Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Η Δράμα

Ένας ήλιος κατακόκκινος στο μονοπάτι του ανέμου.
Τα ξέφτια του στα κλαδιά, στα πέτρινα σπίτια, στα χαλάσματα.
Η πόλη παλιά όσο κι οι αναμνήσεις.
Σκαρφαλωμένη στους μεγάλους κισσούς, τους υγρούς τοίχους,
στα περιστέρια που πετούν αναστατωμένα.
Καραβάκι στα νερά, νανουρίζει τους ανθρώπους της,
γερνά μαζί τους.
Τα πρόσωπα ξεθωριασμένα στα πέτρινα σοκάκια,
οι ομιλίες κεριά στα παραθύρια.
Κανείς δεν προσπαθεί ν’ αλλάξει την πορεία των ημερών.
Το σχήμα τους θολό και δυσδιάκριτο,
χάνεται στα στενοσόκακα, κρύβεται στις σκιές,
στα ξέφωτα χαμογελά.
Ο χρόνος φέρνει τη λύτρωση.
Τα λόγια τους καρτερικά,
οι κάμαρές τους γαλήνιες.
Η πόλη γέρνει στα σώματά τους,
πλαγιάζουν μαζί ειρηνικά.
Τα κουρασμένα της ρολόγια χτυπούν στα καλντερίμια,
οι ψηλοί τοίχοι καθρεφτίζονται στα λιμάνια της σιωπής.
Οι σκιές αγρυπνούν τις νύχτες,
μοσχοβολούν γιασεμί τα δειλινά.
Κι οι άνθρωποι βγαίνουν απ’ τις φωτογραφίες τόσο νέοι.
Συγυρίζουν τους χρόνους,
βάφουν τα δρομάκια με τ’ ασήμια του φεγγαριού,
περιμένουν στις εξώπορτες,
ποτίζουν τα γεράνια τους στις γλάστρες,
μετρούν τα φθινόπωρα με τα χρυσάνθεμα στις αυλές τους.
 

Ήσυχοι κι ανίδεοι μαζί.
Κι η σιωπή μενεξεδιά,
τα περάσματα δροσερά,
ο θάνατος αθώος.
Ο ένας γέρνει στην ψυχή του άλλου,
η πόλη γέρνει στους ώμους τους.
Τα παραθύρια ανοιγοκλείνουν τις μέρες τους,
τα μάτια τους γεμίζουν ουρανό.
Διαβάτες ξένοιαστοι
κι ερωτευμένοι με τη μικρή τους πόλη παντοτινά.



Ιωάννα Μ. Αθανασιάδου
από τη συλλογή Λόγου εργόχειρα, 2017


Δεν υπάρχουν σχόλια: