Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Αποκάλυψη

















Μέσα να παίζει η παλαιά μουσική,
έσβηναν τα κεριά στα μάτια μου
σαν τις πυγολαμπίδες τ' ουρανού στο δικό της σώμα.

Θυμάμαι κόσμος που ήταν μαζεμένος,
δεν ήξερα τον λόγο μόνο φανταζόμουν
κι έτρεμα να φανώ γιατί ως συνήθως
ήμουν σ' ευαίσθητη ισορροπία με το μέσα μου.
Σκεφτόμουν τα οράματα φλεγόμενα ν' αγγίζουν
την χάρη του ορατού κόσμου.

Έτοιμη να χαθεί απ' το σώμα η καρδιά μου,
έκλαιγε, σπίτι ερημωμένο.
Αν δεν υπήρχε εκείνη που ήταν νόημα
για την ζωή και για τον θάνατό μου,
αν δεν υπήρχε εκείνη που στο φύλαγμά της
θα 'ριχνα τις σελίδες και του πυρετού μου για διασκέδαση,
θα είχα τη λύπη ν' αναλογιστώ τι ευθύνη,
κρύβει μια αίθουσα σπιτιού γεμάτη κόσμο;
Ποιος λογαριάζει να μιλώ, να εκτροχιάζω
για λίγο την πορεία του χρόνου.

Τα μάτια μου έτριβα να ξεχωρίσουν
μία-μία τις πιο λεπτές διακλαδώσεις της γιορτής,
την ψυχή μου πάσχιζα να φωτίζει η γνώση,
χίλιες πνοές φωτός,
τα μάτια μου άστρα της αφής μου.

Όταν σήκωσα το βλέμμα ήταν όλα
στο πρόσωπό της ανανεωμένα.
έτσι δεν δίστασα να προχωρήσω δίχως ν'αφουγκραστώ
την αίσθηση του πλήθους καθώς έτεινα
το χέρι μου στο χέρι της και είπα:

Θέλω μαζί να κοιμηθούμε, από αύριο
θα 'μαστε ο κόσμος όλος και ο χρόνος.

Αλέξανδρος Μηλιάς
από τη συλλογή Στην αψίδα των νεκρών θριάμβων, 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια: