Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
VI (Άτιτλα)
*
Κάτω απ΄τη λεύκα κίτρινα τα φύλλα
σαν το φουστάνι της χορεύτριας
ύστερα απ' την παράσταση
στο καμαρίνι.
*
Τύλιξε το βουνό γλήγορη ομίχλη
και το ξωκλήσι κρύφτηκε
σκιαγμένο αρνί
κάτω απ' την προβατίνα.
*
Τον Αύγουστο κρυφομιλούν οι πελαγίσιοι
στην κουπαστή με το φεγγάρι
κι εκείνο χαμηλώνει τόσο που νιώθουν
τα χνούδι του
ζεστό στα μάγουλά τους.
Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή Ιθάκη, 2010
Κάτω απ΄τη λεύκα κίτρινα τα φύλλα
σαν το φουστάνι της χορεύτριας
ύστερα απ' την παράσταση
στο καμαρίνι.
*
Τύλιξε το βουνό γλήγορη ομίχλη
και το ξωκλήσι κρύφτηκε
σκιαγμένο αρνί
κάτω απ' την προβατίνα.
*
Τον Αύγουστο κρυφομιλούν οι πελαγίσιοι
στην κουπαστή με το φεγγάρι
κι εκείνο χαμηλώνει τόσο που νιώθουν
τα χνούδι του
ζεστό στα μάγουλά τους.
Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή Ιθάκη, 2010
Ηλικίες
Το χάραμα οι λέξεις είν' αέρας
είναι ρίγη και ψίθυροι και χρώμα.
Το μεσημέρι γίνονται ποτάμια
καράβια δέντρα ή σύννεφα. κι ακόμα
γίνονται πού και πού ντουφέκια.
Μα σα βουλιάξει ο ήλιος και λαλήσει
το αηδόνι μες στη ρεματιά
όλες οι λέξεις γίνοντ' αίμα.
Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή Ιθάκη, 2010
είναι ρίγη και ψίθυροι και χρώμα.
Το μεσημέρι γίνονται ποτάμια
καράβια δέντρα ή σύννεφα. κι ακόμα
γίνονται πού και πού ντουφέκια.
Μα σα βουλιάξει ο ήλιος και λαλήσει
το αηδόνι μες στη ρεματιά
όλες οι λέξεις γίνοντ' αίμα.
Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή Ιθάκη, 2010
Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010
IV (άτιτλα)
*
Το τερερέμ της βροχής στη στέγη
και μπροστά στη φωτιά
κόκκινα
πλατανόφυλλα
οι παλάμες του αγρότη.
*
Γέρασε η κορομηλιά και κουφάλιασε
μα σαν την κρούει ο άνεμος
τραγουδάει
με τετρακόσια φλάουτα το κορμί της.
*
Καράβι με αψηλό πανί το κυπαρίσσι
ταξιδεύει χρόνια κάτω απ΄τα νέφη
ωστόσο αράζει κάθε αυγή
πλάι στου χωριού το κοιμητήρι.
Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή Ιθάκη, 2010
Το τερερέμ της βροχής στη στέγη
και μπροστά στη φωτιά
κόκκινα
πλατανόφυλλα
οι παλάμες του αγρότη.
*
Γέρασε η κορομηλιά και κουφάλιασε
μα σαν την κρούει ο άνεμος
τραγουδάει
με τετρακόσια φλάουτα το κορμί της.
*
Καράβι με αψηλό πανί το κυπαρίσσι
ταξιδεύει χρόνια κάτω απ΄τα νέφη
ωστόσο αράζει κάθε αυγή
πλάι στου χωριού το κοιμητήρι.
Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή Ιθάκη, 2010
Άγραφα
Γκρεμοί, αδυσώπητη ερημιά, γύμνια.
μόνο του γερακιού η ματιά
σκληρή, σα διαμάντι στο κρύσταλλο
χαράζει τη γαλήνη.
Κάτω απ' το βράχο η πέρδικα
με τα δώδεκα περδικόπουλα
πίνει τα κρύα δάκρυα της Νιόβης.
Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή Ιθάκη, 2010
μόνο του γερακιού η ματιά
σκληρή, σα διαμάντι στο κρύσταλλο
χαράζει τη γαλήνη.
Κάτω απ' το βράχο η πέρδικα
με τα δώδεκα περδικόπουλα
πίνει τα κρύα δάκρυα της Νιόβης.
Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή Ιθάκη, 2010
Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010
Ο έφηβος
Το ποίημα είναι ποταμός κι αστράφτει
στον κάμπο με τις πικροδάφνες.
Πολλοί τ' αγνάντεψαν από μακριά
κι όταν πέθαναν γίναν άμμος.
Έγειραν άλλοι στα νερά του κι είδαν
τον εαυτό τους ανδριάντα εφήβου
να τρυγάει στους βυθούς άγιο μέλι.
Το ποίημα είναι ποταμός κι ο θάνατος
συχνά γίνεται ψαροπούλι
κι ορμάει τον έφηβο ν' αρπάξει.
Τρίζουνε τα φτερούγια του ματώνουν
οι σιδερένιες του τσιμπίδες
καθώς του ξαγλιστρά απ' τα νύχια -
γιατί τ' αγάλματα ζυγίζουν
πάνω απ' το Χάρο εφτά καντάρια.
Κι ο έφηβος γυρίζει ακόμα στο ποτάμι
με τη λύρα στο στήθος πολύκλωνη
και δυο στίχους στα χείλια του
εαρινά μες στους αιώνες χελιδόνια.
Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή Ιθάκη, 2010
στον κάμπο με τις πικροδάφνες.
Πολλοί τ' αγνάντεψαν από μακριά
κι όταν πέθαναν γίναν άμμος.
Έγειραν άλλοι στα νερά του κι είδαν
τον εαυτό τους ανδριάντα εφήβου
να τρυγάει στους βυθούς άγιο μέλι.
Το ποίημα είναι ποταμός κι ο θάνατος
συχνά γίνεται ψαροπούλι
κι ορμάει τον έφηβο ν' αρπάξει.
Τρίζουνε τα φτερούγια του ματώνουν
οι σιδερένιες του τσιμπίδες
καθώς του ξαγλιστρά απ' τα νύχια -
γιατί τ' αγάλματα ζυγίζουν
πάνω απ' το Χάρο εφτά καντάρια.
Κι ο έφηβος γυρίζει ακόμα στο ποτάμι
με τη λύρα στο στήθος πολύκλωνη
και δυο στίχους στα χείλια του
εαρινά μες στους αιώνες χελιδόνια.
Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή Ιθάκη, 2010
Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010
Το όνειρο
Όσο φυσάει ο θάνατος
Θανάσης Κουτλής, Απουσία
εδώ φυσάει ακόμα μαύρος θάνατος
εδώ ξανά κηδεύουν την νεκρή
όλα 'ναι στατικά κι όλ' άστατα σαν όνειρο
από βαμβάκι ασπρόμαυρος βουβός ο ιερέας
- τι ζαλισμένες χάρτινες ισχνές χειρονομίες
- πώς δεν σημαίνουνε τα σήμαντρα εκκλησιάς
έτοιμος λάκκος κόσμος λίγος και η πολλή βροχή
αν αναγνώστη την αφουγκραστείς, συνέχισε
ο αντίκτυπός της γράφτηκε στο κλάμα την αυγή!
Κώστας Ριζάκης
από τη συλλογή Τα τελευταία ονόματα, 2010
Θανάσης Κουτλής, Απουσία
εδώ φυσάει ακόμα μαύρος θάνατος
εδώ ξανά κηδεύουν την νεκρή
όλα 'ναι στατικά κι όλ' άστατα σαν όνειρο
από βαμβάκι ασπρόμαυρος βουβός ο ιερέας
- τι ζαλισμένες χάρτινες ισχνές χειρονομίες
- πώς δεν σημαίνουνε τα σήμαντρα εκκλησιάς
έτοιμος λάκκος κόσμος λίγος και η πολλή βροχή
αν αναγνώστη την αφουγκραστείς, συνέχισε
ο αντίκτυπός της γράφτηκε στο κλάμα την αυγή!
Κώστας Ριζάκης
από τη συλλογή Τα τελευταία ονόματα, 2010
Γέφυρα
πώς όλα σκοτεινιάσανε μεμιάς
δυο γέροι σάπισαν στις πολυθρόνες
άκαμπτος πια διαβαίνει ο καιρός
κανένας χαρταετός δεν έφτασε ψηλά
όμως εγώ φυτεύοντας λουλούδια στο κενό
απομυζώ πειθήνια μέλισσα το νέκταρ
κι απ΄το κεντρί κρατιέμαι ζωντανός
πες τον φονιά πες ό, τι θες
ο θάνατος
απόσταση αγεφύρωτη είναι μόνο
χώμα στο χώμα - δάκρυ και πηλός
αίμα και σάρκα των φτωχών μας στίχων
μια κλίμακα ημιτελής
στο στέρνο του απείρου!
Κώστας Ριζάκης
από τη συλλογή Τα τελευταία ονόματα, 2010
δυο γέροι σάπισαν στις πολυθρόνες
άκαμπτος πια διαβαίνει ο καιρός
κανένας χαρταετός δεν έφτασε ψηλά
όμως εγώ φυτεύοντας λουλούδια στο κενό
απομυζώ πειθήνια μέλισσα το νέκταρ
κι απ΄το κεντρί κρατιέμαι ζωντανός
πες τον φονιά πες ό, τι θες
ο θάνατος
απόσταση αγεφύρωτη είναι μόνο
χώμα στο χώμα - δάκρυ και πηλός
αίμα και σάρκα των φτωχών μας στίχων
μια κλίμακα ημιτελής
στο στέρνο του απείρου!
Κώστας Ριζάκης
από τη συλλογή Τα τελευταία ονόματα, 2010
Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010
λάμπουν σαν δάκρυα τα χριστούγεννα
ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο
μόνος στον κόσμο
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά στο τζάμι
δέντρα για τα παιδιά
καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους
παραμονή
και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα
Τόλης Νικηφόρου
από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999
μόνος στον κόσμο
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά στο τζάμι
δέντρα για τα παιδιά
καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους
παραμονή
και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα
Τόλης Νικηφόρου
από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999
Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010
Ζητείται συνήγορος
στη λέξη ποίημα αντιτίθεμαι σφοδρά -
λαμπρός ο ουρανός εκεί ψηλά σκεπάζει
τις κατοικίες των ανθρώπων τη βουή
στην καθημερινότητά του ενός πλήθους κοσμικού
μεγάλ' η γέννηση ισόποσος κι ο θάνατος
η πίστη σώζει όταν η τέχνη ατονεί
στη λέξη ποίημ' αντιστέκομαι ορισμένως
ακόμη κι αν το θαύμα λειτουργεί
κι αν δεν στραβοπατεί στο δρόμο του ο στίχος
τη λέξη ποίημα στραγγάλιζα κρυφά
στυγνό το έγκλημα δε γνώριζ ' επιπτώσεις
αλλά συνήγορος των αδυνάτων των φτωχών
υπεραμύνθηκα συχνά του λήμματος «μητέρα»
και πάντα ποιητής ν' αναδιπλώνομαι
στη μήτρα παραγράφου μου κοινής στα λεξικά
στο μέλλον του κατάφυτ' ουρανού εκτυφλωτικά
μα μόνον γράφοντας κατάλαβα αργά
πόσες σελίδες μου νοερά απεύχονταν κι ο πόνος !
Κώστας Ριζάκης
από τη συλλογή Τα τελευταία ονόματα, 2010
λαμπρός ο ουρανός εκεί ψηλά σκεπάζει
τις κατοικίες των ανθρώπων τη βουή
στην καθημερινότητά του ενός πλήθους κοσμικού
μεγάλ' η γέννηση ισόποσος κι ο θάνατος
η πίστη σώζει όταν η τέχνη ατονεί
στη λέξη ποίημ' αντιστέκομαι ορισμένως
ακόμη κι αν το θαύμα λειτουργεί
κι αν δεν στραβοπατεί στο δρόμο του ο στίχος
τη λέξη ποίημα στραγγάλιζα κρυφά
στυγνό το έγκλημα δε γνώριζ ' επιπτώσεις
αλλά συνήγορος των αδυνάτων των φτωχών
υπεραμύνθηκα συχνά του λήμματος «μητέρα»
και πάντα ποιητής ν' αναδιπλώνομαι
στη μήτρα παραγράφου μου κοινής στα λεξικά
στο μέλλον του κατάφυτ' ουρανού εκτυφλωτικά
μα μόνον γράφοντας κατάλαβα αργά
πόσες σελίδες μου νοερά απεύχονταν κι ο πόνος !
Κώστας Ριζάκης
από τη συλλογή Τα τελευταία ονόματα, 2010
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010
Δωρικό
Κυκλικές αμφιθυμίες
ξυπνούν την κόλαση μέσα μου
Απ' όπου κι αν πάω να κρατηθώ
το υποστύλωμα σωριάζεται
Αναζητώ να εστιάσω
σε κάτι που διαρκεί
Λόγια απλά και δωρικά
τέλος με διασώζουν
Όμως τίποτε δεν έχει τελειώσει
Η κόλαση ξανάρχεται
Ευφυή τεχνάσμα επινοώ
για να γλυτώσω
Δεν υπάρχει απάντηση
στη θύελλα των καιρών
Χαρά Χρηστάρα
από τη συλλογή Δωρικά, 2010
ξυπνούν την κόλαση μέσα μου
Απ' όπου κι αν πάω να κρατηθώ
το υποστύλωμα σωριάζεται
Αναζητώ να εστιάσω
σε κάτι που διαρκεί
Λόγια απλά και δωρικά
τέλος με διασώζουν
Όμως τίποτε δεν έχει τελειώσει
Η κόλαση ξανάρχεται
Ευφυή τεχνάσμα επινοώ
για να γλυτώσω
Δεν υπάρχει απάντηση
στη θύελλα των καιρών
Χαρά Χρηστάρα
από τη συλλογή Δωρικά, 2010
Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010
Στον ύπνο της Αφροδίτης

(έργο του Ντίνου Παπασπύρου)
των δαχτύλων του ποδιού
κι έχυσε μέσα μου τον έρωτα
επάνω που κοιμόταν
το ανάκτορο του στήθους της
ανέμισε απ' την αναπνοή της
ανοίγοντας τα βλέφαρα γίναν λουλούδια οι πέτρες
έγινα δύτης στον ωκεανό της ομορφιάς
κι ο αφρός της επιφάνειας
τραγούδησε το όνομα
Αφροδίτη
αγγίζοντας τα βάθος του κορμιού της
υψώθηκα
ως το μελάνι της γραφής
το τίναγμα του κεφαλιού της
μου υποσχέθηκε
μολύβι από τα βλέφαρά της
σταλαγματιές από τα μάτια της
στεριώσανε έναν σταλακτίτη
ανηφορίζοντας την απορία μου
την έσφιξα στην αγκαλιά μου
κι απ' την ανάσα της
απελευθέρωσα φιλιά
Χαρά Χρηστάρα
από τη συλλογή Δωρικά, 2010
(αναθεωρημένη μορφή από τη συλλογή
Στον ύπνο της Αφροδίτης (1986 - 1990)
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
Κβαντομνημονική
Γίνονται σκόνη οι μέρες.
Σκορπούνε
- χνούδι ανθού της πικραλίδας.
Έρχονται - φεύγουν οι εποχές.
Παιχνίδι παδικό της μελιδόνας - της χελιδόνας.
Αυτό που τώρα θάλλει
αύριο θα 'ν' αιθάλη
κι εκείνο που θ' ανθίσει
το βράδυ θα μαδήσει
Ό,τι θυμάμαι είμαι
κι ό,τι φαντάζομαι.
Είμαι τα κβάντα της μνήμης μου.
Δυνάμει νεκρός.
Δυνάμει ζωντανός.
Η μνήμη τρέχει στο μέλλον.
Τρυπά το μυαλό μου.
Εφορμά να βγει απ΄το χρόνο.
Είμαι ο χρόνος.
Διανταίος
και
διαπερώμενος
Πού η αφετηρία;
Πού ο τερματισμός;
Πασχίζω να μη γίνω αιώνιο τώρα.
Νυχτώνει, ξημερώνει,
νυχτώνει, ξημερώνει,
νυχτώνει ...
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Σκορπούνε
- χνούδι ανθού της πικραλίδας.
Έρχονται - φεύγουν οι εποχές.
Παιχνίδι παδικό της μελιδόνας - της χελιδόνας.
Αυτό που τώρα θάλλει
αύριο θα 'ν' αιθάλη
κι εκείνο που θ' ανθίσει
το βράδυ θα μαδήσει
Ό,τι θυμάμαι είμαι
κι ό,τι φαντάζομαι.
Είμαι τα κβάντα της μνήμης μου.
Δυνάμει νεκρός.
Δυνάμει ζωντανός.
Η μνήμη τρέχει στο μέλλον.
Τρυπά το μυαλό μου.
Εφορμά να βγει απ΄το χρόνο.
Είμαι ο χρόνος.
Διανταίος
και
διαπερώμενος
Πού η αφετηρία;
Πού ο τερματισμός;
Πασχίζω να μη γίνω αιώνιο τώρα.
Νυχτώνει, ξημερώνει,
νυχτώνει, ξημερώνει,
νυχτώνει ...
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010
Μνημοφυλάκιο παρομοιώσεων ΙΙ (2)
Όπως, καμιά φορά, λικνίζοντας το θυμιατό πάνω απ' το μνήμα, η μάνα μου αρχίζει μιαν άηχη κουβέντα, κι εγώ, που το αντιλαμβάνομαι απ' των χειλιών της την ανεπαίσθητη κίνηση, μετακινούμαι λίγο πιο πέρα, αφήνοντάς τη να συνεχίσει τα παθητικά κρυφομιλήματα με τον πατέρα.
*
Όπως φτάνει κάποτε η ώρα που το αβάσταχτο βάρος του χρόνου λυγίζει τα πόδια σου και λυπάσαι που δεν μπορείς να εκφράσεις σωματικά της ψυχής σου το φούντωμα, της ψυχής που τώρα πια κατοικεί σε ερείπια.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
*
Όπως φτάνει κάποτε η ώρα που το αβάσταχτο βάρος του χρόνου λυγίζει τα πόδια σου και λυπάσαι που δεν μπορείς να εκφράσεις σωματικά της ψυχής σου το φούντωμα, της ψυχής που τώρα πια κατοικεί σε ερείπια.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010
Μνημοφυλάκιο παρομοιώσεων ΙΙ
Όπως η Αντιγόνη που κλαίει γοερά ζητώντας τη μάνα της, «Η μαμά μου ... αχ! θέλω τη μαμά μου ...» φωνάζει, και όταν μια κυρία τη ρωτάει, πού είναι η μαμά της, «πήγε να ψωνίσει και έχει αργήσει να επιστρέψει», της αποκρίνεται, και τότε την παίρνει και προσεκτικά την οδηγεί στο κρεβάτι της, η νοσοκόμος υπηρεσίας του γηροκομείου.
*
Όπως η ηλικιωμένη γυναίκα στο ημιώροφο του ξενοδοχείου, που, όσην ώρα παίρνει το πρωινό της, μονολογεί ψιθυριστά και νεύει σαν ν' απευθύνεται στα πιάτα και στα κύπελα, κι ύστερα διπλώνει με επιμέλεια ένα κομμάτι κέικ στη χαρτοπετσέτα και σηκώνεται ψιθυρίζοντας λέξεις απόγνωσης στο κέικ που θα γλυκάνει τον τρόμο της μοναξιάς της στο δωμάτιο τη νύχτα.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
*
Όπως η ηλικιωμένη γυναίκα στο ημιώροφο του ξενοδοχείου, που, όσην ώρα παίρνει το πρωινό της, μονολογεί ψιθυριστά και νεύει σαν ν' απευθύνεται στα πιάτα και στα κύπελα, κι ύστερα διπλώνει με επιμέλεια ένα κομμάτι κέικ στη χαρτοπετσέτα και σηκώνεται ψιθυρίζοντας λέξεις απόγνωσης στο κέικ που θα γλυκάνει τον τρόμο της μοναξιάς της στο δωμάτιο τη νύχτα.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010
Από μνήμης
Τιμή στον μονάκριβο φίλο μου
Τον είδα να έρχεται από το βάθος του δρόμου. Ψιλόβρεχε. Φορούσε ένα σταυροκούμπωτο παλτουδάκι ψαροκόκαλο, του οποίου ένα από τα τέσσερα μεγάλα κοκάλινα κουμπιά είχε χαλαρώσει και κρεμόταν από την κλωστίτσα του. Χαμογελούσε μ΄εκείνον το μορφασμό που αποτελεί εισαγωγική εικόνα στο κλάμα, όταν τα νήπια μαντεύουν το πικρό παρελθόν του μέλλοντός τους.
«Καλημέρα Γιώργο», του είπα.
«Καλημέρα Γιωργούλη», μ' αντιχαιρέτισε.
Προχώρησε στο χωματόδρομο. Μπήκε στον μαγικό κόσμο του κουρείου. Ο πατέρας του έβαζε ταλκ στον φρεσκοκουρεμένο πελάτη.
Κόλλησα το μούτρο για λίγο στο τζάμι του μαγαζιού. Ο Γιώργος πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μήν κάθεσαι στο κρύο. Θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι εσύ ν' αποταμιεύσεις μνήμες».
Σάββατο πρωί. Γενάρης του 1958. Στη Μεσσήνη ψιλόβρεχε σίγουρα. Στη Δελφίνα μπορεί και να χιόνιζε.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Τον είδα να έρχεται από το βάθος του δρόμου. Ψιλόβρεχε. Φορούσε ένα σταυροκούμπωτο παλτουδάκι ψαροκόκαλο, του οποίου ένα από τα τέσσερα μεγάλα κοκάλινα κουμπιά είχε χαλαρώσει και κρεμόταν από την κλωστίτσα του. Χαμογελούσε μ΄εκείνον το μορφασμό που αποτελεί εισαγωγική εικόνα στο κλάμα, όταν τα νήπια μαντεύουν το πικρό παρελθόν του μέλλοντός τους.
«Καλημέρα Γιώργο», του είπα.
«Καλημέρα Γιωργούλη», μ' αντιχαιρέτισε.
Προχώρησε στο χωματόδρομο. Μπήκε στον μαγικό κόσμο του κουρείου. Ο πατέρας του έβαζε ταλκ στον φρεσκοκουρεμένο πελάτη.
Κόλλησα το μούτρο για λίγο στο τζάμι του μαγαζιού. Ο Γιώργος πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μήν κάθεσαι στο κρύο. Θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι εσύ ν' αποταμιεύσεις μνήμες».
Σάββατο πρωί. Γενάρης του 1958. Στη Μεσσήνη ψιλόβρεχε σίγουρα. Στη Δελφίνα μπορεί και να χιόνιζε.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010
Είμαστε εδώ
Είμαστε εδώ,
κρατάμε απ' τον ίδιο σπόρο την ίδια ρίζα
πλάι στις φυματικές θάλασσες
τα προκατακλυσμιαία δάκρυα,
στα λιμάνια ανατινάζονται τα καράβια
οι γέφυρες αγκυροβολημένες στην άβυσσο
είμαστε εδώ ... είμαστε εδώ ...
αντένες στραμμένες σε λέξεις βαθιές και ξεχασμένες
οι αισθήσεις μάς εγκαταλείπουν μία-μία
ο έρωτας λεπιδόπτερο πουλί
σέρνεται πάνω σ' αυτό που κάποτε ήταν γης
κάτω απ' αυτό που ήταν ουρανός.
Και η Γη μολυσμένο μοναχικό αιμοσφαίριο
γυρίζει ακόμα γύρω απ' τον τρόμο της
λάμνοντας έξω απ΄τον καιρό της.
Είμαστε εδώ ... είμαστε εδώ ...
πάνω σε πόλεις που κάποτε υπήρξαν
πλάι σε ποτάμια και βουνά που μένει μόνο τ' όνομά τους,
φουγάρα τινάζουν τα σωθικά μας
κι ο άνεμος ο αρχέγονος άνεμος
γράμμα γεμάτο αναμνήσεις κατεβαίνει σφυρίζοντας
στα ερείπια του ύπνου μας,
στο ράδιο μια μακρινή φωνή λέει γι' αυτό που είπαμε νιότη
είμαστε εδώ
πάνω στο μήκος κύματος μια ζωής που λιγοστεύει
είμαστε ακόμα εδώ ...
Βασίλης Φαϊτάς
από τη συλλογή Υστερόγραφα για το αύριο, 2010
κρατάμε απ' τον ίδιο σπόρο την ίδια ρίζα
πλάι στις φυματικές θάλασσες
τα προκατακλυσμιαία δάκρυα,
στα λιμάνια ανατινάζονται τα καράβια
οι γέφυρες αγκυροβολημένες στην άβυσσο
είμαστε εδώ ... είμαστε εδώ ...
αντένες στραμμένες σε λέξεις βαθιές και ξεχασμένες
οι αισθήσεις μάς εγκαταλείπουν μία-μία
ο έρωτας λεπιδόπτερο πουλί
σέρνεται πάνω σ' αυτό που κάποτε ήταν γης
κάτω απ' αυτό που ήταν ουρανός.
Και η Γη μολυσμένο μοναχικό αιμοσφαίριο
γυρίζει ακόμα γύρω απ' τον τρόμο της
λάμνοντας έξω απ΄τον καιρό της.
Είμαστε εδώ ... είμαστε εδώ ...
πάνω σε πόλεις που κάποτε υπήρξαν
πλάι σε ποτάμια και βουνά που μένει μόνο τ' όνομά τους,
φουγάρα τινάζουν τα σωθικά μας
κι ο άνεμος ο αρχέγονος άνεμος
γράμμα γεμάτο αναμνήσεις κατεβαίνει σφυρίζοντας
στα ερείπια του ύπνου μας,
στο ράδιο μια μακρινή φωνή λέει γι' αυτό που είπαμε νιότη
είμαστε εδώ
πάνω στο μήκος κύματος μια ζωής που λιγοστεύει
είμαστε ακόμα εδώ ...
Βασίλης Φαϊτάς
από τη συλλογή Υστερόγραφα για το αύριο, 2010
Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010
Εκείνο το γυαλί ανάμεσά μας
Σε είδα να σαλεύεις στα Εξάρχεια.
Πρόσωπο δίχως πρόσωπο.
Κορμί χωρίς πυξίδα.
Συγκεχυμένο πλάσμα, ετοιμόρροπο.
Χαμένος μονομάχος στην αρένα.
Σκέφτηκα να σε κρύψω σ' ένα ποίημα.
Να σε τυλίξω λέξεις μυστικές.
Να μην κρυώνεις.
Άλλη μια αυταπάτη δωρεάν.
Το ίδιο παγωμένο λεξιλόγιο.
Οι ένοχες κραυγές των φωνηέντων.
Τα υλικά της σιγουριάς. Τα πλαίσια.
Εκείνο το γυαλί ανάμεσά μας.
Να σε σε καταλαβαίνω μόνο δεν αρκεί.
Θα 'πρεπε να μπορώ να σ' αγκαλιάσω.
Να μην κρυώνω.
Χάρης Μελιτάς
αδημοσίευτο
Πρόσωπο δίχως πρόσωπο.
Κορμί χωρίς πυξίδα.
Συγκεχυμένο πλάσμα, ετοιμόρροπο.
Χαμένος μονομάχος στην αρένα.
Σκέφτηκα να σε κρύψω σ' ένα ποίημα.
Να σε τυλίξω λέξεις μυστικές.
Να μην κρυώνεις.
Άλλη μια αυταπάτη δωρεάν.
Το ίδιο παγωμένο λεξιλόγιο.
Οι ένοχες κραυγές των φωνηέντων.
Τα υλικά της σιγουριάς. Τα πλαίσια.
Εκείνο το γυαλί ανάμεσά μας.
Να σε σε καταλαβαίνω μόνο δεν αρκεί.
Θα 'πρεπε να μπορώ να σ' αγκαλιάσω.
Να μην κρυώνω.
Χάρης Μελιτάς
αδημοσίευτο
Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010
ο προορισμός του ονείρου
θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα
θ' ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα
κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ' αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θα αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη
τίποτα δεν θα θυμηθούμε
και τίποτα δεν θάχουμε ξεχάσει
Τόλης Νικηφόρου
από τη συλλογή Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη
που ονειρεύεται, 2002
θ' ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα
κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ' αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θα αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη
τίποτα δεν θα θυμηθούμε
και τίποτα δεν θάχουμε ξεχάσει
Τόλης Νικηφόρου
από τη συλλογή Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη
που ονειρεύεται, 2002
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

