Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Παλαμάς. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Παλαμάς. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

Εκατό φωνές (7)


Αγνάντια το παράθυρο. στο βάθος
ο ουρανός, όλο ουρανός, και τίποτ' άλλο.
κι ανάμεσα, ουρανόζωστον ολόκληρο,
ψηλόλιγνο ένα κυπαρίσσι. τίποτα άλλο.
Και ή ξάστερος ο ουρανός ή μαύρος είναι,
στη χαρά του γλαυκού, στης τρικυμίας το σάλο,
όμοια και πάντα αργολυγάει το κυπαρίσσι,
ήσυχο, ωραίο, απελπισμένο. Τίποτ΄άλλο.

Κωστής Παλαμάς
από τη συλλογή Η ασάλευτη ζωή, 1904

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Ημεδαπός εξόριστος

στον Γκάζι Καπλάνι

Η πόλη αλλάζει κι ίδια μένει, χωνευτήρι
των Βαλκανίων – πλέον των δύο αιώνων -,
Ρώσων, Κινέζων, μαύρων απ’ τη Νιγηρία.
Και ο Ημεδαπός Εξόριστος, στο παραθύρι,
σαν θέατρο προγόνων κι επιγόνων
της πόλης ξεδιπλώνει μια ιστορία.

Στον ίσκιο της Ακρόπολης, σαν όπως
που του Ψυρρή η μόνη χουρμαδιά
από τη γέφυρα φαινόταν του Ιλισσού
- κι έπειτα, πλήθος Βαυαρούς ο τόπος
πλημμύρισε, με σχέδια αρχιτεκτονικά -
κι η πόλη, ως την Πύλη τ’ Αδριανού.

Κι αργότερα, μπουλούκια εξ επαρχίας,
στα χίλια εννιακόσια κι ο Καβάφης
κι ο Παλαμάς, να γράφουν στην Αθήνα.
Δεντρόφυτη η πλατεία Ομονοίας,
μια συνοικία να μοιάζει της Ανάφης,
στο Ζάππειο κυρίες μ’ ομπρελίνα.

Απ’ το ειδύλλιο, η νέα καταστροφή
(λίγο μετά αυτοκτονεί ο Καρυωτάκης):
Πρόσφυγες μύριοι από τη Μικρασία
κι η πόλη απλώνει τόσο, παρεπιδημεί.
Σε παραγκούπολη τα σπίτια της ανάγκης,
Βύρωνας, Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία.

Μιλιούνια ανθρώποι, κατεβαίνουν ολοένα
και ερημώνουν τα ορεινά χωριά.
Βουνίσιοι και καμπίσιοι, τώρα αστοί.
Κι η πόλη, να επεκτείνεται αφρισμένα,
σαν κύμα στα παράλια, στα βουνά,
να καταπίνει ολόκληρη Αττική.

Μα ο αχός της ιστορίας στα Βαλκάνια
και στην Ευρώπη της Ανατολής ξυπνάει.
Το ντόμινο αρχίζει με το Τείχος,
στα σύνορα οι ανθρώποι, στα λιμάνια,
πλήθος που όλο τα φράγματα περνάει
- κι εντέλει, ο αστικός μας μύθος :

Στις γειτονιές τις ίδιες, των κατατρεγμένων,
τόσους αιώνες θέλει να γυρνάνε,
γύρω απ’ την πρώτη αρχαία χουρμαδιά.
Στη ρίζα της Ακρόπολης, στων ξένων
τις συνοικίες τώρα αλβανικά μιλάνε
και τρέμουν, μην τους ψάξουν τα χαρτιά.

Κι ο Ημεδαπός Εξόριστος γυρίζει
τις νύχτες, ίσκιος στο Μεταξουργείο,
στα ρώσικα μιλάει στους μετανάστες,
ενώ το χωνευτήρι εξαφανίζει
της ιστορίας κάθε ίχνος και στοιχείο
- αλλά ποτέ τις τάξεις και τις κάστες.

26.4.2005

Σοφία Κολοτούρου
από τη συλλογή Αν-επίκαιρα ποιήματα, 2007

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Ρόδου μοσκοβόλημα

Εφέτος άγρια μ' έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ήβρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα

Με χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρυσαν τα μάτια.

Κωστής Παλαμάς
από τη συλλογή Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν

Γ. Ροϊλός: Οι ποιητές (π. 1919). Λάδι σε μουσαμά, 130 εκ. x 170 εκ. Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός». Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880. Στα δεξιά της σύνθεσης απεικονίζεται ο Α. Προβελέγγιος να διαβάζει κάποιο ποίημά του, ενώ από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Γ. Στρατήγης, Γ. Δροσίνης, I. Πολέμης, K. Παλαμάς (στο κέντρο) και Γ. Σουρής

Πιθανότατα όλοι γνωρίζετε τον Γιάννη Αγγελάκα, τραγουδιστή του ροκ συγκροτήματος Τρύπες, μουσικό, ηθοποιό αλλά και καλό ποιητή. Κι αν «θέλετε να γνωρίσετε όλους αυτούς που σκύβουν» ή αρκετούς τουλάχιστον, βρίσκεστε σε σωστό μέρος. Στον κατάλληλο σταθμό αιμοδοσίας τους που βεβαίως διανυκτερεύει. Γιατί πάντοτε έχουμε ζωτική ανάγκη και γι' άλλο αίμα.


Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Πόσοι

 

 

                                          Kαι τι'μαι; Χόρτο ριζωμένο σ' ένα σβώλο”

                                                                                     Κωστής Παλαμάς

 

                                         

Πόσοι στο μάκρος του καιρού λες πως ορκίζονταν

πως ήτανε “δική τους” τούτη η γη, “ολόδική τους”

στρωμένη ως πέρα με μηλιές ψηλές και λιόδεντρα

περήφανα πλατάνια και μ' αμπέλια.

 

Εδώ σπιτάκια στη σειρά, ζωές που ανάσαιναν

όμως κανείς πια δε θυμάται μήτε ξέρει

πώς σβήστηκαν τα βήματα στον δρόμο τους

πώς χάθηκαν τ' αχνάρια τους στο χώμα                             

σαν να μην πέρασαν ποτέ ή μες στον άνεμο

άχυρα φύγανε μικρά κι έχουν σκορπίσει.

 

Αχ, είναι η γη παντοτινά βουβή κι αθόρυβη

για πάντα εδώ, για πάντα εδώ, για πάντα ξένη

κι ας την αγάπησαν σαν μάνα τους κι ας πόνεσαν

κι ας την ποτίσανε με ίδρωτα και αίμα.

 

Δημήτρης; Παπακωνσταντίνου

από τη συλλογή Μνήμες της ρίζας, 2020