Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Σεφέρης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Σεφέρης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά (απόσπασμα)

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί
ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
που σιγά σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε
από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι' είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η
ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Γιώργος Σεφέρης από το Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β'

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Ευρυπίδης, Αθηναίος

Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Τροίας
και στα λατομεία της Σικελίας.

Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά
κι οι ζωγραφιές της θάλασσας.
Είδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν ένα δίχτυ των θεών,
όπου μας πιάνουν σαν τ' αγρίμια,
προσπάθησε να το τρυπήσει.
Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι,
ήρθε καιρός και τον σπαράξαν τα σκυλιά.

Γιώργος Σεφέρης
από το Ημερολόγιο καταστρώματος Γ', 1955

Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Θερινό ηλιοστάσι

Η'

Τ' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

Τ΄άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ' αρέσει.
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Μπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ' αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.

Ταξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού -
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο.
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό
της ηλικίας.

Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.

Γιώργος Σεφέρης
από την ανθολογία του Καστανιώτη
Ποίηση για την ποίηση, 2006

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Μυθιστόρημα

Ι'

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που
τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννηθήκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν' ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζονται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπήσουν.

Γιώργος Σεφέρης
από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα, 1967

Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Επί ασπαλάθων

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού."
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες,

χορδές μιας άρπας που αντηχούν ακόμη...
Γαλήνη

-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ,

χαμένη στου μυαλού τ'αυλάκια.
τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:

«τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι».

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος


Γιώργος Σεφέρης, 1971

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Μυθιστόρημα

Η΄

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ΄άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ' ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα και κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

Γιώργος Σεφέρης
από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα, 1967

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Οι μεταμορφώσεις της πέτρας

Τώρα σε τούτο τ' ακρογιάλι περιμένω ν' αράξει ένας άνθρωπος,
ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.
                                                                   Γιώργος Σεφέρης

Πάτησα το γυμνά ακροδάχτυλα πάνω στην πέτρα
   φορώντας μόνο το διάφανο πέπλο της σιωπής
                       και της απελπισίας.

     Ήθελα να γεμίσω από θάλασσα κι ουρανό
                     και από νιο φεγγάρι.
         Να μετουσιωθώ σε γαλάζιο ένα φως.

                                 Εγώ
                             η θνητή
                 η κόρη του ανθρώπου.

         Τώρα είμαι προέκταση της πέτρας.

     Της έδωσα το αλλόκοτο του έρωτα σχήμα
                   το σχήμα της φθοράς.
               Κι αυτή μ' έκανε αθάνατη.
                          Και παγερή.
                         Κι αδάκρυτη.

                         Μια πέτρα.

Μαρία Πολίτου
από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του Θεού, 2014

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2008

KERK STR. OOST, PRETORIA, TRANSVAAL

αφιερώνεται στη Μωβ που το αγαπάει γιατί έμενε
στην Kerk str. δίπλα στο σπίτι του Σεφέρη - με την
παράκληση να μας πει περισσότερα για την Πρετόρια
και τις τζακαράντες


Kerk st., Pretoria, Transvaal
(courtesy of Mauve)

Οι τζακαράντες παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας
ρίχναν γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι.
Αδιάφορα όλα τ΄ άλλα, κι αυτό
το Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς
τους πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια
ναρκωμένο βαθιά σαν ιπποπόταμος μες στο γαλάζιο.
Και τρέχαν τ’ αυτοκίνητα δείχνοντας
γυαλιστερές πλάτες όπως τα δελφίνια.
Στο τέλος του δρόμου μας περίμενε
δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του
ο ασημένιος φασιανός της Κίνας
ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος, όπως τον λένε.

Και να σκεφτείς πώς ξεκινήσαμε αποχαιρετώντας
με την καρδιά γεμάτη σκάγια
τον Ονοκρόταλο τον Πελεκάνο –αυτόν
που είχε ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού
στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου

Οχτώβρης '41

Γιώργος Σεφέρης
από το Ημερολόγιο καταστρώματος, Β΄
Ποιήματα, έβδομη έκδοση, 1967

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Θάνατος από πνιγμό

Ένα από το πιο αγαπημένα μου ποιήματα του T. S. Eliot.
Παρακαλώ τη Λίνα να το αναρτήσει πάνω δεξιά για
να διανυκτερεύει. Σε οποιαδήποτε γλώσσα.



Ο T. S. Eliot (1888-1965) διαβάζει το "Death By Water" το τέταρτο μέρος από το 'The Waste Land"

Φληβάς ο Φοίνικας, δεκαπέντε μέρες πεθαμένος,
Λησμόνησε την κραυγή των γλάρων και
το φούσκωμα του βαθιού πελάγου
Και το κέρδος και τη ζημιά.
Κάτω απ’ τη θάλασσα ένα ρέμα
Έγλειψε τα κόκαλά του ψιθυρίζοντας.
Μ’ ανεβοκατεβάσματα
Πέρασε τα στάδια των γηρατειών του και της νιότης του
Μπαίνοντας μέσα στη ρουφήχτρα.
Εθνικέ ή Εβραίε
Ω εσύ που γυρίζεις το τιμόνι κοιτάζοντας προς τον αγέρα
Στοχάσου τον Φληβά που ήταν κάποτε
όμορφος κι αψηλός σαν εσένα.


Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης

T.S. Eliot
The Waste Land, 1922
Selected Poems, Faber and Faber, London,
first published 1954

Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Άρνηση

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι.
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της.
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας. λάθος !
κι αλλάξαμε ζωή.

Γιώργος Σεφέρης
από τη συλλογή Στροφή, 1931

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Γιώργος Σ. και Ιωάννα *


Τώρα ηρέμησες πια.
Με κοιτάς με το μικρό σου
χαμόγελο, που είχες παιδί.
Πώς πεθαίνει, Θεέ μου, ένας άντρας;
Πού πηγαίνει ο άπειρός του καημός;

Στην γνώριμη γειτονική εκκλησιά
λιβάνι, ημίφως, χαμηλωμένες φωνές.
Είμαι κι εγώ λιγάκι πεθαμένη,
είσαι κι εσύ λιγάκι ζωντανός.

Σ' ακολουθώ υπνωτισμένη,
μου δείχνεις το δρόμο προσεκτικά.
Όμορφος που 'ναι αυτός ο ήλιος του
     Σεπτέμβρη ...
Κι ο θάνατος κουρνιάζει μέσα μου
τόσο μα τόσο απλά.

Αντωνία Γουναροπούλου - Τουρίκη
από τη συλλογή Το άστρο του Τίποτε, 2012



* Καμιά φορά βρίσκουμε κρυμμένη την ποίηση σε «τόπους» που δεν είχαν σκοπό να είναι ποιητικοί. Οι στίχοι αυτοί, όχι με τη μορφή στίχων, βέβαια, βρίσκονταν κρυμμένοι στα λόγια που απευθύνει η Ιωάννα Τσάτσου προς τον νεκρό της αδερφό Γιώργο Σεφέρη, στο βιβλίο της Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1974 (2000). Το μόνο που έμενε μετά τον εντοπισμό τους στις σελίδες 230-231, ήταν να «μπούνε στη θέση τους», με κάποιες μικρές αλλαγές και προσθήκες εδώ κι εκεί.