Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008
Σύγνεφο με παντελόνια (αποσπάσματα)
Σήμερα θα θυμηθούμε τα Ποιήματα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, σε μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου με τη βοήθεια του Άρη Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Κέδρος, 1966. Όπως λέει ο Ρίτσος στον πρόλογο, ο Μαγιακόφσκι εκφράζει το ιδεώδες της ελευθερίας, το εκφράζει με τη μεγαλύτερη ένταση και τον πιο ελεύθερο τρόπο, με την πιο νέα μορφή, που αντιστοιχεί με θαυμαστή ακρίβεια στην καθολική τάση ελευθερίας των ανθρώπων και στο νέο, επαναστατικό περιεχόμενο της εποχής του.
Δυο σκέψεις μόνο. Ήταν αδύνατον να επιβιώσει ο Μαγιακόφσκι κάτω από τον σταλινικό οδοστρωτήρα. Τα ποιήματά του είναι ιδιαίτερα ζωντανά και επίκαιρα σήμερα, την εποχή των «ξυγκόθρεφτων λακέδων».
Σ' εσένα Λιλή
Πρόλογος
Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω το πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχειά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.
Εσείς οι αβροί ! ...
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα ;
Eλάτε να σας δασκαλέψω
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σαν τη μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες
του οδηγού μαγειρικής
Θέλετε -
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
- κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός -
θάμαι η άχραντη ευγένεια
- όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
ΙΙΙ
Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν' αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιαν έγνοιαν έχετε :
«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»
κοιτάχτε πώς διασκεδάζω
εγώ -
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.
Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ' ορθάνοιχτο μου μάτι.
Μ' απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίζω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ' αλυσσίδα
θα κρατάω σαν σκυλί τον Ναπολέοντα
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έϊ, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν' κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι που τούκοψε το τραίνο.
Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό της γης
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ' εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.
Παραμερίστε
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.
Κοιτάχτε -
αποκεφάλισαν ξανά τ' αστέρια -
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έϊ, εσύ ! Ουρανέ !
Βγάλ' το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.
Ησυχία !
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ' τα τσιμπούρια των άστρων.
Δυο σκέψεις μόνο. Ήταν αδύνατον να επιβιώσει ο Μαγιακόφσκι κάτω από τον σταλινικό οδοστρωτήρα. Τα ποιήματά του είναι ιδιαίτερα ζωντανά και επίκαιρα σήμερα, την εποχή των «ξυγκόθρεφτων λακέδων».
Σ' εσένα Λιλή
Πρόλογος
Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω το πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχειά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.
Εσείς οι αβροί ! ...
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα ;
Eλάτε να σας δασκαλέψω
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σαν τη μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες
του οδηγού μαγειρικής
Θέλετε -
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
- κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός -
θάμαι η άχραντη ευγένεια
- όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
ΙΙΙ
Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν' αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιαν έγνοιαν έχετε :
«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»
κοιτάχτε πώς διασκεδάζω
εγώ -
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.
Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ' ορθάνοιχτο μου μάτι.
Μ' απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίζω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ' αλυσσίδα
θα κρατάω σαν σκυλί τον Ναπολέοντα
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έϊ, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν' κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι που τούκοψε το τραίνο.
Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό της γης
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ' εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.
Παραμερίστε
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.
Κοιτάχτε -
αποκεφάλισαν ξανά τ' αστέρια -
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έϊ, εσύ ! Ουρανέ !
Βγάλ' το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.
Ησυχία !
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ' τα τσιμπούρια των άστρων.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


21 σχόλια:
Ας δούμε λοιπόν κι εμείς και ας χλευάσουμε τα ξίγκια (με σημερινή ορθογραφία), που τρέφουν και δικαιώνουν τα γιαπάκια και τους άλλους σύγχρονους λακέδες.
Δεν θα ΄ναι μια σειρά πιστωτικές κάρτες στο δερμάτινο πορτοφόλι τους; Δεν θα 'ναι τα επαγγελματικά ταξίδια τους, τα ακριβά αυτοκίνητα και τα εξοχικά τους; Δεν θα 'ναι τα έπιπλα εποχής, τα ασημικά, οι συλλογές ζωγραφικής,τα σινιέ ρούχα, οι γραβάτες τους, τα νυχτερινά φαγιά και ποτά και οι υψηλού επιπέδου,τοπικές και διεθνείς, κοινωνικές γνωριμίες τους;
Και ιδίως δεν θα 'ναι η μούρη που πουλάνε γενικά, η κοιλίτσα τους,
οι πόρνες τους και οι άλλοι απολογητές τους; Μαζί με μία απαραίτητη δόση από «πνευματικά ενδιαφέροντα και προβληματισμό»,
νομίζω ότι έχουμε σχεδόν πλήρη την ωραία εικόνα.
Ξέχασα να πω ότι ο λακές είναι πιο χαμερπής από το αφεντικό. Διάβαζα χθες γι' αυτό το βρωμερό σκάνδαλο των μοναχών σε συμπαιγνία με τους πολιτικούς και έφριξα. Γιάγμα το αίμα του ελληνικού λαού για να τρέφουν σκεμπέδες τα πάσης φύσεως ρασοφόρα και γραβατοφορεμένα τρωκτικά.
Κι άκουσα μετά να μιλάνε στην τηλεόραση, με θράσος χιλίων πηθίκων, οι εκλεγμένοι και οι διορισμένοι τζουτζέδες για το νομότυπο και άλλα ανέκδοτα και μόλις συγκράτησα τον εμετό.
Ζούμε μέσα στα σκατά, μέσα στη διαφθορά και την ατιμία. Και πρέπει να ανεχόμαστε αυτές και άλλες ξετσίπωτες πόρνες να κάνουν το άσπρο μαύρο και να μας κατηγορούν κι από πάνω.
Μένω με το στόμα ανοιχτό, με το χάλι που επικρατεί. Τα σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο, και οι εμπλεκόμενοι ορκίζονται και κόπτονται ότι όχι, λάθος καταλάβαμε το πράγμα δεν είναι έτσι αλλά είναι αλλιώς. Ή προσπαθούν να εξηγήσουν τα ανεξήγητα.
Θυμός και αηδία γι' αυτούς που με ελαφριά την καρδιά εκμεταλλεύονται καταστάσεις επειδή βρέθηκαν στο «σωστό» μέρος τη σωστή ώρα και νομίζουν ότι έχουν το δικαίωμα να γεμίζουν τις τσέπες τους εις βάρος όλων μας.
Πώς να μην αναζητάς την ουτοπία;
«Βρέθηκα στο καταγώγιο. Μη με ρωτάτε πώς βρέθηκα», λέει ο Ανέστης Ευαγγέλου. «Έζησες για ένα τίποτε;», ρωτάει ο Πρόδρομος Μάρκογλου. «Θέλω να γεμίσω μια σελίδα με τη λέξη σκουπίδια», μου είπε ο Κώστας Κρεμμύδας. Ο Ηλίας Λάγιος έφυγε από το μπαλκόνι.
Αυτά που θέλω να πω εγώ, δεν γράφονται. Αθλιότητα, προδοσία, πορνεία που δηλώνει το όνομά της και δεν ντρέπεται. Αναζητώ την ουτοπία για μην τρελαθώ. Και τη βρίσκω μόνο μέσα στην καρδιά μου.
Γιατί αν δεν την έχουμε έστω μέσα στην καρδιά μας, τότε όλοι όσοι παρακολουθούμε αηδιασμένοι πρέπει επίσης να φύγουμε από το μπαλκόνι.
A, εγώ δεν φεύγω απ'το μπαλκόνι. Το έχω αποφασίσει. Μια σφαίρα στον κρόταφο είναι απείρως προτιμότερη. Για να τελειώσει«αυτό το μάταιο οτιδήποτε για μένα».
Πού ξέρεις, μπορεί η ουτοπία να με περιμένει στο επέκεινα. Mπορεί να με περιμένουν όσοι αγάπησα. Μπορεί να με περιμένουν εκεί τα παιδικά μου χρόνια. Τα όνειρα μου και η πατρίδα μου.
Μισό λεπτό παρακαλώ. Λες μία σφαίρα στον κρόταφο. Λες ότι το έχεις αποφασίσει. Και δε μου λες σε παρακαλώ, μου γεννιέται η απορία: γιατί δεν το έχεις κάνει ακόμα;
Μου θυμίζεις μια μικρή ιστορία. Γύρω στα 25 μου, είχα γνωρίσει ένα καταπληκτικό κορίτσι από την Αμερική και, πάνω στην κουβέντα, της είχα ζητήσει να μου συστήσει τον καλύτερο τρόπο αυτοκτονίας.
Θυμάμαι ως τώρα τα λόγια της: "Find girl willing to die, too. Take crushed mixture of powerful sleeping pills in a glass of champagne. Make beautiful, tender love".
Aπό τότε, γνώρισα πολλά κορίτσια που ήθελαν να ζήσουν μαζί μου (γιατί άραγε να θέλουν να ζήσουν με κάποιον που δεν μπορεί να ζήσει με τον εαυτό του !) αλλά κανένα που να θέλει να πεθάνει μαζί μου.
Κι ακόμη περιμένω !
Αν κρίνω από τον εαυτό μου, οι γυναίκες πολύ συχνά θέλουν να ζήσουν με κάποιον που δεν θέλει να ζήσει με τον εαυτό του, επειδή νομίζουν, ως αιώνιες μαμάδες, ότι μπορούν να τον «κάνουν καλά».
Μάγος είσαι ! Μάλλον γυναίκα, που είναι περίπου το ίδιο.
Χθες το βράδυ είδα ξαφνικά μια παλιά μου αγάπη. Αγάπη αληθινή. Γελούσε, αστειευόταν στην παρέα, κατάφερε να κρύψει από τους αδαείς τη βαθιά της θλίψη.
Ούτε αυτή μπορεί να ζήσει με τον εαυτό της. Ζουν όμως μια χαρά οι ψυχίατροι.
Μα, τι φαντάζεσαι; Κι αυτές που θέλουν να «γιατρέψουν» τους ... πάσχοντες νομίζεις ότι είναι καλά; Πιο άρρωστες από όλους είναι. Γιατί έχουν την πεποίθηση ότι μπορούν να διορθώσουν πράγματα, που ουσιαστικά δεν περνούν από το χέρι τους. (Εδώ, θαρρώ, περιλαμβάνονται και οι κάθε λογής ψυχίατροι και ψυχολόγοι).
Θυμάμαι την εποχή που κι εγώ, τετράπαχη και αστειυόμενη (life and soul of the party) στις παρέες που έκανα τότε, έκρυβα τη βαθειά μου θλίψη για όσα είχα περάσει νεότερη και με τυραννούσαν ακόμα, λέγοντας αστεία, γελώντας, ακόμα και διακόπτοντας τους άλλους.
Eκείνο που προσπαθούν να γιατρέψουν είναι τη δική τους βαθιά μοναξιά. Η οποία γίνεται ακόμη πιο έντονη, σχεδόν αφόρητη, από τη στιγμή που γνωρίζουν έναν άντρα που πραγματικά τις εμπνέει (και εμπνέεται απ' αυτές). Όχι μόνον εραστή αλλά και αγαπημένο. Φίλο και σύντροφο, με κοινά ενδιαφέροντα και φιλοδοξίες.
Φυσικά, θα τον στηρίξουν κι εκείνες στην πορεία. Αυτό όμως δεν είναι το ζητούμενο.
Το κρίσιμο σημείο είναι ο εγωκεντρισμός και οι απαιτήσεις τους. Όταν ζητάνε τα πάντα, εκείνο που παίρνουν τελικά είναι το τίποτα. Όταν, στο μεταξύ, επιδεικνύουν, υποστηρίζουν και γενικά βολεύονται με το οποιοδήποτε γυαλιστερό σκουπίδι περάσει από δίπλα τους και με τη σεξουαλική γυμναστική, όταν εξευτελίζουν την αγάπη και αποδεικνύονται ανάξιές της, τότε καλύτερα να συμβιβαστούν με την ισόβια μοναξιά τους και να πάψουν να κλαυθμηρίζουν.
Τότε έπαιξαν και έχασαν και απέδειξαν στην πράξη ότι το σκουπίδι είναι η επιλογή τους.
Έχω την εντύπωση ότι μιλάμε για διαφορετικά πράγματα. Εγώ αναφέρομαι αποκλειστικά στην παθολογία της σχέσης στην οποία μπαίνει ο ένας από τους δύο για να «βοηθήσει» ή να «γιατρέψει» τον άλλο.
Φυσικά και συμφωνώ με αυτό που λες, ωστόσο εγώ αναφέρθηκα στα στενά όρια της «αρρωστημένης» σχέσης όπως την περιγράφω.
Η Florence Nightingale έχει πεθάνει από παλιά. Και ο good Samaritan από παλιότερα. Όλοι προσέρχονται για να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες. Ιδίως άτομα στερημένα και με μεγάλο αυτοθαυμασμό.
Εσύ αναφέρθηκες στα «στενά όρια», εγώ τα διεύρυνα. Eδώ είναι μια ελεύθερη αναρχική κοινότητα, δεν έχουμε κανόνες τύπου Τρανσλάτουμ και δεν επιβάλλονται ποινές.
Με την ευκαιρία, να θεωρήσω ότι όσα ανέφερες παραπάνω, αποτελούν σαφή υπόσχεση ότι, όταν και αν κάποτε συναντηθούμε από κοντά, θα έχεις γίνει ένα μοντελάκι; Και ότι, μαζί με τη θλίψη, θα έχουν φύγει και τα παραπανίσια κιλά;
Καλέ ποιες ποινές, είπα εγώ τίποτα για ποινές; Απλά έχω περάσει το στάδιο της Sister Veronica και αναφέρθηκα σ΄ αυτό.
Όσο για την υπόσχεση, scout's honour.
Να τεθούν τότε χρονικά όρια. Για να ειδοποιήσω τη φίλη μου, τη Naomi Campbell, να έρθει και να σας συγκρίνω. Ό,τι δικό σου θα περισσεύει από το εύρος της, θα κόβεται πάραυτα. Εξαιρούνται οι δίδυμες οριζόντιες προεξοχές.
Ε, βρες καμιά άλλη τώρα... Αν με συγκρίνεις με τη Naomi, θα πρέπει να αλλάξω και χρώμα δέρματος.
Δεν σε συμφέρει. H Naomi τα έχει τα πιασιματάκια της, οι άλλες είναι πιο αδύνατες, λες και μόλις έχουν αποφοιτήσει από το Άουσβιτς.
Κι όσο για το χρώμα, κάνε ηλιοθεραπεία στην Άνδρο. Μόνο φωτογραφίες θα βάζουμε στο blog από το ανάκτορό σου εκεί;
Δεν ήταν ανάγκη να φύγεις αμέσως για Άνδρο. Δεν έχει πλοίο αυτή την ώρα, ούτε καν ήλιο για να μαυρίσεις.
Ε, καλά, τότε θα φύγω αύριο, που και πλοίο θα έχει, και ήλιο για να μαυρίσω
Ε, καλά μην κάνεις έτσι, μια κουβέντα είπαμε. Φεύγεις σε μια βδομάδα, σε ένα μήνα, σε δεκαπέντε χρόνια. Με την άνεσή σου.
Δημοσίευση σχολίου