Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Μανουσάκης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Μανουσάκης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Δυο πεταλούδες

Όλα λευκά. Ο τοίχος
το φαρδύ μαξιλάρι
το σεντόνι τ' απέραντο.
Σα βορεινό, χιονισμένο
τοπίο. Κι απ' την καρδιά
του λευκού να προβάλλει
κλειστό μπουμπούκι ροζ
το πρόσωπό της.

Άνοιξε
τα δυο μάτια κι ήταν
σαν να πετάξανε
δυο πεταλούδες
πάνω απ' το χιόνι.

Γιώργης Μανουσάκης
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό, η λέξη,
τεύχος 201, Ιούλιος - Σεπτέμβιος 2009

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Αναχωρητής

Είπα : Δε θέλω να σας ξέρω.
Δε συμμετέχω στη ζωή σας
μένω μακριά από τα εγκλήματά σας
τις σφαγές και τους ανδραποδισμούς
των συνανθρώπων σας.

Θα κατοικήσω εδώ, σε τούτη την καλύβα
μακριά από κάθε ποταπό
πέρα απ' ό,τι ατιμάζει
τον άνθρωπο. Μόνος
με τις αέτιες σκέψεις των σοφών
με τα ζεστά, ευγενικά
αισθήματα των ποιητών.

Όμως πούθε έρχεται τούτο το αίμα
που γλιστρά κάτω απ' την πόρτα μου;

Γιώργης Μανουσάκης
από τη συλλογή Στ' ακρωτήρια της ύπαρξης, 2003

Κατάκτηση

Νύχτα μπήκα από την κερκόπορτα
κατάκτησα την πόλη, την εκούρσεψα
κάρφωσα το κοντάρι της σημαίας μου
στο δονούμενο χώμα της κι είπα :
«Τούτο το κάστρο είναι πια δικό μου !»

Και το πρωί στο φως του ήλιου είδα
πως ήμουνα στη μέση μιας ερήμου
μονάχος με τον ίσκιο μου.

Γιώργης Μανουσάκης
από τη συλλογή Στ' ακρωτήρια της ύπαρξης, 2003

Η άλλη πολιτεία


Εκείνη η άλλη πολιτεία
κάθεται στο βυθό της μνήμης
σαν αρχαίο ναυάγιο.
Κυματιστά σαλεύει
κομματιάζεται και πάλι ενώνεται.

Πίσω απ' τα κάγγελα
είν' ανθισμένοι οι κήποι της
κι οι σκιές του σούρουπου κουρνιάζουν
στις υγρές της κάμαρες.
Αργές κροτούν των αμαξιών οι ρόδες
στις πλάκες κι ήσυχα
ακούγονται οι ανθρώπινες κουβέντες.

Έζησα αλήθεια σε μια τέτοια πολιτεία;

Γιώργης Μανουσάκης
από τη συλλογή Άνθρωποι και σκιές, 1995

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Στιγμή

Καθότανε στον κήπο και διάβαζε.
Σκυμμένος ο λαιμός, τα βλέφαρα χαμηλωμένα
το χέρι αφημένο στη δεξιά σελίδα.
Μια πεταλούδα ήρθε και κάθισε
στον ώμο της. Ο χρόνος είχε ακινητήσει
κι όλα αναδίνανε γαλήνη αιωνιότητας.

Κι άξαφνα το κεφάλι ανασηκώθηκε
το χέρι γύρισε το φύλλο του βιβλίου
η πεταλούδα πέταξε. Η στιγμή
θρυμματίστηκε.

Κι εγώ
που 'χα πιστέψει στην αιωνιότητά της!

Γιώργης Μανουσάκης
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό, η λέξη,
τεύχος 201, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2009

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

Ταριχευτήριο πουλιών, Ι

Φτερούγες ανοιχτές δίχως πέταγμα
ανήσυχες κινήσεις δίχως σάλεμα.
Αγκυλωμένα τα μέλη, ξεραμένα
τα βλέμματα. Απ' τα μισάνοιχτα
ράμφη στάζει βαριά η σιωπή.

Πίσω απ' τη γυάλινη πόρτα
έχει παγώσει ο χρόνος.

Πού πήγε η μουσική τόσων
κελαηδημάτων; To θρόισμα τόσων φτερών;
Μάταιη των χρωμάτων η χλιδή
και μελετημένο ζύγιασμα των στάσεων.
Μ' όλο το στολισμό του προσωπείου
σ' αναγνωρίζω, παντοκράτορ Θάνατε.

Εσύ 'σαι ο συνθέτης της απόλυτης σιγής
εσύ ο γλύπτης της πιο τέλειας ακινησίας.

Γιώργης Μανουσάκης
από τη συλλογή Ταριχευτήριο πουλιών και άλλα ποιήματα, 1978

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Ευδαιμονία

'Ισκιοι βαθιοί κι ο ήχος
κρυφού τρεχούμενου νερού.
Εδώ να μπορούσα να μείνω
σ' ένα αιώνιο καλοκαίρι
ν' απλώσω ρίζες μέσ' στ' αφράτο χώμα
να γίνω δέντρο υδρόχαρο
να γίνω μικρό πουλί
που θα λικνίζεται σ' ένα
λεπτό κλαδάκι, μεθυσμένο
από το ίδιο το τραγούδι του.

Γιώργης Μανουσάκης
από τη συλλογή Χώροι αναπνοής, 1988

Εν αγρυπνία Ι

Τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες
όταν κακοφορμίζουν τα όνειρα
κι αρχίζουν να αιωρούνται οι κρεμασμένοι,
λίγο ν' αγγίξει η άκρη
ενός ποδιού το μέτωπό μου
σπάζει

το νήμα του ύπνου
και να 'μαι μοναχός
καταμεσίς στην έρημο
νύχτας αβυσσαλέας και εκατόγχειρης.

Γιώργης Μανουσάκης
από τη συλλογή Χώροι αναπνοής, 1988

Χιονάνθρωπος

Μην τον πλησιάζετε.
Αν του αγγίξετε το χέρι
θ' αρχίσει να λιώνει.
Ένα φιλί στο μάγουλο
του ανοίγει πληγή.

Όχι πως δε σας αγαπά
όλους εσάς με τα ζεστά τα χέρια
με τη θερμή καρδιά.

Μα προτιμά να 'στε μακριά του.
Αφήστε τον στην παγωνιά
που τον κρατά στη ζωή.

Γιώργης Μανουσάκης
από τη συλλογή Χώροι αναπνοής, 1988

Εν αγρυπνία XII

Λίμνη κατάμαυρη, άνοχθη,
Κι εγώ γλιστρώ
απάνω σ' άπατα νερά
δίχως φλοίσβο. Καμιά σκιά.
Μόνο βαριές ασθματικές ανάσες
πίσω μου
σαν κάποιοι να τραβούν
όλο και γρηγορότερα κουπί.

Στη φωνή μου αποκρίνεται
μόνο η ηχώ της.

Γιώργης Μανουσάκης
από τη συλλογή Χώροι αναπνοής, 1988