Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Θέμελης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Θέμελης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009
Γιώργος Θέμελης
Ο Γιώργος Θέμελης είναι ένας από τους κορυφαίους έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα. Το ποίημά του που διανυκτερεύει απόψε είναι συγκλονιστικό, αλλιώς ωραίο. Ο έρωτας είναι αλλιώς ωραίος. Το ξέρετε και το ξέρω. Θα το αφιερώσετε, το έχω ήδη αφιερώσει.
«Άτεγκτος ως ζυγός, ζυγιάζοντας τα βάρη των ψυχών».
«Άτεγκτος ως ζυγός, ζυγιάζοντας τα βάρη των ψυχών».
Σάββατο 26 Ιουλίου 2008
Αλλιώς ωραίος
Αυτό που λέμε ο έρωτας, δεν είναι
Ο Έρωτας: ο Άγγελος με τ' ανοιχτά φτερά.
Αλλάζει όψη, μεταμορφώνεται,
Γίνεται ωραίος, αλλιώς ωραίος.
Δεν την αντέχεις την ομορφιά του.
Τα ζώα τον βλέπουν, κρύβονται
Στο δέρμα τους, σωπαίνουν τα πουλιά.
Τα σώματα σκεπάζονται τη σκιά τους.
Γίνεται αλλιώς ωραίος, φοβερά ωραίος,
Ως νάχει βγει απ' την έκλαμψη μιας πυρκαγιάς.
Δυνατός ως η θάλασσα, ως ο άνεμος.
Ισχυρός ως στήλη πυρός, ως όρος.
Μοναχικός ως ογκόλιθος, ως ακίνητος ποταμός.
Αθόρυβος ως ίσκιος πουλιού, ως χτύπος ονείρου.
Διαβρωτικός ως φλόγα, ως ποίημα, ως πυρετός.
Αναίσθητος ως λίθος, ως ξίφος γυμνό.
Άτεγκτος ως ζυγός, ζυγιάζοντας τα βάρη των ψυχών.
Γιώργος ΘέμεληςΟ Έρωτας: ο Άγγελος με τ' ανοιχτά φτερά.
Αλλάζει όψη, μεταμορφώνεται,
Γίνεται ωραίος, αλλιώς ωραίος.
Δεν την αντέχεις την ομορφιά του.
Τα ζώα τον βλέπουν, κρύβονται
Στο δέρμα τους, σωπαίνουν τα πουλιά.
Τα σώματα σκεπάζονται τη σκιά τους.
Γίνεται αλλιώς ωραίος, φοβερά ωραίος,
Ως νάχει βγει απ' την έκλαμψη μιας πυρκαγιάς.
Δυνατός ως η θάλασσα, ως ο άνεμος.
Ισχυρός ως στήλη πυρός, ως όρος.
Μοναχικός ως ογκόλιθος, ως ακίνητος ποταμός.
Αθόρυβος ως ίσκιος πουλιού, ως χτύπος ονείρου.
Διαβρωτικός ως φλόγα, ως ποίημα, ως πυρετός.
Αναίσθητος ως λίθος, ως ξίφος γυμνό.
Άτεγκτος ως ζυγός, ζυγιάζοντας τα βάρη των ψυχών.
από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών, 1965
Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης
Κυριακή 27 Ιουλίου 2008
Οι απόντες

