Σάββατο 2 Αυγούστου 2008

Το πίσω φως της μέδουσας (απόσπασμα)

Αγάπη μου !
Τούτη η μαβιά γραμμή
στο βλέμμα σου
που συνεχίζεται.
Τούτη η ανάλγητη ομορφιά
Που στένεψε τη νύχτα στα μαλλιά σου.

Πέφτοντας απ' του καιρού τα χρώματα
Τοπίο ανέκφραστο ακόμα
Καθώς η πρώτη κάποτε
Αντήχησε
Ευτυχία
Στην ερημιά.
Ζη ο βυθός.
Τα σκότη εκτυφλωτικά ορίζοντας ο δαίμονας
Αυτός τα δέντρα επιστρέφει πάλι.
Μελίσσι ανθισμένο ως τι λυγαριές
Ως τα γερτά χρυσάνθεμα
Ο χρόνος μαίνεται ...

Χώμα ! - καθώς το χώμα τώρα σ' αγαπώ ...
Παιδί - τώρα; παιδί; ή φεγγάρι;
Και τούτος με το φόνο γεννημένος.
Κι ο άλλος με την ομορφιά προωρισμένος.
Κ' ευθύς αιχμάλωτη να δυναμώνει μες στα μπράτσα μου
Η λυγισμένη αυγή
άνοιξη
αίμα
από
Άνοιξη σε
άνοιξη
Τα ακατάλυτα χέρια σου
Ή
Στ' αφηνιασμένα κλήματα
σταγόνα π' άφησε ο νοτιάς;

Μαρία Σερβάκη
από τη συλλογή Ο άλλος κήπος, 1977

Τοπίο της μέδουσας και χορικό (απόσπασμα)

Autumn by Abi

Ποιά όνειρα τη θάλασσα κυκλώνουν τώρα;
Ποιές πορτοκαλιές τα εικονοστάσια;
Κι αυτές τι θέλουν μες στα μάτια σου οι
Βροχερές
Ιέρειες
Και δεν μιλούν
Και δε γελούν
Κ' έχουν κλαδάκι απήγανο στ' αχείλι και μυρίζουν;

Ετούτη μια διάθεση ακατάπαυστη ανατριχιάζοντας στο χώμα.
Η γνώριμη ανταπόκριση.
Άλιωτο το φεγγάρι. Κοντινό.
Γαλάζια, πράσινα, απόκρημνα νερά στη γοητεία ...
Ηχεί το κόκκινο. Και σχίζεται το γκρίζο.
Με τα κοκόρια πρώτα του χρησμού
Κτίσματα σκοτεινά
Προβάλλονται οι λόφοι σε μακάρια χρυσάφια.
Κυρτώνει, σείεται ο βυσσινής κυματισμός.
Τόση γαλήνη !... Το μυστήριο ...
Άπειρα θορυβώντας των πουλιών τα σώματα
Τόση
γαλήνη!
Και ξαφνικά φτεροκοπούν τ' αμπέλια μες στο αίμα σου
Τοπίο πρωινό σα χτυπημένο από φυλλώματα και φώτα.
Από τη γη τους σιωπηλούς ελευθερώνουν κλώνους.
Στενάζουνε τα μύρα οι ξύλινοι κορμοί.
Και είσαι εδώ. Και είσαι πέρα.

Σ' αυτή τη μέθη ανάμεσα
Που τυραννιέται όνειρο μαζί και χρώμα
Και σε ζαλίζουν οι νεροσυρμές -
Για μια στιγμή κρύσταλλο ελάχιστο στα χέρια σου ...
(Πίσω από ποια αποκρυπτογραφώντας ερημιά
Την κίβδηλη σιγή;)
Κ' είναι η ώρα, λεν, τα λόγια των τρελλών κ' οι προφητείες
Καθαρά που ακούγονται - κι ασπρίζει
Από έλευση το χώμα ...
Κ' είναι το χώμα ! Ακούς;
Έχει, θαρρείς, το χώμα ετούτο ευλογηθή.

Αγάπη μου ! Ψηλά καθώς τινάζεται -
Σύννεφο ή κορυδαλλός;
Πουλί; Τραγούδι;
Καθώς ανοίγουν τώρα
Πάνω απ' τις μολόχες
Θρίαμβοι όλο πεύκο
Του μούστου και μας συνεπαίρνει ο αλαλαγμός.
Και χάνεσαι με τα σεντόνια περίτρομα.
Μια τύχη νέα στον υπέργειο ελιγμό το άνθος
Που σε μοίρασε στην έρημο -
'Ανεμοι ουράνιοι όταν μοιράζουν αστραπές
Κ' ηχούν οι κάμποι
Μ' αλλαγμένο τρίχωμα
Κι αλαφροϊσκιωτα φιλιά.
Και κατεβαίνει τ' αδυσώπητο το γέλιο σου ...
Αυτό το γέλιο από σίδερο και θέρος.

Τον κόσμο περισσεύοντας
Του γρύλλου ακόμα γήινη, φεγγάρι όλο
Ξεφαντώνει στα λιοστάσια η κραυγή ...
Κι όπως σ' αγγίζω
Μια άλλη μου 'ρχεται ομορφιά
Ξιππάζοντάς με ...
Μπαίνουν στο αίμα μου πουλιά.

Πότε;
Πού
ήταν
που σ' αγάπησα;

Μαρία Σερβάκη
από τη συλλογή Ο άλλος κήπος, 1977

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2008

Το έγκλημα της μοναξιάς

Solitude by Diane DeBonville

Κάθε που πέφτει επικίνδυνα το βράδυ,

ξυπνάει η φωνή σου μέσα μου και με ρημάζει∙
κι όταν η νύχτα όλες τις γλυκιές εικόνες διώχνει,
προβάλλει εντός μου η βρώμικη ομορφιά σου
και σβήνει από τα μάτια τη λάμψη του Θεού.

Και τότε δίνομαι στο έγκλημα της μοναξιάς,
που χρόνια τώρα μέσα μου το ετοιμάζω,
και πια δεν έχει ουράνιο φεγγοβόλημα,
δεν έχει πια παιδικές χορωδίες,
μονάχα μια προσπάθεια για σπασμούς,
νυχτερινά χαρτονομίσματα τσαλακωμένα.

Ντίνος Χριστιανόπουλος
από τη συλλογή Ξένα γόνατα, 1954

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Όταν σε περιμένω

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ' αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ' έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.

Ντίνος Χριστιανόπουλος
από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός, 1960

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Το απόγευμα


Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα με την ατέλειωτη
συζήτηση στο πεζοδρόμιο.
Τα πουλιά κελαηδούσαν, οι άνθρωποι πέρναγαν,
τ' αυτοκίνητα τρέχανε
και χάνονταν εκεί που είχαμε κατέβει την τελευταία φορά.
Στο απέναντι παράθυρο το ράδιο έπαιζε ρεμπέτικα
και το κορίτσι του διπλανού μας τραγούδαγε το ντέρτι του.
Φυλλορροούσε η ακακία κι ευώδιαζε το γιασεμί
και μες στην Τάπια τα παιδιά παίζαν κρυφτούλι
και τα κορίτσια γύρναγαν σχοινί -
παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν από θάνατο,
παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν από τύψη,
κι εγώ τους αγάπησα πολύ τους ανθρώπους εκείνο το απόγευμα,
δεν ξέρω γιατί, πολύ τους αγάπησα, σαν ένας μελλοθάνατος.

Ντίνος Χριστιανόπουλος
από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα, 2004
ενότητα Ο αλλήθωρος (ποιήματα 1949-1970)

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Το δάσος

δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας
βλασταίνουν φύλλα και κλαδιά
κι έρχονται τα πουλιά του έρωτα και κελαϊδούνε

δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας
οι σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό
στις λόχμες του ο φόβος ενεδρεύει

ζώα μικρά και ζώα άγρια το κατοικούν
όχεντρες έρπουν και ρημάζουν τις φωλιές μας
λιοντάρια ετοιμάζονται να μας ξεσκίσουν

δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας
έγιναν δάσος σκοτεινό και μας πλακώνει

Ντίνος Χριστιανόπουλος
από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα, 2004
ενότητα Ο αλλήθωρος (ποιήματα 1949-1970)

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Τσαϊράδα

Ντίνος Παπασπύρου, «Από τους Νέους Επιβάτες», 1979

Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε.
Τ' αγκάθια τσιμπούν και τα τριβόλια κολνούν
και προδίνουν.
Το λασπωμένο ρέμα, όλο κουνούπι και κακό.

Εδώ δεν είναι τόπος να ξανάρθουμε.
Έχτισαν κι άλλο σπίτι, βλέπω το φως στο παράθυρο.
Ο χωματόδρομος περνάει σχεδόν δίπλα μας.
Ζευγάρια επιστρέφουν με το μοτοσακό.

Εδώ δεν είναι τόπος να ησυχάσουμε.
Αυτό το ρεμπέτικο μου χάλασε όλο το κέφι.
Βουρκώνει το μέσα μου καθώς σ' αγκαλιάζω.
Μου κάνει κακό ν' ακούω για ξενιτεμούς.

Εδώ δεν είναι τόπος για μας.
Ακόμη κι η εξοχή έχει τον τρόπο της να μας πληγώνει.

Ντίνος Χριστιανόπουλος
από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός, 1960

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Τα χρώματα μιας ιστορίας

Με υφάσματα δαμασκηνά της Προύσας χρυσοκέντητα
έγραψε μες στις λέξεις της το σώμα
σαν παραμύθι στις κινήσεις του ενέδωσε
και νίκη έδωσε στα βήματα κατακτητή.

*

Να μ' αγαπάτε, είπε,
με τα λόγια που φορώ για ν' αντέχω στο κρύο.

Να μ' αγαπάτε, ίσως, γιατί με λέξεις ανυπόδητες
Θ' ανέβω τη ζωή μου ως την κορφή.

Μαρία Αρχιμανδρίτου
από τη συλλογή Η κατίσχυση των ρόδων, 2002

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2008

Παραινέσεις


Τώρα πια δεν ενδείκνυται
Η προσφυγή στις παλιές φωτογραφίες
Η ζωή έχει τόσες μεταπτώσεις
Μην εισχωρείτε στην εποχή των ερώτων
Στα βίαια καλοκαίρια μην υποκύπτετε
Στη σαγήνη των παλαιών φωνών
Η κυτταρίνη διατηρεί χαμόγελα και στάσεις
Στο λυκαυγές του βίου μορφές ασάλευτες
Που σας κοιτούν νοσταλγικά στιγμές
Αυτάρκειας που έχουν πια λησμονηθεί
Πρόσωπα που φτερούγισαν από κοντά σας
Η κυτταρίνη αποκαλύπτει την απάτη
Του χρόνου μεγεθύνοντας τον άλλο χρόνο
Που παραμένει ακέραιος χωρίς τα ελάχιστα
Σημεία χαλασμού γι' αυτό μην ξεσκαλίζετε
Παλιές φωτογραφίες μην αποτολμάτε
Καμία σύγκριση που θ' αποβεί σε βάρος σας
Μη διαβάζετε αφιερώσεις αιωνίας φιλίας ή αγάπης
Μην βλέπετε γνωστούς σας καλοβαλμένους κι αρυτίδωτους
Λες και θα ξεκινήσουνε για το μεγάλο γλέντι

Αποφεύγετε κάθε σας περιπλάνηση σε φωτογραφίες παλιές
Μην ταράζετε τη μακάρια γαλήνη τους
Είναι σοφές και ξέρουν να εκδικούνται

Κλείτος Κύρου
από τη συλλογή Κλειδάριθμοι, 1963

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Η αγωγή των ονείρων

Πηγή: Dallas Public Library
Από το βιβλίο του Tristan Tzara. Parler Seul: Poéme.
Εικονογράφηση: Juan Miro

Τη μέρα κοιμούνται τα όνειρα
Τη νύχτα συνήθως ξυπνούν
Άνθη που ζούνε μόνο στο σκοτάδι
Μη γνωρίζοντας ποτέ το φως
Τότε παίρνουν άλλη μορφή
Άλλες διαστάσεις χρώματα
Μιας τρίτης ζωής
Που δεν καταχωρείται
Σε ημερολόγια τότε παίρνουν
Μια γεύση πικραμένης ζάχαρης

Τότε ακριβώς γεννιούνται
Αμέτρητα χλωμά παιδιά
Πτηνά
Και άγγελοι
Στον ουρανό

Κλείτος Κύρου
από τη συλλογή Κλειδάριθμοι, 1963

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Πύργος της Βαβέλ

Χρόνια αγωνίζεσαι χτίζοντας

Τα υλικά παράταιρα οι λέξεις
Τρύπιες χωρίς εμβέλεια
Πλήθος τα χάσματα των συνειρμών
Κι εσύ ένας αδιόρθωτος
Τελειομανής να σκέφτεσαι
Κάθε φορά την ιστορία
Του γνωστού εκείνου Πύργου

Κάποτε όμως ακούγονται
Κρότοι ανεξήγητοι
Και παράξενοι
Μες στο σκοτάδι
Πάνω σου απειλητικός
Ένας ουρανός μια υγρή
Οροφή ετοιμόρροπη

Είναι η ώρα που οι άγγελοι
Γυρίζουν στα σπίτια τους

Κλείτος Κύρου
από τη συλλογή Ο πρωθύστερος λόγος, 1996

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Η δύναμη των λέξεων


Τα πρωινά μεταμφιέζεται
Σε παραγγελιοδόχο
Σ' εξομολογητή
Σ' αιλουροειδές

Τα βράδια
Μεταμφιέζει τις λέξεις
Σε βόμβες βυθού
Σ' αερόλιθους

Κοιμάται ήρεμος
Πάνω σ' αναμμένα κάρβουνα
Κι ονειρεύεται δέντρα

Κλείτος Κύρου
από τη συλλογή Τα πουλιά και η αφύπνιση, 1987
ενότητα Α'

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Κουρί


Περπατούσαμε κι έλεγε η καλή μου φίλη στο πλευρό μου
Ξέρεις με δέρνει σκληρά η νοσταλγία του παλιού καιρού
Αγρυπνώ τις κατάλευκες βραδιές και θυμούμαι... θυμούμαι
Οι ματιές της γυάλιζαν γιατί η φίλη θυμούνταν
Κι η φωνή της ηδονίζονταν γιατί η φίλη αναπολούσε
Είν' η νοσταλγία κάτι τ' αναπόφευκτο απάντησα
Νοσταλγούμε για πευκοβέλονα για λικνιστικά βαδίσματα
Για χέρια αβρά για ηλιαχτίδες...

Περπατούσαμε κι ανοίγαμε θαρρετά το δρόμο
με τ' άρβυλά μας
Κάνοντας τα στάχυα να σφαδάζουν
Μερικά πιο τολμηρά μας χάιδευαν το πρόσωπο
Κι ο ήλιος ασωτεύονταν σε ταλαντέματα
σπασμένης ζυγαριάς
Μικρή παιδούλα είχα κοτσίδες και κοκκινίζαν
τα μάγουλα
Κι είχα ένα πλεχτό φουστάνι που το καλοκαίρι
τ' άλλαζα μ' ένα θαλασσί
Κι ήμασταν αγόρια και κορίτσια κοντά στην ακρογιαλιά
Και σμίγαν τ' άσπρα βότσαλα με τις επιθυμίες μας
Χασμουριόμασταν στην πανσέληνο γιατί ακόμα
δεν μας είχε μιλήσει
Μονάχα οι πιο μεγάλοι αποτραβιόντανε
για να ρεμβάσουν
Πράγματα που δεν πολυκαταλαβαίναμε

Σιγοτραγουδούσα Αγαπώ μια γυναίκα...
Κι ο σκοπός πνίγονταν στο κελάδημα
της γειτονικής φωνής
Τα βράδια κοιμούμασταν όλοι μαζί
Και γελούσαμε στο σκάσιμο της μέρας
Κι η μεγάλη αδελφή ήταν τόσο μελαγχολική
Ανοίξαμε το συρτάρι της και νεμηθήκαμε τα γράμματά της
Ανήσυχος ύπνος ατροφικά όνειρα Ιούλιος Αύγουστος
Παρθένα αμμουδιά κι οι κρωγμοί των γλάρων
Κι ένα βράδυ ξαγρύπνησε ο καλός ξάδελφος
Με τη ματιά βυθισμένη στο ρολόι
Και με ξύπνησε την αυγή για ψάρεμα

Κάποτε ήταν παιδούλα ήμασταν όλοι παιδιά
Τι σημασία
Πλάι μου τώρα πορεύονταν μια τέλεια γυναίκα
Με ρυθμικούς κυματισμούς
Κι εγώ εξακολουθούσα να τραυματίζω τον ίδιο σκοπό
Αγαπώ μια γυν...

Κλείτος Κύρου
από τη συλλογή Αναζήτηση, 1949

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Η κρύπτη


Οι μεγάλες προγραφές
Η καθημερινή δήωση της ελευθερίας
Οι όγκοι παραισθήσεων και θορύβων
Σημεία καθοριστικά ενός τρόπου
Ζωής που επιζητείς
Και δεν μπορείς να ζήσεις
Μετατοπίζονται στην αθέατη πλευρά
Της μνήμης όταν καταδύεσαι
Πλησίστιος
Στη δροσερή φωτιά της κρύπτης


Κλείτος Κύρου
από τη συλλογή Τα πουλιά και η αφύπνιση, 1987
ενότητα Α'

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Τρίτη 29 Ιουλίου 2008

Ικαρία

Ικαρία, ο όρμος του Να

Και έτσι έμαθε πως ήτανε νησί
και τ' όνομά του Ικαρία.

Και ότι εκεί
σ' αυτό που ήτανε σημείο
εμάχονταν και πολεμούσαν ηδονές
και πάλι αγκαλιάζονταν μέχρι να αλωθούν
στήθος με στήθος οι γλυκές με τις αιμοχαρείς
σώμα με σώμα αλάλαζαν να ξεχωρίσουν
ποιες της οδύνης και ποιες της γλύκας
που ακουμπάει το σώμα στην ψυχή.

Και είδαν ότι αχώριστες πως είναι
πλεγμένες μεταξύ τους τ' αντίθετα σαν όμοια
τα όμοια σαν ξεμάκραιναν να μιμηθούν πολέμους
και πικρούς του έρωτα καημούς.
Σαν ίδια όψη που αντανακλά
το βάθος της ψυχής και
το απύθμενο το μάτι των σωμάτων -
εκείνο που σαν πέρασμα σε βγάζει στην στεριά.

Και έστερξαν αξεδιάλυτες πως είναι αξεχώριστες
Ένα κουβάρι μεταξύ τους κόσμος
Το αχ του αναστεναγμού
στο ακατοίκητο της μνήμης
μ' αυτή την τόση δα ανάσα ηδονής
που αφήνουνε τα σώματα σαν νοσταλγία
πως κάποτε μία ήταν η πληγή

Σε νοσταλγώ συνέχεια.

Μαρία Κυρτζάκη
από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα, 2000

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Ένα μετέωρο κλουβί ακατοίκητο


Είναι δεν είναι αυτά τα μάτια
του αγαπημένου μου
Τα κουβαλάει
σε μια παλάμη σκοτεινή
και χάνεται
κι αν φέγγει μέρα
τα ρούχα του ασύνορα
μπερδεύονται στο φως
και η νύχτα
αυτή ποτέ
δε μου τον δίνει ολόκληρο
σα να παλινδρομεί
ένα άστρο βιαστικό
απάνω του
και ξαφνικά αποσύρεται
και μένει εκεί
ο ίσκιος του
να υψώνει ένα κιγκλίδωμα
μες στον καμένο κήπο
κι ένα μετέωρο κλουβί
ακατοίκητο

Μαρία Καραγιάννη
από τη συλλογή Το δίδυμο όνειρο, 1979

Πηγή Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Ηδυπάθεια

Στο χέρι κρατούσε ένα ρόδο ανοιγμένο,
ένα ρόδο πολύ ανοιχτό.
Στο πρόσωπό της είχε το στόμα
μισοανοιχτό και τα χείλη ανοίγαν
στη θήκη γεμάτη χυμό
των δοντιών, τα ρόδινα ούλα
έφεγγαν, κοκκίνιζαν χωρίς ντροπή,
όπως το σπασμένο ρόδι, τ' ανοιχτό ρόδο.

*
Οι ωραίες γυναίκες είναι
λουλούδια και καρποί μαζύ.
Μη ζητάς πιο πολύ,
όταν η ζωή σού χαρίσει
το ένα και τ' άλλο.
Η ανάμνησή τους είναι
που ξυπνάει την αγιάτρευτη στέρηση.
Απ' αυτήν θρέψε την ακούραστη
ψυχή, ανθρώπινη,
της φαντασίας.

Ζωή Καρέλλη
από τη συλλογή Κασσάνδρα κι άλλα ποιήματα, 1955

Δημοσιευμένο στο Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Αναμνήσεις

Oleg Zhivetin, "Memories of Love"
από τον ιστότοπο του ζωγράφου

Ημέρες...
ή μάλλον ώρες της ζωής μου
δεμένες με βάρος, ξανάρχονται
εμπρός μου, γύρω μου δε φεύγουν.

Φαντάσματα του χρόνου,
του εκείνου δικού μου καιρού,
ανήσυχες ψυχές από στιγμές
που μείναν ανάρμοστα οδυνηρές,
δίχως απάντηση, στο γιατί της οδύνης.

Ώρες δίχως εγκαρτέρηση κι υπομονή,
δίχως παραδοχή, δεν λησμονούνται
τούτες οι πληγές που ανοιχτές μένουν
στο σώμα του χρόνου εκεί,
εκείνου που αγάπησα παράφορα,
οι αναμνήσεις επιμένουν επίπονες.

Ζωή Καρέλλη
από τη συλλογή Φαντασία του χρόνου, 1949

Δημοσιευμένο στο Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Άτιτλο (Ψυχή, μη λησμονείς την έπαρση ...)

Proud to be a woman
by Edna Hibel


Ψυχή, μη λησμονείς την έπαρση.
Το άσπονδο που τρέφεις,
σαν έρωτας σκληρότατος υπάρχει
και εισχωρεί ως το μεδούλι του σκελετού,
που συγκρατεί του σώματος την ύψωση.

Μη λησμονείς την έπαρση,
φαρμάκι αδυσώπητο, φάρμακο δυνατό
κρατάει την έκφραση άκαμπτη
και δυναμώνει η γνώση του χωρισμού.

Ποιος χωρισμός θα σε βαστάξει ανένδοτη
κι ακέρια; Πώς ειμπορεί
μια τέτοια να συγχωρήσει προσφορά;
Ω συμφορά, τα χέρια της αγάπης παραλύουν
και προχωρεί στο δρόμο της πορείας,
εξόριστος ο άνθρωπος.

Δίχως της συγκατάβασης τη χάρη,
στεγνών' η δύναμη την ευφορία του σώματος.
Σα θάνατος αδιέξοδος η δύναμη της έπαρσης,
σπάνιο, απαίσιο χάρισμα της μοναξιάς αγέρωχης.

Μη λησμονείς την έπαρση.
Μονάχα, όταν σου γίνει δοκιμασία, ψυχή,
θα μάθεις τη σημασία
της άκρατης, σφοδρής υπερηφάνειας
το ακόρεστο μυστικό.

Ζωή Καρέλλη
από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης, 1951

Δημοσιευμένο στο Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Της σελήνης

II

Αργυρόηχη, μελίχροη, χρυσορόδινη,
μειλιχόμειδη ερωμένη, ασύλληπτη.
Ηδονή ομιχλώδης η χάρη σου, η καλλονή
πάρα πολύ σιωπηλή,
βασίλισσα
στο μαβί, στιλπνό στερέωμα,
του σκοταδιού αργυρή αρχόντισσα, μακρινή.

Είναι το φως σου παράξενα οδυνηρό
και μαγικό, σαν τη σκιά
εκείνων που αγαπήσαμε τρυφερά
και ξανάρχονται να μας ψιθυρίσουν,
να πουν για τ' ανύπαρχτα, για τα φανταστικά,
για κείνα τα μυστικά,
που μόνο οι ανήσυχες ψυχές
έχουν μέσα τους.
Παρηγοριά εκείνων που γνωρίζουν τη μοναξιά,
την πλήρη ονείρων κατάσταση
που το φως σου ξυπνά,
καθώς τις σκιές διαπερνά,
δίχως να τις κυνηγά να φύγουν.

Τόσο υπερήφανη, ασυγκίνητη στην εμορφιά σου
λάμψη διαβρωτική, ύπουλα διαπεραστική
εντός μου σταλάζεις
τα μυστικά της νύχτας.

Ζωή Καρέλλη
από τη συλλογή Το πλοίο, 1955

Δημοσιευμένο στο Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Ημερολόγιο (1955-1973)

Woman with a Parasol
by Claude Monet

34


Ο Κυρ Βοριάς είναι σκληρός,
όταν υψώνεται σφοδρός και παγερός
μπροστά σου.
Το πρόσωπο σού αρπάζει
με την τραχειάν αναπνοή του
και σου αλαλιάζει τα χέρια.

Βάζει τα βίαια κι' απότομα σκέλη του,
ανάμεσα στα δικά σου,
εμποδίζει τους ώμους με τα ψυχρά δάκτυλά του
και σου βουίζει στο κεφάλι ηχηρές διαταγές.
Σε ταράζει, πληθαίνει, αυξαίνει,

όμως, έξαφνα, μπορεί να κοπάσει,
να εξαφανιστεί
κι' εσύ ν' απορείς για όλα
όσα έγιναν την ώρα της πάλης.

Ζωή Καρέλλη
από τη συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα, τόμος Β', 1973

Δημοσιευμένο στο Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

Άτιτλο

Έναστρη νύχτα
αντίδωρο,
της πικραμένης
μέρας

Βασίλης Ιωαννίδης
από τη συλλογή Μικρά ερωτικά, 1998

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Τα βήματά σου

Hesperus, the Evening Star, Sacred to Lovers
1857, by Sir John Noel Paton

Όλα μπορείς να τα σωπάσεις,
όμως ποτέ τον έρωτα∙
την ώρα που ανοίγουν τ' άστρα
όταν αρχίζει στην καρδιά η μουσική
και κόβονται γλυκά τα γόνατα.

Τότε σε οδηγούν τα βήματά σου.


Γιώργος Ιωάννου
από τη συλλογή Τα Χίλια δέντρα, 1963

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Παραίσθηση

Broken Red Dreams by Deb Seeger, 2007

Πέρασες από μπροστά μου
γυμνό αστέρι,
ως πόσο σε θέλω
στο νυχτωμένο μου κατάντημα,
πόσο απαρηγόρητα
χωρίς εσένα
φλυαρεί το κορμί μου!
Πλησίασε, έχω κάτι να σου πω,
αυτή η κατακόκκινη φαντασίωση
με ξεπερνά κατά πολύ
κι αγγίζει
όλες τις προηγούμενες
κι επόμενες ζωές μου.

Δεν ξέρω ούτε τα στοιχειώδη
παρά τα νοερά κι ευλύγιστα
πλοκάμια σου,
σε πιάνω μόνο
στη συχνότητα των ονείρων
καταδικασμένη να χάνομαι
νύχτες ολόκληρες
στις άυλες διαστάσεις σου.
Ν' αγγίζω το ανέγγιχτο
να ψιθυρίζω το ανείπωτο
να ξεφορτώνω θάλασσες
στη διαστροφή μου.
Για σένα, για μένα
για όλο αυτό το πλήθος
που βογκάει στα σπλάχνα μου,
η τελευταία ριξιά της μοίρας.
Ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα
οι ουρανοί
ω έρωτά μου, πλησιάζει η μπόρα.

Ρουμπίνα Θεοδώρου
από τη συλλογή Αιώρηση επί χάρτου, 2002

Δημοσιευμένο στο Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Μαθήματα

Η λέξη Ελευθερία είναι σχετική, Ελλάς
επίσης σχετική - αυτό το παραδέχονται όλοι.
-Κόβοντας κάτι από τη μια, προσθέτοντας στην άλλη κάτι,
τουλάχιστον φαινόμαστε - κι εν μέρει είμαστε -
και φιλελεύθεροι κι εθνικοί συνάμα.

Αν κάποιοι βλάπτονται απ' τα μέτρα μας, οι άλλοι ωφελούνται
κι αν μερικοί μεμψιμοιρούν, στραβοκοιτούν ή έστω κάνουν
που αντιδρούνε
αυτό το επιτρέπουμε, το ενθαρρύνουμε αυτό - με μέτρο.
-Εμείς στενά δεν ερμηνεύουμε τ' άγια των αγίων!

Άμα το παρακάνουν όμως κι αρχίσουν τις φωνές
τα «κλέφτες» «τύραννοι» τα «κάτω» κι άλλα
που τα συνηθίζουν
και βγουν στους δρόμους συν γυναιξί και τέκνοις
και τα λένε στ' ανοιχτά και πια δεν παίρνουν από λόγια
κι απ' αστεία,
ορμούν οι γυμνασμένοι νόμοι σα σκυλιά και τους
κατασπαράζουν,
γονατιστοί στις πλάκες έλεος ζητούν, ομολογούν
οι άθλιοι το λάθος
το διαλαλούνε στις πλατείες.

- Όχι, θα παίξουμε εν ου παικτοίς!

Πάνος Θασίτης
από τη συλλογή Ελεεινόν θέατρον, 1980

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Ο νεκρός ποιητής

Πάνος Θασίτης

Δεν είμ' εδώ που ψάχνεις.


Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ' αβάσταχτο φως του φεγγαριού.

Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.

Τι γυρεύω.

Πάνος Θασίτης
από τη συλλογή Σχιστολιθικά, 1983
ενότητα Τ' αδέσποτα


Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Xωρισμός

Edvard Munch, Separation, 1900

Ήρθες και τίποτα δεν άντεξε πλάι σου
Έφυγες και τίποτα δε χάθηκε μαζί σου
Στα χέρια μου κρατώ και την ελπίδα και τη μνήμη σου
Το αίμα μου περνάει μέσ' από σένα
Μοίρασα τον ίσκιο μου με σένα
Τίποτα δε μου λείπει∙
γιατί τίποτα δε χάθηκε μαζί σου.

Πάνος Θασίτης
από τη συλλογή Δίχως κιβωτό, 1951

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Νυχτερινό


Είμαστε δυο άνεμοι νυχτερινοί
Πουθενά πάνω σ' εμάς δε βρίσκεται ένας δρόμος
Ένα τέλος μια αρχή ένα σχήμα

Υποθέτοντας τους εαυτούς μας αγαπιόμαστε
Για τον τρόμο και τον ίλιγγο του αγνώστου μας
Για τη μοναχική συνάντησή μας πέρ' απ' το χνούδι
του Κόσμου.
Αγάπη μου
Σεισμέ του νου μου.

Πάνος Θασίτης
από τη συλλογή Δίχως κιβωτό, 1951

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Κυριακή 27 Ιουλίου 2008

το σκοτεινό υπόγειο της γραφής


ξέφυγε ανεπαίσθητα και πέφτει

διάφανη και λαμπερή σταγόνα
γράμμα αναλφάβητο
τους στίχους ένα-ένα που νοτίζει
μέχρι το σκοτεινό υπόγειο της γραφής

ψηλά τα μάτια σου εκστατικά
τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

Τόλης Νικηφόρου
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας,
τεύχ. 38, Απρίλιος 2008

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Φωτοσκιάσεις (I)

William Turner. Childe Harold's Pilgrimage. 1823
Source: Tate Collection

Τα μάτια μου είναι από πηλό κι ανταύγεια.

Δεν τόξερα πως είναι τόσο ωραίο το φως.
Μέσα σε τόση λάμψη τόση απάτη.

Βουνά βουνών και δέντρα δέντρων,
Δέντρα βουνά, καθρεφτισμένα
Σαν μες σε μια αντανάκλαση.
Ετοιμόρροπα σπίτια, μυθικά φυτά.

Βλέπε το φως, ψυχή μου.

Είναι ωραίο, πολύ ωραίο,
Ένα ωραίο ψέμα αληθινό.

Το φως το αμφίβολο, το απόκρημνο.

Τόχεις απάνω σου, το περπατείς,
Στα ρούχα σου, στη σάρκα, το σηκώνεις.
Το γεύεσαι, μάτια και χείλη, τ' ανασαίνεις.

Αισθάνομαι νάμαι από σκιά και φως, αντανακλώ.

Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις, 1961

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Θάλασσα και ψυχή

Θάλασσα με τα μοναχικά και λυπημένα
Πλοία, ψυχές νεκρών που ταξιδεύουν.
Θάλασσα και ψυχή και ταραγμένη αγάπη,
Νερά μάς παίρνουν, άνεμοι μάς παν.
Άπληστη, ακατάτμητη και μοιρασμένη,
Σ' ωκεανό, σε πέλαο, σε κοχύλι.
Άπειρη και κατάστενη σε μια σκαμμένη πέτρα.
Και ουρανέ, σαν άλλη θάλασσα πάνω στη θάλασσα,
Γαλάζιο αίμα και φτερό, γαλάζιο ψάρι.
Ερωτική βροχή, ουράνια δίψα,
Έρωτα, πιο έρωτα, που τίποτα δε σε χορταίνει.

Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις, 1961
ενότητα Έρωτος εγκώμια

Δημοσιευμένο στο Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Γυναικεία ονόματα

Pietà di Michelangelo
La statua in San Pietro al Vaticano Roma

Είναι γυναίκες οι ψυχές, ανοίγουν
Η μια στην άλλη, αναζητούν.
Γυναίκα είναι η γη, πάσχει να είναι ωραία,
Ν' απαστράπτει σαν σε καθρέφτη.
Γυναίκα είναι η θάλασσα κ' η πόρτα,
Δέχεται και κλει, γυναίκα ο τάφος,
Μας σκεπάζει, γυναίκα είναι η νύχτα
Και σκοτεινιάζει, βαραίνει τα κόκκαλα.
Γυναίκα η βρύση κ' η πλατειά βροχή,
Η στέρηση, η ανάμνηση κ' η προσευχή,
Η στάμνα, το σκαμνί, το καράβι,
Το δέντρο, το πουλί τ' αηδόνι, και το ψάρι.

Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις, 1961
ενότητα Έρωτος εγκώμια

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Χαλασμένη βρύση


Περπάτησα και δίψασα

Ποιος ξέρει πόσα πόδια πέρασαν πόσα πρόσωπα
Αποτύπωσαν τον ήσκιο τους επάνω στην πέτρα
Τεθλασμένες γλυφές σπασμένοι μαίανδροι
Ανάγλυφα ρόδα και μαλλιά που μάδησαν σκόνη

Η βρύση δεν ξέρει τίποτα
Δεν καταλαβαίνει καμιά γλώσσα που μιλιέται
Ακούει το τραγούδι της
Ένα παιδί με μια χλωρή καρδιά

Μάτι απέραντο από δάκρυ
Δεν υπάρχει τρόπος να τρυπήσω τον τοίχο
Να ριχτώ με γυμνό φτερό μέσα στον κίνδυνο

Τα πουλιά μονάχα ξέρουν τις ολόκληρες αποστάσεις
Ανάμεσα στην υψηλή γραμμή και τ' άγνωστο κύμα
Μηνύματα ουρανού χαϊδεμένα παιδιά του θανάτου

Καλότυχος που μιλεί με τα πουλιά
Που πίνει νερό με τη φούχτα κοιτάζοντας τον ουρανό
Με μια καρδιά γεμάτη καθαρόν άνεμο

Όπως μια φορά όταν ήμουν παιδί
Ένας άγγελος κατέβηκε πάνω στη γέφυρα
Μ' ένα σταθερό γοργό περπάτημα
Ανάμεσα σε δυο σκοτάδια

Να εξασκήσω άλλη μια φορά την καρδιά
Να ξανακάμω το δρόμο που ξετυλίχτηκε
Να φωνάξω με καθαρότητα πουλιού
Και να σταθώ ξάφνου ξανά στην είσοδο της χώρας
των ανθρώπων
Κρατώντας μέσα στη φούχτα μου μια στάλα αιωνιότητας

(Ήταν μια ευκαιρία
Μου ξέφυγε το ποτήρι
Μες απ' την απέραντη αγωνία του χεριού
Τι κάθομαι και λέω όλα τα ποτήρια είναι καμωμένα
για να σπάζουν)

Όταν θα ξαναγίνω πουλί
Πέρ' απ' τα δάκρυα στους αγγέλους
Θα χαιρετήσω την επιστροφή
Φέρνοντας μια φούχτα χώμα
Μια στάλα ζεστή γήινη θλίψη

Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Γυμνό παράθυρο, 1945

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Οι απόντες


Δεν είναι ο έρωτας, δεν είναι ο Θεός
Αυτό που μας λείπει∙ εμείς
Λείπουμε και μας λείπει,
Έχουμε φύγει κ' είναι απών.

Τον γυρεύουμε τάχα ή μας γυρεύει
Και δε μας βρίσκει; Τον ποθούμε ή μας ποθεί
Και δε μας βλέπει το πρόσωπό του;

Εμείς έχουμε πεθάνει, ο θάνατός μας
Είναι ο μέγας θάνατος, δεν πέθανε ο Θεός.

Εμείς είμαστε οι απόντες απ' το δείπνο,
Αυτοί που λείπουν και δεν είναι, κλείστηκαν έξω,
Δεν πρόφτασαν ναρθούν, τρέχουν στους δρόμους,
Και σκουντουφλούν στη γη, χτυπούν την πόρτα.

Δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν φως.

Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις, 1961
ενότητα Έρωτος εγκώμια

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Υμέναιος

Marc Chagall, Lovers in Moonlight

Τέλεια, πυκνή, αναπόδραστη μοίρα του έρωτα
Και του θανάτου∙ κατάκτηση πρώτα, ύστερα παραίτηση.
Ανάβαση πρώτα, ύστερα κατάβαση,
Πτώση του σώματος και θλίψη της ψυχής,
Καθώς ανοίγει η μοναξιά και καταπίνει
Ταπεινωμένα κόκαλα και σωριασμένα.

Έρχεται ο έρωτας και μας εμπαίζει,
Ένας θεός ή ένας δαίμονας.
Μας γδύνει χωρίς ντροπή και φόβο.
Μας αφήνει γυμνούς για να κρυώνουμε,
Νηστικούς για να πεινούμε,
Καθώς στην έσχατη κρίση.

Πεινούμε την πείνα του, κρυώνουμε τη γύμνια του.

Έρχεται ο έρωτας και μας αλλάζει.

Σκιές μες στη σκιά,
Σιωπή μέσα στην άλλη σιωπή.

Τα χείλη μας μυρίζουν άνοιξη
Και χωματίλα, τα στήθη μας ώριμο μήλο.

Μες απ' τους κήπους των νεκρών έρχεται ο έρωτας.
Τα μέλη μας τρέμουν και τα σπλάχνα.
Έχουν τον πυρετό μιας πυρκαγιάς,
Τρομαγμένα πετάγματα, ζώα που τρέχουν,
Και τον αναπαλμό μιας υψωμένης θάλασσας,
Υπόκωφα κύματα καμπυλωτά
Και το βαθύ νυχτοκολύμπι του ψαριού.

Λαμποκοπούνε τα μαλλιά επάνω στα προσκέφαλα,
Φέγγουν τα χέρια μες στο πάθος της αγάπης,
Δάχτυλα ψάχνοντας τυφλά μέσα στη σάρκα.

Από στήθος σε στήθος φτάνει στις ψυχές
Ο έρωτας, καθώς πάνω σε κλίμακα.

Οι ψυχές δε μπορούν να μιλήσουν.
Δεν έχουν γλώσσα, έχουν σιωπή,
Έκπληξη απόρρητη και θλίψη,
Ανάμνηση και τρόμο του κενού.

Ν' αντιφεγγίσουν μόνο μπορούν,
Να κινήσουν τα δάχτυλα,
Ν' ανοιγοκλείσουν τα μάτια και τα χείλη.

Να κοιταχτούν, η μια την άλλη, σαν σε καθρέφτη.

Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις, 1961
ενότητα Έρωτος εγκώμια

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης