Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Έως ότου όλα να σβήσουν























Διότι πάλι δεν θα 'μαι
στις λεύκες το άφθαρτο ασήμι,
χυμένη γύρη στο λεπτό δάκρυ της μέρας. 
Δεν θα ΄μαι του δειλινού η αγκαλιά,
η αυλή στο ξέπλυμα της σκόνης,
τα χέρια μου που ξύπναγαν τις ρίζες να χορεύουν.

Να μεγαλώνει πρέπει η χαρά των άλλων,
να μεγαλώνει η χαρά μου ωσότου
φτάσει το γέλιο ως την νύχτα της μητέρας
και στο σκοτάδι η ανάσα μου επιστρέψει
άγγιγμα των χεριών της.

Διότι πάλι δεν θα 'μαι λάμψη χάδι των νερών,
ρήγμα στο σώμα κι απροσδόκητη φωνή,
ο ήχος, η απόκρισή του. 
Δεν θα 'μαι η αόρατη σκέπη του ύπνου
στα μαύρα πέταλα το βράδυ, η τρυφερή ματιά
κισσός στα χέρια, στον λαιμό
της πιο λευκής ημέρας.

Να μεγαλώνει πρέπει η χαρά των άλλων.
να μεγαλώνει η χαρά μου ωσότου
ανοίξει χώρο μες στην νύχτα και για μένα
κι ο ίσκιος που στο φως τώρα με βρέχει
γίνει παιχνίδι σε καμένο μεσημέρι. 

Αλέξανδρος Μηλιάς
από τη συλλογή Στην αψίδα των νεκρών θριάμβων, 2014

2 σχόλια:

θωμαή είπε...

πολύ ωραίο ποίημα

Poet είπε...

Χαίρομαι που σου αρέσει, Θωμαή.