Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Νουάρ
















Τριγύριζα μάταια γύρω απ' τα ίδια περίπτερα
Τα γδαρμένα παγκάκια
Το σούρουπο κρεμούσε ανταύγειες στις λάμπες
Σφύριζα αμέριμνη πως τίποτα δεν
Άλλαξε
Το κασκόλ ανέμιζε στεγνό και σίγουρο:
Πως τα λόγια δεν είναι ικανά να ξαναχτίσουν
Ύμνους, πορτρέτα, αειθαλότητα
Πως τα ενδεχόμενα είναι τόσο πολλά που
Δε συνδυάζονται ούτε σε χοντρά τετράδια
Και η ιστορία γεννάει τα μήλα ακριβώς
Για να διχάζει τους ιππότες της

Είχες γύρει πάνω στην ίδια δικαιολογία
Με τον όνομα ξενιτιά
Θα ήσουν και φέτος πρώτος μετά την άνοιξη
Θα είχες να πεις ιστορίες απ' την άλλη μεριά του Ατλαντικού
Θα ρώταγες πώς πήγαν οι σοδειές
Ποιος έφυγε από το χωριό, κατά πού πήγε.
Αρκετά με τα ξένα.
Θέλεις επιτέλους να μάθεις τι γίνεται εδώ
Αν περισσεύει χώρος για σένα να γυρίσεις
Να μιλήσεις ξανά τη γλώσσα σου
Να ξαναγίνεις ντόπιος

Μετά θα 'βαζες τις ώρες ν' απαλύνουν
Τον παλμό του χεριού μου
Να κουρνιάσουν στις εσοχές
Ν' αφηγηθούν περιοχές πριν φτιαχτούμε
Τα χέρια σου μεγεθυντικοί φακοί
Προσεγγίζουν το άρρητο

Ήξερα πως μόνο αυτό ζητούσα
Να μη μ' αφήνεις στην έξω μεριά του όλου
(Να ζούμε καθημερινά χέρι με χέρι)

Ελευθερία Κυρίτση
από τη συλλογή Χειρόγραφη πόλη, 2013

2 σχόλια:

Xara N είπε...

Με αγγίζει πολύ το γλωσσικό σύμπαν αυτού του ποιήματος. Ο τρόπος με τον οποίο ιστορείται η απώλεια, η νοσταλγία.
Φράσεις όπως
" η ιστορία γεννάει τα μήλα ακριβώς
Για να διχάζει τους ιππότες της"

"Τα χέρια σου μεγεθυντικοί φακοί
Προσεγγίζουν το άρρητο"

μου δημιουργούν μια συναισθηματική πληρότητα και μια ευφορία που αντισταθμίζει τη συγκίνηση και τη μελαγχολία των στίχων.

Poet είπε...

Ϊσως λοιπόν έτσι να επιτυγχάνεται η ισορροπία στην ποιητική ακροβασία, Χαρά μου. Και με σχόλια σαν τα δικά σου να αποκτούν πρόσθετο ενδιαφέρον οι αναρτήσεις των ποιημάτων στο Λιβάδι.