Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Ρίτσος. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Ρίτσος. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Μέρα Μαγιού: Εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή Γιάννη Ρίτσου



Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιέ που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκειά ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δεν φτάνουν τα χαλίκια

Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά
τα ωραία θαν' δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε
το φέγγος κι η φωτιά μας

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Επιτάφιος, 1936


Το Μάη του 1936 μια απεργία καπνεργατών παραλύει την πόλη της Θεσσαλονίκης. Η διαδήλωση παίρνει μεγάλες διαστάσεις και η αστυνομία του Μεταξά έχει σκληρές διαταγές ν' ανοίξει πυρ χωρίς προειδοποίηση. Το πλήθος μετράει 30 νεκρούς και πάνω από 300 τραυματίες.
Την επομένη, η εφημερίδα Ριζοσπάστης δημοσιεύει στην πρώτη σελίδα τη φωτογραφία μιας μάνας γονατιστής καταμεσής του δρόμου μπροστά στο σώμα του δολοφονημένου γιου της Τάσου Τούση.

(η φωτογραφία της μάνας που ενέπνευσε τον ποιητή)

Ο Γιάννης Ρίτσος αγοράζει την εφημερίδα και γυρίζει στη σοφίτα του, στην οδό Μεθώνης. Κλείνεται μέσα δυο μέρες και δυο νύχτες.
Γεννιέται ο Επιτάφιος. Το βιβλίο εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα, αριθμό ρεκόρ για την εποχή. Λίγο αργότερα, στις 4 Αυγούστου, η δικτατορία του Μεταξά θα συμπεριλάβει τον Επιτάφιο στα ανατρεπτικά βιβλία που θα καούν στις στήλες του Ολυμπίου Διός.

Ο Επιτάφιος μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και ηχογραφήθηκε το 1960 σε 3 διαφορετικές εκτελέσεις.
1. Με τη Νάνα Μούσχουρη - Αύγουστος 1960 (ενορχήστρωση Μάνος Χατζιδάκις)
2. Με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Καίτη Θύμη - Σεπτέμβριος 1960
3. Με τη Μαίρη Λίντα και το Μανώλη Χιώτη - Οκτώβριος 1960



Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Ο χώρος του ποιητή

Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυο ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυ-
θρόνα, έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω
από τα γυαλιά του, πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί
το συνομιλητή του, στ' άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες
στις λέξεις του, μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του,
απόμακρα, άτρωτα, παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων
στις λεπτές ανταύγειες ενός σαπφείρου που φορεί στο
δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος γεύεται τις εκφράσεις τους,
την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι υγραίνουν με τη γλώσσα
τους θαυμαστικά τα χείλη τους. Κι εκείνος πανούργος,
αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος, ανάμεσα στο
ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια, σαν
ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος, ενώ
το φως του παραθύρου πίσω απ' το κεφάλι του τοποθετεί
ένα στέφανο συγγνώμης και αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, - ψιθύρισε μόνος του -
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος».

Γιάννης Ρίτσος
από την ανθολογία του Καστανιώτη
Ποίηση για την ποίηση, 2006

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Άσπρο

Άσπρα χαλίκια ως πέρα. διαύγεια του σήμερα.
καθόλου θύμηση.
Εδώ είναι η θάλασσα, κι εδώ είμαι εγώ. θα καθήσω
σ' αυτή την πέτρα - λέει. Και κάθεται στην πέτρα.
Στο στύλο απέναντι, ένα πένθιμο αγγελτήριο.
Τι μόνοι πούναι οι πεθαμένοι στη λιακάδα.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Μαρτυρίες, 1977

Ερωτικό

Να 'ρθείς από τον άλλο δρόμο - του είπε. Το βράδι
είναι κίτρινο
με μια μαχαιριά τριανταφυλλένια. Σου 'χω ετοιμάσει
ένα άσπρο πουκάμισο. Το δείπνο είναι στρωμένο.
Μόνη μου τα 'σφαξα, τα μάδησα και τα μαγείρεψα
κείνα τα δυο πουλιά - θυμάσαι; Τ' άσπρα πούπουλα,
που τρέμουνε στο βραδινό αεράκι,
που αγγίζουνε τα χείλη σου και τα μαλλιά σου,
είναι από κείνα.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Μαρτυρίες, 1977

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Ανομβρία


Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
              μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
                                                            Γιάννης Ρίτσος

             Στέρεψαν τα μάτια μου.
             Στεγνά τα μάγουλά μου.

                       Ανομβρία.

        Μια έρημος τώρα η ψυχή μου.
      Και πώς να χορτάσω τη δίψα μου;
                 Μια όαση από φως
           ποιος θα μου την χαρίσει;

          Δεν περιμένω πια κανέναν.

            Θα σκάψω στην άμμο
           με όλη μου τη δύναμη.
                     Μόνη μου
      θα γεννήσω από τα σπλάχνα μου
                   τη θάλασσα.
                    Μόνη μου
           θα βγω απ΄ το σκοτάδι.

       Δεν περιμένω κανέναν πια.

                      Κανέναν.

Μαρία Πολίτου
από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του Θεού, 2014

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Σύγνεφο με παντελόνια (αποσπάσματα)

Σήμερα θα θυμηθούμε τα Ποιήματα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, σε μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου με τη βοήθεια του Άρη Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Κέδρος, 1966. Όπως λέει ο Ρίτσος στον πρόλογο, ο Μαγιακόφσκι εκφράζει το ιδεώδες της ελευθερίας, το εκφράζει με τη μεγαλύτερη ένταση και τον πιο ελεύθερο τρόπο, με την πιο νέα μορφή, που αντιστοιχεί με θαυμαστή ακρίβεια στην καθολική τάση ελευθερίας των ανθρώπων και στο νέο, επαναστατικό περιεχόμενο της εποχής του.

Δυο σκέψεις μόνο. Ήταν αδύνατον να επιβιώσει ο Μαγιακόφσκι κάτω από τον σταλινικό οδοστρωτήρα. Τα ποιήματά του είναι ιδιαίτερα ζωντανά και επίκαιρα σήμερα, την εποχή των «ξυγκόθρεφτων λακέδων».

Σ' εσένα Λιλή

Πρόλογος

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω το πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχειά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί ! ...
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα ;
Eλάτε να σας δασκαλέψω
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σαν τη μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες
του οδηγού μαγειρικής

Θέλετε -
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
- κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός -
θάμαι η άχραντη ευγένεια
- όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

ΙΙΙ

Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν' αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιαν έγνοιαν έχετε :
«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»
κοιτάχτε πώς διασκεδάζω
εγώ -
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.

Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ' ορθάνοιχτο μου μάτι.
Μ' απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίζω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ' αλυσσίδα
θα κρατάω σαν σκυλί τον Ναπολέοντα
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Έϊ, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν' κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι που τούκοψε το τραίνο.

Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό της γης
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ' εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.

Παραμερίστε
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.

Κοιτάχτε -
αποκεφάλισαν ξανά τ' αστέρια -
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έϊ, εσύ ! Ουρανέ !
Βγάλ' το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.

Ησυχία !
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ' τα τσιμπούρια των άστρων.

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Δευτέρα παρουσία

Φτάνουν, μακριά σειρά, μέσα στη νύχτα,
οι σκοτωμένοι.
κοιτούν τριγύρω. δοκιμάζουν τα κλειδιά.
ανοίγουν την πόρτα.
μπαίνουν στο σπίτι. ψάχνουν στα σκοτεινά.
δε βρίσκουν τίποτα.
Εσύ 'σαι κάτου απ' το κρεββάτι. Ετούτο το κρεββάτι
που είταν για να πλαγιάζεις πάνω του, τώρα
το σηκώνεις στη ράχη σου. Κι πίσω απ' την κουρτίνα
στέκεται σταυρωμένος ο ίσκιος του παράθυρου.
Οι νεκροί πια δεν ξέρουν διόλου γιατί πέθαναν.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Μαρτυρίες, 1977

Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

Γυμνό

Εδώ, στην ακαταστασία της κάμαρας,
ανάμεσα στα σκονισμένα βιβλία
και στα γεροντικά πορτραίτα,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι τόσων σκιών
μια στήλη ασάλευτο φως,
εδώ, σ' αυτή τη θέση
που 'χες γδυθεί μια νύχτα.

Γιάννης Ρίτσος
από τις Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου, 1938-1941

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Περίπου

Παράταιρα πράγματα παίρνει στα χέρια του -
μια πέτρα, ένα σπασμένο κεραμίδι, δυο καμένα
σπίρτα, το σκουριασμένο καρφί στον απέναντι
τοίχο, το φύλλο που μπήκε απ' το παράθυρο,
τις στάλες που πέφτουν απ' τις ποτισμένες γλάστρες,
τ' άχυρο εκείνο πούφερε χτες ο αέρας στα μαλλιά σου -
τα παίρνει κ' εκεί στην αυλή του χτίζει περίπου ένα δέντρο.
Σ' αυτό το «περίπου» κάθεται η ποίηση. Τη βλέπεις;

Γιάννης Ρίτσος
Από τη συλλογή Μαρτυρίες, 1977

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

10. Το νερό

Του βράχου λιγοστό νερό, απ' τη σιωπή αγιασμένο,
απ' το καρτέρι του πουλιού, τη σκιά της πικροδάφνης,

Κρυφά το πίνει η κλεφτουριά και το λαιμό σηκώνει
σαν το σπουργίτι και βλογά τη φτωχομάνα Ελλάδα.

