Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Τα χελιδόνια


Ένα γυφτάκι στο κατώφλι του σπιτιού μου στέκεται.
Μεσ’ απ’ τις γρίλιες με κοιτά σπαραχτικά.
Κάτι από μένα μου ζητά χωρίς να ντρέπεται.
Μα εγώ το διώχνω. Το μισώ.
Ίσως μου μοιάζει. Το σιχαίνομαι.
Άλλες φορές, όταν δε στέκεται...
παρακαλάω το Θεό να μου το στείλει να το δω.
Να μου μιλήσει.
Εγώ ποτέ δεν του μιλώ.
Αδιαφορώ. Έτσι... Απλά το αγνοώ.
Εκείνο πάντα με υπομένει.
Μου λέει: «Μην κλαις. Γέλα. Κοίτα ψηλά.
Θα ‘ρθουν τα χελιδόνια! Πέτα!»
Ανοίγει το παράθυρο για να με βλέπει μες στα μάτια...
και τραγουδάει σαν κι αυτά...
για να τη φέρει πιο νωρίς...
την Άνοιξη...
ντυμένο στα κατάλευκα όπως πάντα.
«Φύγε!»
Έλεγα και ξανάλεγα 22 χρόνια όσα τα χρόνια του.
«Σταμάτα!»
44 είναι τώρα τα δικά μου. Διπλά. Άδικα. Στάσιμα. Αιώνια.
Μεγάλωσα κι εγώ κι αυτό.
Τα χελιδόνια ήρθαν, μας έμαθαν, κλάψανε, πέταξαν.
Ξανάρθανε, βαρέθηκαν... ύστερα έφυγαν.
Με τον καιρό μας ξανακαταδέχτηκαν, τραγούδησαν,
γέλασαν, θυμήθηκαν, ξέχασαν...
Πέρασαν χρόνια... χάθηκαν... έπαψαν.
Τώρα κρατώ ολάνοιχτο το παραθύρι... και τα μάτια.
Έτσι μονάχη περιμένω το γυφτάκι... στα σκοτάδια.
Χρόνια... Χρόνια...
Ακόμα τ’ αγαπάω όπως και πρώτα.
Παρακαλάω το Θεό να μου το στείλει να το δω.
Να μου μιλήσει.
Να τραγουδήσει.
Να μου πει σα θα με δει να κλαίω:
«Μην κλαις μανούλα! Γέλα! Κοίτα ψηλά! Φτάσε με! Πέτα!»


Άτη Σολέρτη
από τη συλλογή Ερημία παθών, 2012
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: