Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Σταύρος Βαβούρης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Σταύρος Βαβούρης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

Μονόλογος της Ηλέκτρας


Αιφνιδίως με γοήτευε η ιδέα
πως μπορούσα να εξωθήσω
πρόσωπα και πράγματα σαν λόγχη.
πως ήταν δυνατό να πάρω σχήμα λαιμητόμου
πάνω από ένοχους αυχένες
ότι μπορούσα να υψωθώ,
σαν κυπαρίσσι σκοτεινή
σαν πεπρωμένο ανέφικτη.

Η ιδέα, ότι μπορούσα να διασχίσω αδιάφορη
μ’ ένα σατανικό αδιόρατο χαμόγελο
πλήθη λυσσαλέα και μαινόμενα εναντίον μου
με διέλυε.
Με διαπερνούσε, με σπασμούς σχεδόν ηδονικούς,

η σκέψη πως μπορούσα
να βρεθώ στο τελευταίο σκαλοπάτι του ικριώματος
περιφρονητική
ενώ ένας όχλος θαμπωμένος
του κάκου θα περίμενε ως το τέλος
να ξεσπάσω σε λυγμούς.

Αιφνιδίως με γοήτευε
ναι, μ’ έκανε τρελή η ιδέα
πως ήταν δυνατό να πάρω μιαν απόχρωση
τεφρού αμετάκλητου
σκιάζοντας κι αφανίζοντας το φως του ήλιου
που τους είχε τόσο ανάψει και μεθύσει.

Σταύρος Βαβούρης
από τη συλλογή Οι Ατρείδες της φωτιάς

και της σιωπής, 1964

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Πώς γίνονται έτσι ...


Πριν μπεις σχεδόν
ακόμα στη ζωή μου, χάθηκες.
Μετά τα : χάρηκα και θα τα ξαναπούμε
δε συναντηθήκαμε ποτέ μας πια.
Τι χάθηκες,
Μάλλον θα ' λεγα εξατμίστηκες
σα στάλα από νερό
κάτω από τον αδυσώπητο
φρενήρη ήλιο του Ιουλίου.

Πώς γίνονται έτσι, Θε με, όλ' αυτά;

Να 'χει ήδη ξεκινήσει μία θύελλα
να θρασομανάει μια πυρκαγιά
κοντά τόσο κοντά
μια φρενιασμένη θάλασσα ν' αφρίζει
στα πόδια σου μπροστά
κι από τη μια στιγμή στην άλλη
ψάχνεις
σπίθες που σβήνουν μες στη στάχτη μοναχά
μια ανάσα ανέμου
μόλις που σ' εγγίζει από μακριά
ένα κουρασμένο κύμα που πεθαίνει
φτάνοντας,
σαν από τόσα χρόνια πριν
σαν από τόση απόσταση απροσμέτρητη
σε κάποια μυθική σχεδόν ακρογιαλιά.

Σταύρος Βαβούρης
από τη συλλογή Στον αστερισμό των εγκλίσεων
των χρόνων του ρήματος «έρχομαι», 1980

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

[Φαρμάκι σκέτο, ποίημα]


Φαρμάκι σκέτο, ποίημα.
Διαβρωμένο ως το μεδούλι απ΄τη στρυχνίνη
πώς θ' αγαπηθείς;
Καρκινογόνο ποίημα
Για να εκδοθείς; Δε γίνεται λόγος
Μ΄έφαγες με ροκάνισες
κι εσένα ωστόσο τι θαρρείς;
Θα σ' αποβάλουν σώμα ξένο - τι θαρρείς;-
Μ' απόβλητα ραδιενεργά
μαζί θα σε σκεπάσουν.
Δε θ' αγαπηθείς.
Αυτοί που κάποτε διαβάζαν
τ' «άκουσε τ' απόμακρο το παλιό βιολί»
εκείνο ξέρεις το μακάριο του Πολέμη
διαβάζουν τώρα τ' «Άξιον εστί»
όπως παλιότερα
μας είχαν πρήξει με την «Κίχλη» του Σεφέρη

Α, και Βρεττάκο - ναι - θα σου το πουν
«Εσύ δεν έσκαψες»
(Συ έσκαβες τον ίδιο σου το λάκκο)
Εσένα σε περόνιασε φαρμακερή ατέλειωτη βροχή

και σ' έκανε στρυχνίνη -
δηλητήριο - ποίημα.

Σταύρος Βαβούρης
από τη συλλογή Πού πάει,
πού με πάει αυτό το ποίημα, 1985

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

Για τη Μεσσαλίνα, ακολασία κι άρνηση


Σε κάθε σιωπηλή πτυχή των ημερών μου
ελλόχευε ένα ποίημα,
όχι απ’ αυτά που γράφουν στο χαρτί,
αλλά από κείνα που ‘ναι διάχυτα στον άνεμο
ή που κυλούν με το αίμα μας στις φλέβες
και που ‘ναι αυτό καθεαυτό το αίμα πιθανόν
μεθυσμένο από το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής

Η κάθε νύχτα, μου μιλούσε με ένα ποίημα
που ‘σπρωχνε και φούσκωνε τα τζάμια
σαν ιστία πλοίου επειγόμενου να φύγει
κι η καμάρα μου τότε ναυαγούσε σε κυκλώνες
πυρετού και φαντασίας εξημμένης
απ’ το χρώμα το ρυθμό της ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Στα μπρούτζινα κορμιά των μονομάχων
στα διψασμένα μάτια των φρουρών
ελλόχευε παντού, με τόση λυσσαλέα επιμονή
αυτό το διψασμένο κι αδηφάγο ποίημα
ώστε μ’ άναψε και μ’ έκαψε και μ’ έκανε
ολόκληρη κι εμένα ένα ποίημα, που αναπτύχθηκε
και τέλειωσε στο χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Σταύρος Βαβούρης
από τη συλλογή Τρία ποιήματα, 1954