Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Παράπονο

Είμαι στον κήπο και
ακούω το τριζόνι σου
μιλώ στα δειλινά σου.

Παράπονο το 'χω.
Στ' αγγόνι σου μονάχα και στη μάνα
Το γιο σου
μήτε που ήρθες να τον δεις
απόταν πέθανες.
Μεγάλωσα,
δεν είμαι πια παιδί, το ξέρω.
Μα εγώ
σαν άθυρμα τον σκοίνο σου λατρεύω.
Και τον μικρό βασιλικό στο πεζουλάκι
σού ποτίζω.
Και κάθε που κόβω
ένα γεράνι
αψιά
μία μυρωδιά
το χώμα σου πασκίζει
να ξυπνήσει.
Δικά σου πράγματα
τώρα που η σάρκα σου σαπίζει.

Τι κι αν μεγάλωσα;
Ξαρμάτωτους ο χρόνος μας αφήνει.
Και κάποτε
τις κούκλες η καρδούλα μας ξεθάβει
παίζοντας
- ας κάνει τη σκληρή
κι ας τη μολεύει
η χαμέρπεια.

Γαλήνιο φάντασμα
στη γαλανή του θέρους νύχτα
το τέκνο σου εισάκουσε.
Τώρα που έχει Θεόν ο ουρανός.
Κι άδειο δε μνήσκει
το Στερέωμα
στα Ύδατα του Πόνου.

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό κουκούτσι,
τεύχος 2, άνοιξη - καλοκαίρι 2010

2 σχόλια:

Βαγγέλης Φίλος είπε...

Μου αρέσει πολύ αυτό το ποίημα. Νιώθω αυτό το φτερούγισμα που σε οδηγεί απαλά ως το Στερέωμα, όπου η ευαισθησία, γαλήνια βασιλεύει.Αυτό που θα ήθελα να σημειώσω από πλευράς μορφής είναι τούτο: Καμία λέξη, δεν είναι περιττή σ' αυτή τη σύνθεση. όλα, λιτά, είναι τοποθετημένα με τον τρόπο που πρέπει για να κυλήσει το ποίημα ως ρέουσα ύπαρξη, για να ακουστεί ο ήχος ως μουσική για να δημιουργηθεί ο απόηχος που θα το ταξιδέψει, ως δημιουργία, στο χρόνο.

Poet είπε...

Δεν ήξερα τον Ρώσση, Βαγγέλη μου, τον ανακάλυψα στο νέο αυτό πολύ αξιόλογο λογοτεχνικό περιοδικό. Πολύ εύστοχο το σχόλιό σου, χαίρομαι που συμφωνούμε.