Γιάννης Ρίτσος
Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, 1973

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Η άλλη πολιτεία

Υπάρχουν πολλές διασταυρούμενες μοναξιές - λέει - πάνω
και κάτω κι άλλες ανάμεσα. αλλιώτικες ή όμοιες, αναγκαστικές,
επιβλημένες ή σαν επιλεγμένες, σαν ελεύθερες - διασταυρούμενες
πάντα.
Όμως, βαθιά, στο κέντρο, υπάρχει μόνο η μια μοναξιά - λέει.
μια κούφια πολιτεία, σχεδόν σφαιρική, χωρίς καθόλου πολύχρωμες
ηλεκτρικές ρεκλάμες, καταστήματα, μοτοσυκλέτες, μ' ένα λευκό,
κενό, ομιχλώδες φως, διακοπτόμενο από σπινθήρες αγνώστων
σηματοδοτήσεων.
Σ' αυτή την πόλη κατοικούν από χρόνια οι ποιητές. Βαδίζουν
άηχα με σταυρωμένα χέρια, θυμούνται αόριστα, λησμονημένα
γεγονότα, λέξεις, τοπία, ετούτοι οι παρηγορητές του κόσμου,
οι πάντα απαρηγόρητοι, κυνηγημένοι απ' τα σκυλιά, τους
ανθρώπους, τους σκόρους, τα ποντίκια, τ' αστέρια, κυνηγημένοι
κι απ' τις ίδιες τους τις ειπωμένες ή ανείπωτες λέξεις.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Χειρονομίες, 1977

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Καστανιά

Εκεί πάνου, σαν αύριο, σκοτώσαν τους σαράντα.
Είκοσι χρόνια πέρασαν. Κανείς δεν είπε τ' όνομά τους.
Καταλαβαίνεις τη ζωή μας. Κάθε χρόνο,
σαν τέτοια μέρα, βρίσκανε κάτω απ' τις λεύκες
ένα σπασμένο κεραμίδι, δυο σβησμένα κάρβουνα,
λίγο λιβάνι.
ένα καλάθι με σταφύλια, ένα μελισσοκέρι
με μαύρη κάφτρα. Ούτε που πρόφταινε ν' ανάψει.
Τόσβηνε ο αγέρας.
Γι' αυτό, τα βράδια, κάθονται οι γριές στις πόρτες
σαν παλιά εικονίσματα,
γι' αυτό έτσι γρήγορα μεγάλωσαν τα μάτια των
παιδιών μας,
και σκυλιά μας κάνουν πως κοιτάν αλλού
όταν περνούν χωροφυλάκοι.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Μαρτυρίες, 1977

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

18. Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις

Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις, - εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

Νάτη, πετιέται αποξαρχής κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, 1973

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

οι πάντα απαρηγόρητοι

«ετούτοι οι παρηγορητές του κόσμου, οι πάντα απαρηγόρητοι».

Μετά τον Οδυσσέα Ελύτη, μετά τον Γιώργο Σεφέρη, διανυκτερεύει ο Γιάννης Ρίτσος. Διανυκτερεύει η ποίηση, διανυκτερεύουν οι ποιητές. Και η μοναξιά. Που όμως τώρα γίνεται κάπως λιγότερη. Για όλους μας.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Μια γυναίκα από άνεμο


Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της
κι έπαιζε μ' ένα μόνο φύλλο - το χαμόγελό της.
Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.
Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.
Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της
χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο. «Το άπειρο, είπε,
είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη.»

Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.
Σχολαστική στην καθαριότητα, απ' το χαράματα,
χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.
Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της
στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα. Κι αυτή
η φωτογραφία της
απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το
χαμόγελό της.

Γιάννης Ρίτσος
από τις Ασκήσεις, 1950-1960

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Βράδυ

Στεγνό σάλιο στο στόμα της μέρας
στεγνό
μήτε για να κολήσεις ένα γραμματόσημο
στο δελτάριο της μάνας σου
κι η σκόνη κολημένη
στα νύχια και τα μάτια
όπως η πίκρα στο πετσί της θύμησης.

Ανεβοκατεβήκαμε το βουνό
κουβαλώντας στη ράχη την πέτρα και το θάνατο
κάτω απ' τη βρισιά και το μαστίγιο
λογαριάσαμε το νερό και την πέτρα
τη ζωή και τον θάνατο
συνηθίσαμε - λιγόστεψε ο καημός
ακόμα κι ο θυμός λιγόστεψε
μονάχα η απόφαση δε λιγόστεψε.

Ανάμεσα στην αξίνα και στο φτυάρι της νύχτας
ξεκουράζονται οι σύντροφοι
με σφιγμένα τα δόντια
με τη γροθιά τους για προσκέφαλο.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Μακρονησιώτικα, 1957
(Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν στη Μακρόνησο, τον Αύγουστο
και το Σεπτέμβρη του 1949, στο Δ΄ Τάγμα Πολιτικών Εξορίστων,
πριν ακόμα μεταφερθούμε στο Β΄Τάγμα, πριν ακόμη ζήσουμε όλη
τη φρίκη της Μακρονήσου. Τα χειρόγραφα αυτά έμειναν θαμμένα
στο χώμα μέσα σε σφραγισμένα μπουκάλια. Ξεθάφτηκαν τον Ιούλιο
του 1950. Γ.Ρ. )