Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Κατάσαρκα

                                            Στη Χριστίνα Μαλανδράκη

Ένας φοιτητής, ιμιτασιόν ημιμηχανόβιος, σκάει στο μαγαζί του Μήτσου, κάποτε με το κορίτσι του, και παραδόξως γίνεται αποδεκτός και μόνος και μαζί της στην απόλυτη εκείνη ησυχία των αποφυλακισμένων και καταζητούμενων, στο μαγαζί που 'χε μόνο μπριζόλες και κρασί - άσπρο κρασί, ξερό, και χοιρινές στα κάρβουνα - αυτά τα δύο πράγματα μονάχα, τρίτο δεν υπήρχε, ούτε καν ψωμί. Έβαζες μάλιστα μόνος σου κρασί απ' το ψυγείο, ήταν έναν κοινό ψυγείο σπιτιού, ενώ ο Μήτσος ασχολιότανε με κάρβουνα και κρέας, πάντα με γένι τέσσαρω μερώ σ' εποχή που δεν είχαν εφεύρει ακόμη το τριμάρισμα. Υπήρχε μόνο ένας κανόνας, η ησυχία: όχι τζουκμποξ, όχι πικάπ, όχι κασέτα, ούτε καν ραδιόφωνο, οι άνθρωποι (όλοι άντρες) μιλούσαν μια φορά στο τέταρτο - ή ούτε καν - καπνίζαν τρωγοπίνοντας στη χαύνωση, στις σκέψεις του ο καθένας, και φεύγανε πληρώνοντας στα κουτουρού και στο περίπου. Ο νεαρός κάτι σκάμπαζε, κάτι έπιανε στον αέρα, κια προσαρμόζονταν ανάλογα στην ησυχία. Πήγαινε ύστερα στο «Αττικόν» της Γ' Σεπτεμβρίου, δίδασκε Έκθεση κι Ιστορία, πρώτη του φορά σε τάξη καλοκαίρι είχε 70 μαθητές, κι όταν επιτηρούσε έγραφε ποιήματα για το Μήτσο. Ήμασταν στη δεκαετία του "70 κι ήτανε, ακυρίλευτη μακράν, η φτωχικότατη οδός Ναυάρχου Αποστόλη. 

Δημήτρης Φύσσας 
από τη συλλογή Εμενα μου λες,
Ποιήματα 1997-2016, 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: