Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Παλιό καράβι




Μαδέρι το μαδέρι από πεύκο μυρωδάτο

Του τόπου τούτου διαλεχτό

Με νομείς ασφαλισμένους και τα μόρσα

Με καρφιά που φτιάχτηκαν στο χέρι μου

Το δρύινο ξύλο πελεκώντας

Και χτυπώντας επιδέξια τον χαλκό

Κυπαρισσόξυλο καρφώνοντας στη γάστρα

Διάλεξα περνιά κι αγριοξιά

Για τα κουπιά και το τιμόνι

Με πέτρα έστρωσα για έρμα μια σειρά

Βρεχάμενα ξύλα πότισα με λάδι και ρετσίνι

Κι όταν τραβώντας το καννάβινο σκοινί

Στο κατάρτι ένα πανί υψώθηκε λινό

Και είδα πως ήταν των ονείρων μου καράβι

Το κρεμασμένο τότε στον λαιμό μου φυλαχτό

Γονατιστός προσκύνησα κι είπα ευχαριστώ.

                  

Διάλεξα ναύτες να έχουν πάθος για ταξίδια

Κι εγώ από ναύτης μιας σχεδίας τσακισμένης

Έγινα με το καράβι αλίδρομος θαλασσομάχος

Γιατί όταν ήρθε ο καιρός και φύσηξε Απηλιώτης

Στ’ αμέτρητα ταξίδια μου σ’ ατέλειωτο γιαλό

Σκορπούσα μύγδαλα κι ολόγλυκο κρασί κερνούσα

Καθώς τον κόσμο θάμπωνε ο αστραφτερός χαλκός

Κι ύστερα γύριζα με το καράβι φορτωμένο ελπίδα

Γύριζα με το καράβι φορτωμένο φως.



Νίκος Νικολάου - Χατζημιχαήλ 
από τη συλλογή Πικρόλιθος, 2014


Δεν υπάρχουν σχόλια: