Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Ένας απαρηγόρητος άνεμος

art by Martin Stranka

Όλο κι όλο είν' ένας ανεπαίσθητος άνεμος
που έρχεται από τη βορεινή κάμαρη του επάνω πατώματος
ούτε λόγος πως δεν μπορεί να κρυολογήσει κανείς
ούτε να χτυπήσουν οι πόρτες και τα παράθυρα με πάταγο
τα παιδιά συνεχίζουν το παιχνίδι τους
ο παππούς αλλάζει σελίδα, έχει κιόλας ξεχάσει
και μοιάζει ευτυχισμένος παρακολουθώντας
το Χρηματιστήριο Αξιών
Μονάχα η μάνα αφήνει για μια στιγμή τη δουλειά της
σαν ν' αφουγκράζεται από πολύ μακριά:
«Φυσάει απ' τον παλιό καιρό«» ούτε που το ψιθυρίζει
και ξανασκύβει στο πλεχτό
Κι εκείνος είναι εδώ ανάμεσά μας
και δεν ξέρει'
πού να βάλει τα χέρια του
πού να ακουμπήσει το φορτίο της μνήμης
που του κουράζει τα μάτια
Και φαίνεται αδικαιολόγητο που βγαίνουμε
τρέχοντας απ' το σπίτι
ρίχνοντας ικετευτικές ματιές
στον κήπο
στα κάγκελα
στ' αναρριχώμενα του φράχτη
εκβιάζοντας το χρόνο ανώφελα
γιατί αυτός είναι μέσα και κάνει το ίδιο
δένοντας τάχα τα κορδόνια των παπουτσιών του
Έτσι ξημέρωσε και τούτ' η μέρα
κρατώντας απ' το χέρι έναν απαρηγόρητο άνεμο.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Νεμέρτσκα, 1961
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα,
Ποιήματα (1961-2011), 2013

4 σχόλια:

Rosa Mund είπε...

Αυτό-το-ποίημα-μου-αρέσει.Τελεία.

Poet είπε...

Αλλά όχι παύλα, Ροζαμούνδη μου. Γιατί με βάζεις στον πειρασμό να σου αφιερώσω το δικό μου ποίημα με τίτλο «απαρηγόρητος»:

πώς και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει.
ίσως να είναι σαν το χνώτο μου
από παλιά στο τζάμι
σαν τα ρυάκια της βροχής
στο χώμα της Πλατείας Δικαστηρίων.
ίσως να είναι σαν τον γόο του βαρδάρη
στα καλντερίμια της γενέθλιας πόλης
ή σαν τα γράμματα που αναβοσβήνουν
μακριά στις φωτεινές επιγραφές.
και σαν το άγνωστο εκείνο
που κάποτε με έσπειρε και χάθηκε.
πώς και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει,
σε ξένο τόπο και σε ξένους δρόμους
μόνο

Rosa Mund είπε...

Αχ Ποιητή μου! Αυτό ακριβώς σκεφτόμουνα. Αυτό, ναι. Που σου έχω πει τόσες φορές πόσο με αγγίζει.

Σ' ευχαριστώ πολύ-πολύ για την αφιέρωση.

Poet είπε...

Φιλάκια στη Ροζαμούνδη (και στην Κική).