Δεν είναι ο έρωτας, δεν είναι ο Θεός
Αυτό που μας λείπει∙ εμείς
Λείπουμε και μας λείπει,
Έχουμε φύγει κ' είναι απών.
Τον γυρεύουμε τάχα ή μας γυρεύει
Και δε μας βρίσκει; Τον ποθούμε ή μας ποθεί
Και δε μας βλέπει το πρόσωπό του;
Εμείς έχουμε πεθάνει, ο θάνατός μας
Είναι ο μέγας θάνατος, δεν πέθανε ο Θεός.
Εμείς είμαστε οι απόντες απ' το δείπνο,
Αυτοί που λείπουν και δεν είναι, κλείστηκαν έξω,
Δεν πρόφτασαν ναρθούν, τρέχουν στους δρόμους,
Και σκουντουφλούν στη γη, χτυπούν την πόρτα.
Δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν φως.
Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις, 1961
ενότητα Έρωτος εγκώμια
Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης
Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009
Κρυστάλλινο φιλί
Πολλή ομορφιά σ' έχει σκεπάσει,
Πολλή ομορφιά, πολλή κι ασάλευτη.
Με τι χέρια να σε κρατήσω,
Να μη ραγίσει και σχιστεί το αλάβαστρο,
Να μη γλιστρήσει και χαθεί μες απ' τα μάτια
Το ατόφιο σου κορμί σαν το χρυσόψαρο.
Δεν ξέρω τι να κάμω.
Να σε σκεπάσω μ' ένα πανί,
Μ' ένα σεντόνι να σε κρύψω;
Να σ' αγκαλιάσω ή να σε κλάψω;
Ψάχνω τα στήθη, ψάχνω τα μαλλιά,
Φιλώ τα χείλη σου να σε ξυπνήσω.
Είναι μια ερημία πάνω στα χείλη,
Είναι μια ερημία τρομαχτική.
Σαν όταν σκύβεις και φιλάς
Τα χείλη σου στον καθρέφτη
Και σε φοβίζει το ψυχρό κρυστάλλινο φιλί.
Γιώργος Θέμελης
από το συλλογή Το δίχτυ των ψυχών Ι, 1961
Πολλή ομορφιά, πολλή κι ασάλευτη.
Με τι χέρια να σε κρατήσω,
Να μη ραγίσει και σχιστεί το αλάβαστρο,
Να μη γλιστρήσει και χαθεί μες απ' τα μάτια
Το ατόφιο σου κορμί σαν το χρυσόψαρο.
Δεν ξέρω τι να κάμω.
Να σε σκεπάσω μ' ένα πανί,
Μ' ένα σεντόνι να σε κρύψω;
Να σ' αγκαλιάσω ή να σε κλάψω;
Ψάχνω τα στήθη, ψάχνω τα μαλλιά,
Φιλώ τα χείλη σου να σε ξυπνήσω.
Είναι μια ερημία πάνω στα χείλη,
Είναι μια ερημία τρομαχτική.
Σαν όταν σκύβεις και φιλάς
Τα χείλη σου στον καθρέφτη
Και σε φοβίζει το ψυχρό κρυστάλλινο φιλί.
Γιώργος Θέμελης
από το συλλογή Το δίχτυ των ψυχών Ι, 1961
Τρίτη 17 Μαρτίου 2009
Αναπνέω και κοιτάζω
Αναπνέω και κοιτάζω τους δρόμους
Τ’ ουρανού και τ’ ανέμου
Κοιτάω τα παράθυρα τα βαθουλωμένα πρόσωπα
Το φως που τρυπάει τα ερημικά μου χέρια
Ακούω τους χτύπους του σφυριού της καρδιάς μου
Πότε θ’ ανάψουνε τα βλέφαρά μου ανταύγειες
Σε δειλινή αποθέωση πότε θα στρώσει
Τα βήματά σου ο άνεμος με πρώιμη άνοιξη
Πλημμυρισμένη από χλωρή αγωνία
Έζησα καρτερώντας μέσα στο μαρτύριο
Σαν ανοιχτό παράθυρο σε βαθύ καλοκαίρι
Έζησα μέσα στην ηχώ από κάποια βήματα
Που περπατούν σε κάποιο παγερό ουρανό
Γιώργος Θέμελης
Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά, 1947
Τ’ ουρανού και τ’ ανέμου
Κοιτάω τα παράθυρα τα βαθουλωμένα πρόσωπα
Το φως που τρυπάει τα ερημικά μου χέρια
Ακούω τους χτύπους του σφυριού της καρδιάς μου
Πότε θ’ ανάψουνε τα βλέφαρά μου ανταύγειες
Σε δειλινή αποθέωση πότε θα στρώσει
Τα βήματά σου ο άνεμος με πρώιμη άνοιξη
Πλημμυρισμένη από χλωρή αγωνία
Έζησα καρτερώντας μέσα στο μαρτύριο
Σαν ανοιχτό παράθυρο σε βαθύ καλοκαίρι
Έζησα μέσα στην ηχώ από κάποια βήματα
Που περπατούν σε κάποιο παγερό ουρανό
Γιώργος Θέμελης
Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά, 1947
Κυριακή 27 Ιουλίου 2008
Χαλασμένη βρύση

Περπάτησα και δίψασα
Ποιος ξέρει πόσα πόδια πέρασαν πόσα πρόσωπα
Αποτύπωσαν τον ήσκιο τους επάνω στην πέτρα
Τεθλασμένες γλυφές σπασμένοι μαίανδροι
Ανάγλυφα ρόδα και μαλλιά που μάδησαν σκόνη
Η βρύση δεν ξέρει τίποτα
Δεν καταλαβαίνει καμιά γλώσσα που μιλιέται
Ακούει το τραγούδι της
Ένα παιδί με μια χλωρή καρδιά
Μάτι απέραντο από δάκρυ
Δεν υπάρχει τρόπος να τρυπήσω τον τοίχο
Να ριχτώ με γυμνό φτερό μέσα στον κίνδυνο
Τα πουλιά μονάχα ξέρουν τις ολόκληρες αποστάσεις
Ανάμεσα στην υψηλή γραμμή και τ' άγνωστο κύμα
Μηνύματα ουρανού χαϊδεμένα παιδιά του θανάτου
Καλότυχος που μιλεί με τα πουλιά
Που πίνει νερό με τη φούχτα κοιτάζοντας τον ουρανό
Με μια καρδιά γεμάτη καθαρόν άνεμο
Όπως μια φορά όταν ήμουν παιδί
Ένας άγγελος κατέβηκε πάνω στη γέφυρα
Μ' ένα σταθερό γοργό περπάτημα
Ανάμεσα σε δυο σκοτάδια
Να εξασκήσω άλλη μια φορά την καρδιά
Να ξανακάμω το δρόμο που ξετυλίχτηκε
Να φωνάξω με καθαρότητα πουλιού
Και να σταθώ ξάφνου ξανά στην είσοδο της χώρας
των ανθρώπων
Κρατώντας μέσα στη φούχτα μου μια στάλα αιωνιότητας
(Ήταν μια ευκαιρία
Μου ξέφυγε το ποτήρι
Μες απ' την απέραντη αγωνία του χεριού
Τι κάθομαι και λέω όλα τα ποτήρια είναι καμωμένα
για να σπάζουν)
Όταν θα ξαναγίνω πουλί
Πέρ' απ' τα δάκρυα στους αγγέλους
Θα χαιρετήσω την επιστροφή
Φέρνοντας μια φούχτα χώμα
Μια στάλα ζεστή γήινη θλίψη
Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Γυμνό παράθυρο, 1945
Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης
Γυναικεία ονόματα

La statua in San Pietro al Vaticano Roma
Είναι γυναίκες οι ψυχές, ανοίγουν
Η μια στην άλλη, αναζητούν.
Γυναίκα είναι η γη, πάσχει να είναι ωραία,
Ν' απαστράπτει σαν σε καθρέφτη.
Γυναίκα είναι η θάλασσα κ' η πόρτα,
Δέχεται και κλει, γυναίκα ο τάφος,
Μας σκεπάζει, γυναίκα είναι η νύχτα
Και σκοτεινιάζει, βαραίνει τα κόκκαλα.
Γυναίκα η βρύση κ' η πλατειά βροχή,
Η στέρηση, η ανάμνηση κ' η προσευχή,
Η στάμνα, το σκαμνί, το καράβι,
Το δέντρο, το πουλί τ' αηδόνι, και το ψάρι.
Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις, 1961
ενότητα Έρωτος εγκώμια
Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης
Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008
Αντανάκλαση

Το πρόσωπό μου δεν είναι πια
Μονάχο κ' έρημο
Σαν αφημένο στο σκοτάδι.
Το πρόσωπό μου είναι ωραίο.
Γιατί το βλέπεις ωραίο είναι ωραίο
Το πρόσωπό μου,
Γιατί το δείχνει
Ωραίο το πρόσωπό σου, φαίνεται ωραίο.
Γιατί το δέχεται, γιατί το αντανακλά
Το πρόσωπό μου, το πρόσωπό σου.
Γιώργος Θέμελης
Από τη συλλογή Το Δίχτυ των ψυχών, 1965
Σάββατο 21 Ιουνίου 2008
Ars Poetica

Το ποίημα συγγενεύει με τη φωτιά
Όπως συγγενεύει το Ρόδο με τον Ουρανό, ο Χαρταετός
με τον Άνεμο
Και συ, το σώμα σου, με το ποτάμι.
Το σωστό Ποίημα, το αληθινό
Αυτό που έρχεται ανεβαίνοντας μέσ' απ' την Ποίηση
κι είναι καρπός της
Σπινθήρας που ξέφυγε απ' την
πυρακτωμένη ουσία της μες σε μια έκρηξη
Πώς ανεβαίνει επάνω στα χείλη το φιλί βαθιά το
στήθος σχίζοντας.
Για τούτο το Ποίημα φέγγει
Όπως τα σπάνια μετέωρα που ξαφνιάζουν τον ουρανό
και κάνουν νύχτα μέρα αλλάζοντας τα οπτικά
πεδία των ματιών.
Το Ποίημα κοιμάται μες στην πληρότητά του
Σαν τα νήπια που χόρτασαν το μητρικό τους γάλα
κι έγιναν πλήρη
Σπιθίζοντας ευφροσύνη κάτω από τα
βλέφαρά τους--
Κρύβοντας μέσα του την αναμμένη φλόγα του, το
αίμα του,
Τη λάμψη του λάμποντας, λάμψη για λάμψη, στην
ερημία.
Το Ποίημα πρέπει να το ξυπνάς
Σιγά σιγά, μην εκραγεί και σε γεμίσει εγκαύματα και
μείνεις ο σημαδιακός, ο καυστικά στιγματισμένος,
και σε πετροβολούν
Μπορεί να σ' αναφλέξει όλον μεμιάς να καίγεσαι
και να καπνίζεις ως το τέλος,
ώσπου να γίνει η σάρκα σου φως
Πώς καίγεται και λιώνει η αναμμένη λαμπάδα και γίνεται
δέηση.
Είναι σάρκα και σάρκα,
Σάρκα πυκνή
Και σάρκα ανάερη,
Εκθαμβωτική
Φως
Ως ιμάτιον
Αμφίεση Σκιών κι Ενσάρκωση Ασωμάτων.
Το Ποίημα σε ποιεί,
Δεν το ποιείς
Μην το παραβιάζεις.
Γιώργος Θέμελης
Από τη συλλογή Ars Poetica (1974)
Κυριακή 27 Ιουλίου 2008
Φωτοσκιάσεις (I)

Source: Tate Collection
Τα μάτια μου είναι από πηλό κι ανταύγεια.
Δεν τόξερα πως είναι τόσο ωραίο το φως.
Μέσα σε τόση λάμψη τόση απάτη.
Βουνά βουνών και δέντρα δέντρων,
Δέντρα βουνά, καθρεφτισμένα
Σαν μες σε μια αντανάκλαση.
Ετοιμόρροπα σπίτια, μυθικά φυτά.
Βλέπε το φως, ψυχή μου.
Είναι ωραίο, πολύ ωραίο,
Ένα ωραίο ψέμα αληθινό.
Το φως το αμφίβολο, το απόκρημνο.
Τόχεις απάνω σου, το περπατείς,
Στα ρούχα σου, στη σάρκα, το σηκώνεις.
Το γεύεσαι, μάτια και χείλη, τ' ανασαίνεις.
Αισθάνομαι νάμαι από σκιά και φως, αντανακλώ.
από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις, 1961
Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης
Υμέναιος
Τέλεια, πυκνή, αναπόδραστη μοίρα του έρωτα
Και του θανάτου∙ κατάκτηση πρώτα, ύστερα παραίτηση.
Ανάβαση πρώτα, ύστερα κατάβαση,
Πτώση του σώματος και θλίψη της ψυχής,
Καθώς ανοίγει η μοναξιά και καταπίνει
Ταπεινωμένα κόκαλα και σωριασμένα.
Έρχεται ο έρωτας και μας εμπαίζει,
Ένας θεός ή ένας δαίμονας.
Μας γδύνει χωρίς ντροπή και φόβο.
Μας αφήνει γυμνούς για να κρυώνουμε,
Νηστικούς για να πεινούμε,
Καθώς στην έσχατη κρίση.
Πεινούμε την πείνα του, κρυώνουμε τη γύμνια του.
Έρχεται ο έρωτας και μας αλλάζει.
Σκιές μες στη σκιά,
Σιωπή μέσα στην άλλη σιωπή.
Τα χείλη μας μυρίζουν άνοιξη
Και χωματίλα, τα στήθη μας ώριμο μήλο.
Μες απ' τους κήπους των νεκρών έρχεται ο έρωτας.
Τα μέλη μας τρέμουν και τα σπλάχνα.
Έχουν τον πυρετό μιας πυρκαγιάς,
Τρομαγμένα πετάγματα, ζώα που τρέχουν,
Και τον αναπαλμό μιας υψωμένης θάλασσας,
Υπόκωφα κύματα καμπυλωτά
Και το βαθύ νυχτοκολύμπι του ψαριού.
Λαμποκοπούνε τα μαλλιά επάνω στα προσκέφαλα,
Φέγγουν τα χέρια μες στο πάθος της αγάπης,
Δάχτυλα ψάχνοντας τυφλά μέσα στη σάρκα.
Από στήθος σε στήθος φτάνει στις ψυχές
Ο έρωτας, καθώς πάνω σε κλίμακα.
Οι ψυχές δε μπορούν να μιλήσουν.
Δεν έχουν γλώσσα, έχουν σιωπή,
Έκπληξη απόρρητη και θλίψη,
Ανάμνηση και τρόμο του κενού.
Ν' αντιφεγγίσουν μόνο μπορούν,
Να κινήσουν τα δάχτυλα,
Ν' ανοιγοκλείσουν τα μάτια και τα χείλη.
Να κοιταχτούν, η μια την άλλη, σαν σε καθρέφτη.
Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις, 1961
ενότητα Έρωτος εγκώμια
Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης
Θάλασσα και ψυχή

Πλοία, ψυχές νεκρών που ταξιδεύουν.
Θάλασσα και ψυχή και ταραγμένη αγάπη,
Νερά μάς παίρνουν, άνεμοι μάς παν.
Άπληστη, ακατάτμητη και μοιρασμένη,
Σ' ωκεανό, σε πέλαο, σε κοχύλι.
Άπειρη και κατάστενη σε μια σκαμμένη πέτρα.
Και ουρανέ, σαν άλλη θάλασσα πάνω στη θάλασσα,
Γαλάζιο αίμα και φτερό, γαλάζιο ψάρι.
Ερωτική βροχή, ουράνια δίψα,
Έρωτα, πιο έρωτα, που τίποτα δε σε χορταίνει.
Γιώργος Θέμελης
από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις, 1961
ενότητα Έρωτος εγκώμια
Δημοσιευμένο στο Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης
Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008
Οραματίζομαι

Οραματίζομαι έναν άλλο ήλιο που θάρθη
Μιαν ατέλειωτη άνοιξη την ειρήνη των κάμπων
Πέτρα την πέτρα καρδιά την καρδιά θα τρυπάη ο άνεμος
Η μουσική που στρώνει στις ακτές της τρικυμίας τη χλώρη
Η μουσική που μιλάει τη γλώσσα των πουλιών επάνω
στα δέντρα
Και θάχη μέσα η καρδιά μας τόσο φως
Τόση γαλήνη απ' τ' ουρανού θα πέφτη τα παράθυρα
Που τα μεγάλα μας φτερά θα μπλέκονται στα πόδια μας
Και τα χαμόγελά μας θα φτερουγίζουν στα ματόκλαδα
σαν πεταλούδες
Γιώργος Θέμελης
Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά, 1947
Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008
Κελάδημα

Αλλάζοντας σχήμα, υπόσταση,
Μες σε μια διάφανη μεταμόρφωση.
Κάτι ανάμεσα παιδί και χελιδόνι.
Ακούς φθόγγους, ακούς
Κομμένες συλλαβές.
Τα πνευστά και τα κρυστάλλινα.
Λαλεί το πουλί, φυσάει ο αγέρας.
Ω επιστροφή πίσω στο βρέφος,
Νοσταλγία της σιωπής,
Θρόισμα του φυτού και του κρίνου,
Του ρόδου, όταν ανοίγει τα πέταλά του.
Κανείς δεν ξέρει αυτή τη γλώσσα,
Πριν απ' τη γλώσσα, αυτή τη μουσική.
Μονάχα οι Κούκλες αντηχούν στη σιωπή,
Σαν τα βουνά, τα μνήματα και τ' άδεια σπίτια.
Κινούν τ' αμίλητα χείλη, τ' αποστηθίζουν,
Τα κάνουν μέσα τους ποίηση και προσευχή.
Τα καταγράφουν στη γλώσσα τους την ανεκλάλητη.
Γιώργος Θέμελης
από την ανθολογία του Καστανιώτη
Τα ωραιότερα ποιήματα για το παιδί, 2004
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)