Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Κατευόδιο























Όλη τη νύχτα
αλυχτούσαν τα σκυλιά
έξω απ' την πόρτα σου.
Την επομένη σε βρήκαν
παγωμένη, σαν να κοιμάσαι.
Ο παπα-Θανάσης σε κράτησε
τρυφερά στα χέρια του,
λες κι ήσουνα μικρό παιδί
και σ' εναπόθεσε
μέσα στο φέρετρο.
Καιρός πια ν' ανταμώσεις
τον γιο και τον εγγονό σου,
ψιθύρισα
-αυτόχειρες κι δυο από καιρό-
κι εγώ με δυο-τρεις άλλους
σε στολίσαμε
για να σε δούνε όμορφη.
Έτρεξα κι έφερα
ένα κλαράκι πασχαλιάς
που 'χες φυτέψει χρόνια πριν
πλάι στο παράθυρό σου.
Κάποιος ακούμπησε
την τσάντα σου
και το καλό σου το παλτό,
πάνω στα σταυρωμένα χέρια σου.
Με έρανο της γειτονιάς η κηδεία,
μεσημέρι της Μεγάλης Τρίτης.
Τελευταία βραδιά
στην ιδιαίτερη πατρίδα.
Άνοιξα το παράθυρο
και, τι παράξενο,
εσύ να έχεις φύγει
και να μυρίζει η πασχαλιά σου
μέσα στη νυχτωμένη κάμαρα.

Ελένη Μαυρογονάτου
από τη συλλογή Στο ω της πιο γενναίας λέξης, 2013
Ενότητα : Επαίτης στιγμών

2 σχόλια:

Rosa Mund είπε...

Είδα όλα τα δημοσιευμένα στο Λιβάδι της Ελένης Μαυρογονάτου.


Ετυμηγορία:
Σπαρακτική ποίηση, καθόλου μελό (που είναι ανυπόφορη για μένα).
Ναι, μου αρέσει.

ΥΓ. Αχ, εκείνες οι λέξεις του Μάριου.

Poet είπε...

Συμφωνώ μ' όλη μου την καρδιά με την αγαπημένη μου αναγνώστρια.
Κι αφήνω κι εγώ μια σκέψη σαν χάδι για τον Μάριο.