Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Οδός Ξούθου


Βάζει τα πιο παλιά, τα πιο φθαρμένα του τα ρούχα
(Και πάλι βέβαια ξεχωρίζουνε, πανάκριβα)
Παίρνει το τρένο, κατεβαίνει Ομόνοια.
Ψάχνει Λυκούργου, ψάχνει Κοτοπούλη (πρώη Ίωνος), Αθηνάς
Ψάχνει Μενάνδρου, Σατωβριάνδου και Σωκράτους.
Κάποτε πετυχαίνει τη Μαρκέλλα την πρεζού:
Δεν είναι πλήρως τελειωμένη, κάπως ακόμη περπατάει.

Καθίως κινούνται στον (άγνωστο σας εντελώς) Τέταρτο Κόσμο
Αφήνουν πίσω τους πουτάνες, αφρικανικά εντευκτήρια και σύριγγες,
Πρώην λουτρά, πρώην φαρμακαποθήκες (σκέτες ταμπέλες πια)
Τα μαγαζιά με πιεσόμετρα και ορθοπεδικά, τους γαμηστρώνες
Τα πακιστανικά μανάβικα, τα τηλεφωνάδικα και ψιλικά
Φυσιογνωμίες σκαμμένες, αργόσχολους, ομονοιακούς,
(Κι εσχάτως πρόσφυγες επίσης, με τη σέσουλα -
Τους επιζήσαντες του Αιγαίου και των φραχτών).

Κι εκεί στο στενό ομονοιακό δρομάκι
Στην παραβιασμένη είσοδο του πρώην ξενοδοχείου,
Ο δόκτορας της σκαει πέντε ευρώ. «Πάρ' τα Μαρκέλλα»
(Στάνταρ πριν και μετά την κρίση - πάντα χαρτονόμισμα)
Αύτή πέφτει στα γόνατα, ο δόκτορας τη χύνει
Κι ύστερα τη φωτογραφίζει με το κινητό
Χυμένη μούρη, μάτια, στόμα, μάγουλα.

Μέχρι το άλλο χαρτονόμισμα, την άλλη πρέζα.
Το νέο ξεχαρμάνιασμα της αλλης εβδομάδας.


Δημήτρης Φύσσας
από τη συλλογή Εμένα μου λες, 
Ποιήματα 1997-2016, 2016


1 σχόλιο:

Poet είπε...

Ένα απο΄τα πιο σκληρά ποιήματα που έχω διαβάσει. Πέρα για πέρα αληθινό και συγκλονιστικό !! Με την κατάπτυστη πόρνη να μην ειναι βέβαια η άτυχη άρρωστη γυναίκα αλλά ο γλοιώδης λελές του καλού κόσμου.