορατότητας ν' ανοιχτεί μες στο σκοτάδι
κι όλα τα διφορούμενα να έχουν μιαν εξήγηση.

Είδωλα καλυμμένα με σκουριά και ξεραμένη λάβα
να καθαριστούν για να φανεί η αληθινή τους όψη.
Το πετρωμένο σφράγισμα να αφαιρεθεί
αρχαίων αγγείων, για να γευτούμε
το φυλαγμένο κρασί των αιώνων
και το μεγάλο όνειρο της αιωνιότητας
να ονειρευτούμε.

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Από το ελάχιστο, 2001

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Στους Τουρκοκύπριους φίλους μου


Στη μνήμη του ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ


Τα ποιήματά μας είναι σαν τα πουλιά,
πετούν πάνω από τα συρματοπλέγματα
και συναντιούνται στον αέρα,
κάθονται ύστερα πάνω στη γη
που αυλάκωσαν οι ερπύστριες,
πάνω σε τάφους άγνωστων νεκρών,
περιφέρονται ανάμεσα στα ερείπια
τσιμπολογώντας ξεχασμένους σπόρους
μιας ελπίδας που πέρασε για να επιβιώσουν.

Ύστερα κατεβαίνουν στις πλατείες σαν γελωτοποιοί
και σαρκάζουν με τα αποθέματα της αισιοδοξίας τους
μέσα στην περιφρόνηση και τον διασυρμό.

Αλλά κι έτσι ακόμη η ποίησή μας
είναι μια χειρονομία που προεκτείνεται στο μέλλον,
όπως ένα απλωμένο χέρι που περιμένει
το άλλο να έρθει να το σφίξει.

Γιώργος Μολέσκης
από τη συλλογή Το ημιτελές ποίημα, 2014