Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Ελευθερίου. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Ελευθερίου. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Η μάνα κι ο πατέρας στα λιβάδεια του Θεού

(έργο του Ντίνου Παπασπύρου)
Έτσι, πρωί-πρωί
πήραν το δρόμο του βουνού
η μάνα κι ο πατέρας
κι άλλοι πολλοί της γειτονιάς
μέσα στα παραμύθια χάθηκαν
σε μαγεμένους κόσμους
και με τα ασήμια στα μαλλιά
και τα χρυσά στο στήθος
σε ανοιγμένους τώρα ουρανούς
και φωτισμένες στράτες
κάθε πρωί οδοιπορούν
μες στα κλωνάρια του βουνού
και τις δροσοσταλιές του κάμπου
και το γλαυκό της θάλασσας
λευκοπρεπείς.

Έτσι, πρωί-πρωί περιπατούν
μέσα στους δρόμους του ουρανού
στους δρόμους των ανέμων
στα φωτεινά περιπατούν
στα ξάγναντα διαβαίνουν
σιωπηλοί
όπως εκείνοι οι αντρειωμένοι των τραγουδιών
έτσι είναι που κουβαλούν μαζί τους
σπίτια και παράθυρα
κι ανθώνες μυριστικούς
και γιασεμιά και γλάστρες
για εκείνα τα αόρατα λειβάδια του Θεού.

Έτσι έφυγε, σκέφτομαι, ο πατέρας
αλλά και η μητέρα
έτσι θα φύγω αύριο κι εγώ
με την αυγή θα φύγω
πήραν μαζί το σύννεφο
την απαλή βροχούλα
για τα λειβάδια του Θεού
η μάνα κι ο πατέρας
κι όλοι εκείνοι οι γέροντες
της γειτονιάς μου
μέσα σε φωταψίες
και μελωδίες
κι εμβατήρια
και άσματα εορταστικά
περιπατώντας
μέσα στα ολόφωτα λειβάδια
του Θεού.

15 Δεκεμβρίου 2011
του αγίου Ελευθερίου
και της Ανθής της μητρός αυτού

Νίκος Ορφανίδης
από τη συλλογή Εις οδόν αναψυχής, 2013

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Αυτές οι ρεματιές κι αυτά τα βράχια
κι αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα που φεύγουν και
ξαναγυρνούν,
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο κωνσταντίνος ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες
παρά μονάχα ψεύτες
και ρουφιάνοι,
ω πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά, στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο,
είσαι η Πρέβεζα, τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι, ο Πόντος κι η Ερμούπολις,

ω πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια

μ’ αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα σπίτια
μ’ αυτά τα βράχια δίπλα στο γιαλό
μ’ αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους

θα ‘ρθει καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.

Μάνος Ελευθερίου
από τη συλλογή Τα ξόρκια, 1973

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Ο σταθμός του Χατζή - Μπεϊλίκ


Στην παλιά επαρχία των Οδομάντων
με τους σεληνιακούς θεούς και τον κίτρινο Στρυμόνα
ο μικρός και πένθιμος σταθμός του Χατζή - Μπεϊλίκ
τυλιγμένος είναι σε παράξενη γαλήνη.
Πουλί κανένα, μήτε σε δέντρο μήτε σε στέγη
ο ουρανός άδειος από φως, οι δρόμοι έρημοι από ήχους
μονάχα σα σκιά βαριά κάποτε γλιστρά και πάει
ο νεκρός σταθμάρχης με το κόκκινο καπέλο.
Και μια ορισμένη ώρα κάθε μέρα
ένα τρένο, το ίδιο πάντα μαύρο τρένο
πλάι σε κούφια κι ακίνητα βαγόνια
σταματώντας για λίγο, λαχανιασμένα θα περάσει
χωρίς να βγάλει έξω κεφάλι κανένας ταξιδιώτης.
Α, τη φριχτή μελωδία των τρένων, των τρένων
που χάνονται σφυρίζοντας βραχνά
μέσα στην αχλύ και τον καπνό
λαχταράς βαθιά κ’ ενυπνιάζεσαι
τι είναι το κάθε τρένο μια ελπίδα ν’ αλλάξεις τη ζωή σου!
Ωστόσο ξέρεις καταβάθος πως να δοκιμάσεις θα ήταν μάταιο
πως σ’ όποιο τρένο κι αν ανέβεις, ποτέ σου δε θα φύγεις
απ’ το μικρό και πένθιμο σταθμό του Χατζή – Μπεϊλίκ.

Γιώργος Καφταντζής
από τη συλλογή Αναθήματα, 1966

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Προς το ξημέρωμα


Αποβραδίς έβρεξε θάνατο στο σπίτι μου.
Κακές αρρώστιες έβρεξε και χωρισμούς.

Προς το ξημέρωμα είδα και τ' όνειρο,
ένα ποτάμι μαύρο ανάμεσά μας
και στις κορφές των δέντρων τ' άγρια πουλιά
ημερωμένα.

Ανύποπτοι περνούσαν οι περαστικοί.

Στους δρόμους ξύλα πεταμένα,
παράθυρα και πόρτες φτωχών σπιτιών,
κρεβάτια και σκεπάσματα.
Ένας αιμόφυρτος καιρός έφερνε άλλον σαν δείγμα
ενός κατακλυσμού που δεν πιστεύεις.

Από το ψεύτικο μάτι ενός πνιγμένου ζητιάνου
έβγαινε καπνός και νοσταλγία.
Το άλλο μάτι του στυλωμένο στο χώμα
είχε ανοίξει μια τρύπα και κοίταζε
περίλυπο τον κάτω κόσμο.

Τότε είπα ν' αλλάξω σπίτι ν' αλλάξω πια πατρίδα.

Μάνος Ελευθερίου
από τη συλλογή Τα όρια του μύθου, 1978

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Ω φίλοι, φίλοι μου

Φίλοι παλιοί χρυσάφι παλιό
χρόνια κρυμμένοι στις σκιές
το θάνατό τους τον μαθαίνουμε
απ' τις εφημερίδες.

Στα μαγεμένα σπίτια τους
είχαν καθρέφτες σκοτεινούς.
Τα βράδια ντύνονταν πτηνά
να ξεγελούν τους ουρανούς.
Νιώθαν ασφάλεια μες στις χαράδρες
του έρωτα
ύψωναν πόρτες στις ερήμους
κυκλοφορούσαν μόλις νύχτωνε
σαν αυτοκράτορες.

Με τόσες μάσκες,
μεταμορφώσεις και μονολόγους
δε φταίει κανείς που χάθηκαν
μέσα σε τόσους ρόλους
μήτε που τρίζει το βασίλειο
σαν το σπασμένο καναπέ.

Ω φίλοι, φίλοι μου,
μιλήσατε τα ελληνικά σαν τα ξερά φύλλα
της λεύκας στο αέρα.

Μάνος Ελευθερίου
από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο, 1997

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009

Η πόρτα της Πηνελόπης

Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από ‘κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με τα πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.

Μάνος Ελευθερίου
από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης, 2003