Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Ιστορία του Φορτούνα


Παλιούς στις θάλασσες του Βόλου ναυτικούς
συνάντησα
κι ώρες πολλές για το μεγάλο
δέντρο του βυθού,
το γιούσουρι, μιλούσαμε.

Για θάλασσες, για τους καιρούς,
για αυτούς που σκέπασε το κύμα
και για το κόκκινο κοράλλι
που στέρεψε και χάθηκε.
Τ’ απόβραδο ο πιο μικρός μας είπε
την ίδια ιστορία την παλιά,
σχεδόν μισό αιώνα πίσω.
Πως με τα δίχτυα κι όχι δύσκολα
σήκωσαν τότε από το βυθό,
κορμό εκατοχρονίτικο, το γιούσουρι.

Αλίμονο!
Κομμάτια θρυμματισμένα, θρύψαλα
όλο πληγές στο σώμα του
- τα ίχνη της θάλασσας -
αυτό που άλλοτε είχε στοιχειώσει
τον ύπνο των θαλασσινών.
Το βράδυ, μακριά από τη θάλασσα
συλλογίστηκα,
πόσα όνειρα κράτησαν τα χέρια μας
και πόσα, συντρίμμια κύλησαν
από τις παλάμες και τ’ ακροδάχτυλα
και χάθηκαν στ’ ανοιχτά,
παραδομένα στη ύβρη και τη χλεύη
των περαστικών.

Ξάνθος Μαϊντάς
από τη συλλογή Οι δρόμοι της Φαϋττού, 2009

4 σχόλια:

Poet είπε...

Η ιστορία του Φορτούνα με εικόνα της Φορτούνη. Και οι δύο εξίσου ωραίες. Μήπως κρύβεται κάτι μυστηριώδες εδώ, κάποια ανεξιχνίαστη νομοτέλεια; Οι ναυτικοί μπορεί να την ονόμαζαν και μοίρα. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις με τις απογόνους των πειρατών.

μωβ είπε...

βέβαια η φορτούνη δεν έχει τις μνήμες και τις παραστάσεις του φορτούνα και των ναυτικών του βόλου...
αλλά λατρεύει τους βυθούς των θαλασσών και των ανθρώπινων ψυχών..

ιδιαίτερο ποίημα..
καλημέρα Τόλη (οι δυο μας έχουμε απομείνει στην μπλογκόσφαιρα...)

Field of Dreams είπε...

Μπα... είμαι κι εγώ εδώ· απλά διαβάζω όμως για να αλλάξω εντυπώσεις - δεν προλαβαίνω να σχολιάσω.

Καλημέρα σας!

Poet είπε...

Ναι, ερημιά στην πόλη και στα ιστολόγια. Ήπιαμε έναν απολαυστικό καφέ το πρωί στο Πανόραμα με όλους τους νεοβάρβαρους στις αμμουδιές.

Να που προλαβαίνεις όμως, Λίνα. Τι, δηλαδή, πρέπει να βουτήξουμε για να σε βγάλουμε από τον βυθό όπως το γιούσουρι;