Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Καρυωτάκης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Καρυωτάκης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Πρέβεζα


O Kώστας Καρυωτάκης στην Πρέβεζα, 1928


Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια
θάνατος κι οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμα
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης,.
Την Κυριακή θα ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμές τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία
«υπάρχεις» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία ...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Κ. Γ. Καρυωτάκης
από τα Άπαντα, έμμετρα και πεζά, 1938

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος ...


Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ' όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά,

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί,

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ -
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλον ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!

Κώστας Καρυωτάκης
από τη συλλογή Νηπενθή, 1921

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Ποιητών και Αγίων Πάντων


Νας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού
        τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.

Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα
Τι ζεστασιά. Τι βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.

Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμιά φορά συγχέω τα΄ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
Άγιοι Πάντες.

Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.

Γιώτα Αργυροπούλου
από τη συλλογή Ποιητών και Αγίων Πάντων, 2013
Ενότητα : Ποιητών και Αγίων Πάντων
 

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Ο Καρυωτάκης στο Παρίσι και στο καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος»

(έργο του Ντίνου Παπασπύρου)

Πρώτη παραλλαγή


Μόνος
στο Hotel de la Sorbonne
γράφει στον αδερφό του:
«Χθες ήμουν στο Moulin Rouge».
Την άλλη μέρα στην Αθήνα
αποφασίζουν τα γνωστά : «Μετετέθητε
εις την Νομαρχίαν Πρεβέζης».

«Ξέρει πως είναι τίποτε όλα αυτά»
όταν κάθεται στο καφενείο
«Ο Ουράνιος Κήπος»
δυο βήματα απ' τη θάλασσα,
όπως τότε στο Παρίσι στον έρημο δρόμο βημάτιζε
με βέβαιη τη θλίψη στο ανεστραμμένο πρόσωπο
- μόλις δυο βήματα από το θάνατό του.

Δεύτερη παραλλαγή

Εν αγνοία τους
ο αγρότης Ταξιάρχης Νίτσας,
το οπλοπωλείο Αναγνωστοπούλου,
ο Νιόνιος Καλλίνικος με τον τελευταίο
καφέ και το χαρτί που του ζήτησε
συνέδραμον
(εν αγνοία τους)
να τραβήξει τη σκανδάλη.

Λεύκιος Ζαφειρίου
από τη συλλογή Η θλίψη του απογεύματος, 2007

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Ημεδαπός εξόριστος

στον Γκάζι Καπλάνι

Η πόλη αλλάζει κι ίδια μένει, χωνευτήρι
των Βαλκανίων – πλέον των δύο αιώνων -,
Ρώσων, Κινέζων, μαύρων απ’ τη Νιγηρία.
Και ο Ημεδαπός Εξόριστος, στο παραθύρι,
σαν θέατρο προγόνων κι επιγόνων
της πόλης ξεδιπλώνει μια ιστορία.

Στον ίσκιο της Ακρόπολης, σαν όπως
που του Ψυρρή η μόνη χουρμαδιά
από τη γέφυρα φαινόταν του Ιλισσού
- κι έπειτα, πλήθος Βαυαρούς ο τόπος
πλημμύρισε, με σχέδια αρχιτεκτονικά -
κι η πόλη, ως την Πύλη τ’ Αδριανού.

Κι αργότερα, μπουλούκια εξ επαρχίας,
στα χίλια εννιακόσια κι ο Καβάφης
κι ο Παλαμάς, να γράφουν στην Αθήνα.
Δεντρόφυτη η πλατεία Ομονοίας,
μια συνοικία να μοιάζει της Ανάφης,
στο Ζάππειο κυρίες μ’ ομπρελίνα.

Απ’ το ειδύλλιο, η νέα καταστροφή
(λίγο μετά αυτοκτονεί ο Καρυωτάκης):
Πρόσφυγες μύριοι από τη Μικρασία
κι η πόλη απλώνει τόσο, παρεπιδημεί.
Σε παραγκούπολη τα σπίτια της ανάγκης,
Βύρωνας, Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία.

Μιλιούνια ανθρώποι, κατεβαίνουν ολοένα
και ερημώνουν τα ορεινά χωριά.
Βουνίσιοι και καμπίσιοι, τώρα αστοί.
Κι η πόλη, να επεκτείνεται αφρισμένα,
σαν κύμα στα παράλια, στα βουνά,
να καταπίνει ολόκληρη Αττική.

Μα ο αχός της ιστορίας στα Βαλκάνια
και στην Ευρώπη της Ανατολής ξυπνάει.
Το ντόμινο αρχίζει με το Τείχος,
στα σύνορα οι ανθρώποι, στα λιμάνια,
πλήθος που όλο τα φράγματα περνάει
- κι εντέλει, ο αστικός μας μύθος :

Στις γειτονιές τις ίδιες, των κατατρεγμένων,
τόσους αιώνες θέλει να γυρνάνε,
γύρω απ’ την πρώτη αρχαία χουρμαδιά.
Στη ρίζα της Ακρόπολης, στων ξένων
τις συνοικίες τώρα αλβανικά μιλάνε
και τρέμουν, μην τους ψάξουν τα χαρτιά.

Κι ο Ημεδαπός Εξόριστος γυρίζει
τις νύχτες, ίσκιος στο Μεταξουργείο,
στα ρώσικα μιλάει στους μετανάστες,
ενώ το χωνευτήρι εξαφανίζει
της ιστορίας κάθε ίχνος και στοιχείο
- αλλά ποτέ τις τάξεις και τις κάστες.

26.4.2005

Σοφία Κολοτούρου
από τη συλλογή Αν-επίκαιρα ποιήματα, 2007

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Τα καφενεία


Και οι μεταφυσικές χαμένες στις γωνιές των καφενείων, ανά τον κόσμο.
ΑΛΒΑΡΟ ΝΤΕ ΚΑΜΠΟΣ

Σ’ ένα καφενείο έκατσε
κι έγραψε
την τελευταία του επιστολή ο Κώστας Καρυωτάκης.

Από ένα καφενείο
βγαίνει μεθυσμένος σ’ ένα ποίημά του
ο Wang Tou-Ts’ing.

Στα λουστραρισμένα τραπεζάκια ενός καφενείου
καθόταν απελπισμένος κι έγραφε
ο Φερνάντο Πεσσόα

ενώ στ’ άσπρα τραπεζάκια του café Tergeste
όπου σύχναζαν οι κακοποιοί και οι πουτάνες
έγραψε ο Ουμπέρτο Σάμπα
τα πιο πρόσχαρα στιχάκια του.

Στη γωνιά ενός καφενείου κάθομαι κι εγώ
χωρίς κανένας να με προσέχει.

Πίνω αργά το καφεδάκι μου
κοιτώντας την έρημη πλατεία
τους φανοστάτες, τα παγκάκια
τα μικρά καλάθια των απορριμμάτων
το αστικό λεωφορείο που περνά βαρύθυμο
στο βάθος –
κλείνω τα μάτια μου στο χειμωνιάτικο φως
που με θερμαίνει ηδονικά
σαν να ‘ναι αυτό η μόνη αλήθεια.

Σπύρος Θεριανός
από τη συλλογή Ντυμένος επίσημα, 2008

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Σαν απάντηση


Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα/ πλάσματα,
κούκλες ιαπωνικές // ... // Ω, να μπορούσε έτσι
κανείς να θάλλει, / .../ ή να βυθομετρούσατε
και σεις/ με μία φουρκέτα τ' άδειο σας κεφάλι //
...// γλοιώδη στόματα υποκριτικά, ανυποψίαστα,
μηδενικά/ πλάσματα, και γι' αυτό προνομιούχα ...
Κ. Γ. Καρυωτάκης, «Αποστροφή»

Ερωτευμένα θηλυκά
με μοιρασμένα όνειρα
που όλο τα τρέφει στα κρυφά
κάποια χαμένη ελπίδα
Είναι πολλά, πιστέψτε με, 
και ζουν απ' την περίσσεια
των ονείρων τους
τ' αγέραστα κορίτσια
Αιώνας ούτε πέρασε
απ΄τον πικρό σας λόγο
και σας κοιτάζουν σιωπηλά
απ' τ' άνομα τα μυστικά κρεβάτια
όπου θυσιάσαν ζωές
για την χαρά μιας ώρας
κι είδαν το τρένο να περνά
οριστικά να φεύγει
χωρίς στιγμή να φοβηθούν
χωρίς στιγμή να κλάψουν
τον αγαθό τους σύζυγο
τον αγαθό τους άντρα
της χαρισάμενης ζωής
τα νόμιμα βλαστάρια
του κανενός πιστού πατρός
του κανενός ονείρου

Κορίτσια τόσα αγέραστα
στο κουρασμένο σύμπαν
Γυναίκες που αγάπησαν
κι ας μην αγαπηθήκαν
μισή μοιράσαν μοιρασιά
κι ευθύς ολόκληρα μισά
για πάντα ξεχαστήκαν

Αριστέα Παπαλεξάνδρου
από τη συλλογή Υπογείως, 2012

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Χαιρετισμός


Γεια σας, βιβλία μου, χαίρετε. Θέλησα να σας χαιρετήσω σήμερα, αφημένα καθώς είστε στο γραφείο ή στη βιβλιοθήκη των φίλων και των γνωστών, στον κίτρινο φάκελό σας ακόμα, με την αφιέρωση, κύριον-κυρίαν, με εκτίμηση, φιλικά, με αγάπη, πολλή αγάπη, να περιμένετε ντροπαλά, με μετριοφροσύνη - εδώ ο Καρυωτάκης περίμενε χρόνια με άκοπες τις σελίδες του στο σπίτι του Καβάφη, καμία σύγκριση παρόμοια εξάλλου δεν χωρεί.
Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας περιμένουν, χαρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες, ένα ραντεβού όπου εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο. Η ζωή είναι μπροστά μας εξάλλου, αύριο είναι μια άλλη  μέρα, hypocrite lecteur, mon smblable, mon frere.

Αρχοντούλα Αλ. Διαβάτη
αδημοσίευτο